Δ. Γάκης: Με δεδομένα του 2010 δεν αντιμετωπίζεται η μεταναστευτική-προσφυγική κρίση του 2020

Γράφει ο Δημήτρης Γάκης
πρώην βουλευτής Δωδ/σου ΣΥΡΙΖΑ

 

Δύο είναι οι παράγοντες που διαφοροποιούν σήμερα το προσφυγικο-μεταναστευτικό και τη διαχείρισή του από τα προηγούμενα χρόνια: α) η μαζικότητα των ροών, ή αλλιώς ο πολύ υψηλός αριθμός των αιτούντων άσυλο που φτάνουν στη χώρα μας, και β) η συχνότητα των ροών, ή αλλιώς οι χωρίς σταματημό έως σήμερα «αφίξεις».

Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά που καθορίζουν τη μορφή της κρίσης έως σήμερα δεν είχαν προηγούμενο, δεν είχαν υπάρξει ποτέ ξανά στο παρελθόν πριν το 2015. Ήταν μία νέα κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπιστεί χωρίς προηγούμενη ανάλογη εμπειρία.

Γιατί η εμπειρία των προηγούμενων χρόνων ήταν ένας μικρός αριθμός σποραδικά εισερχομένων. Ο τρόπος που η Ελλάδα αντιμετώπισε το προσφυγικό-μεταναστευτικό την εποχή των μεγάλων ροών (2015) ήταν εναρμονισμένος  με το Διεθνές Δίκαιο,  τα ανθρώπινα δικαιώματα  και  τις ηθικές επιταγές του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης. Και αυτό αποτέλεσε μία ισχυρή παρακαταθήκη για τη θέση και τον ρόλο της Ελλάδας στη σύγχρονη Ευρώπη.

Η Συμφωνία του 2016 ήταν μια ευρωπαϊκή συμφωνία, μια Κοινή Δήλωση Ευρωπαϊκής Ένωσης- Τουρκίας, στην προσπάθεια να βρεθεί μία λύση, ένας τρόπος διαχείρισης των μεγάλων ροών. Η δημιουργία ανοιχτών κέντρων υποδοχής στα νησιά ήταν όρος της συμφωνίας, με σκοπό τη συγκράτηση αυτού του πληθυσμού στο τουρκικό έδαφος. Η συμφωνία περιγράφει αναλυτικά τις κινήσεις που πρέπει να γίνουν για να μπορέσουν να επιστρέψουν όσοι δεν δικαιούνται άσυλο στην Τουρκία.

Πρέπει όμως εδώ να πούμε ότι ο τρόπος που η Ελλάδα επέδειξε την αλληλεγγύη και τη στήριξή της στους ευρωπαίους εταίρους δεν ήταν ανάλογος με αυτό που εισέπραξε.

Μπροστά σε ένα τόσο σύνθετο ζήτημα όπως είναι το προσφυγικό-μεταναστευτικό η Ευρώπη στάθηκε και συνεχίζει να στέκεται στο ζήτημα των ροών. Ασφαλώς πρόκειται για ένα κρίσιμο σημείο, αλλά είναι μόνο μία όψη του ζητήματος.

Η άρνηση των ευρωπαϊκών κρατών να επιμεριστούν το τμήμα των αιτούντων άσυλο που τους αναλογεί, το κλείσιμο των συνόρων τους, η υποβάθμιση εώς και απαξίωση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, αλλά και της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών της ΕΕ, παραχώρησε τελικά τον αποφασιστικό λόγο για το ζήτημα στην Τουρκία. Και όλοι γνωρίζουμε ότι πρόκειται για  επιθετικό, εκβιαστικό, απειλητικό λόγο.

Σήμερα η λύση δεν είναι να γεμίσει η χώρα με προαναχωρησιακά κέντρα. Η κυβέρνηση κάνει λόγο για δέκα νέα τέτοια κέντρα στη Θράκη. Ούτε η λύση μπορεί να είναι τα κλειστά κέντρα. Δεν μπορεί η χώρα ολόκληρη να μετατραπεί στο «κλειστό κέντρο» της Ευρώπης.

Και όποιος κάνει λόγο για κλειστά κέντρα, πρέπει να αναφέρεται και  στη γιγαντιαία δαπάνη που απαιτείται για την υλοποίησή τους, ιδιαίτερα σε μέρη που στερούνται βασικής υποδομής όπως π.χ. κατάλληλο λιμάνι και να γνωρίζει ότι η ΕΕ δεν χρηματοδοτεί τη δημιουργία κλειστών κέντρων και η επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού θα είναι τεράστια και δυσβάσταχτη για τον έλληνα φορολογούμενο.

Πολύ περισσότερο η λύση δεν μπορεί να είναι η μεταφορά των αιτούντων άσυλο σε ξερονήσια που θα χρησιμοποιηθούν για το σκοπό αυτό.

Πρόκειται για προτάσεις που είτε στερούνται νομιμότητας, είτε είναι βαθιά αντιδημοκρατικές. Δεν μπορεί μία χώρα όπως η Ελλάδα με την ιστορία και τους αγώνες της για τη Δημοκρατία να φορτώνει τους αιτούντες άσυλο σε ένα πλοίο για να τους πηγαίνει σε ένα hot spot σε κάποιο ξερονήσι. Και θα ήταν μια λανθασμένη πολιτική  για μία σύγχρονη δημοκρατική κυβέρνηση να ενεργοποιήσει τα χειρότερα ανακλαστικά της κοινωνίας ανασύροντας  τιμωρητικές πρακτικές απομόνωσης σε ξερονήσια και μνήμες από την εποχή των «πολιτικών εχθρών», τα ιδεολογήματα και τις πολιτικές του 1950 και της χούντας για να πορευτεί στην εποχή της Δημοκρατίας του 2020.

Η κυβέρνηση κερδίζει λίγο χρόνο και πολλές εντυπώσεις με τη μεταφορά μεγάλου όγκου δυνάμεων καταστολής και στρατιωτικές επιχειρήσεις στα σύνορα. Όμως αυτές –ακόμη και αν παραβλέψουμε το υψηλό τους κόστος- δεν μπορούν ούτε να συνεχιστούν για πάντα, ούτε να αποτελέσουν μόνιμη κατάσταση και άρα λύση. Κανείς βέβαια δεν υποστηρίζει ότι θα πρέπει τα σύνορα μας να μείνουν αφύλακτα.

Η λύση του μεταναστευτικού-προσφυγικού προβλήματος πρέπει να είναι πρωτίστως πολιτική, με εθνική και ευρωπαϊκή συνέναιση και ομοψυχία. Πρέπει να ακολουθεί τους διεθνείς κανόνες δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δημοκρατικές αρχές και αξίες, τις κατακτήσεις δηλαδή της σύγχρονης Ευρώπης. Δεν υπάρχει χώρος αλλά και κανένας λόγος για ένα άλμα στο σκοτεινό παρελθόν.

Η κυβέρνηση έχει να κάνει πολλά στο ζήτημα των διαδικασιών του αιτήματος ασύλου, να κλείσει διοικητικά και άλλα ζητήματα που μόνη της δημιούργησε, να πετύχει τη διεθνή συνεργασία για το θέμα,  να παρουσιαστεί σθεναρά στα ευρωπαϊκά όργανα και να ακολουθήσει τις διαδικασίες τους. Δεν έδειξε έτοιμη όσο θα έπρεπε και σπασμωδικές κινήσεις του πρόσφατου παρελθόντος (όπως η κατάργηση του αρμόδιου υπουργείου και η επανασυστασή του τελικά λίγο καιρό αργότερα) στοίχησαν σε χρόνο, σε αποτελεσματικότητα και σε νηφαλιότητα.