«Κλειστά σχολεία-ανοιχτά βιβλία»

Του
Πάνου Δρακόπουλου

A. Απόστολος Δοξιάδης,
"Ερασιτέχνης επαναστάτης"
(εκδ. Ίκαρος, 2018):

Έχουν γραφτεί ουκ ολίγα για την υπερχιλιασέλιδη αυτοβιογραφική μυθιστορία του Απ. Δοξιάδη. Θα ήθελα να σταθώ σε δύο στοιχεία που δεν έχουν αναδειχτεί πλάι στις άλλες αρετές του, για τις οποίες έχει μιλήσει η μέχρι στιγμής κριτικογραφία:

Α. Στο ότι ακριβώς επειδή ο αφηγητής του αποστρέφεται τον ψυχολογισμό και τη μυστικιστική γλώσσα εκείνου του υποκειμένου που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «βαθύς εαυτός», ανασυσταίνοντας με μία γλώσσα ευθύβολη και λαγαρή, πράξεις και σκέψεις αυτής της περιόδου, πετυχαίνει πράγματι να αποδώσει μία βαθύτατη ανατομία του ψυχικού του τοπίου – μιλώντας μάλιστα με μία σπαραχτική σε ορισμένες περιπτώσεις ειλικρίνεια (ειδικά στις σελίδες όπου αναφέρεται στην κλιμάκωση της ασθένειας του πατέρα του). Γιατί είναι σημαντικό αυτό; Διότι από την διαύγεια του ενός και της γλώσσας του μάς ανοίγεται κι εκείνη μιας ολόκληρης εποχής.

Και Β.: Στο ότι αποφεύγοντας τη συνήθη ηρωολογία που περιέχουν αυτοβιογραφικά κείμενα πολιτικής στοχοπροσήλωσης (εδώ: μία ενδεχόμενη ηρωολογία της ελληνικής αριστεράς επί Δικτατορίας ή της γενιάς του Πολυτεχνείου) στήνει ανθρώπινες προσωπογραφίες που είναι αδύνατον να μη γοητέψουν τον αναγνώστη (εμβληματικές περιπτώσεις: οι «δύο Σταύροι», ο Σταύρος Ιωαννίδης και ο Σταύρος Τσακυράκης) ακριβώς διότι ο προβολέας του Δοξιάδη είναι πάνω στο ανθρώπινο κι όχι στο επικό ή πολύ περισσότερο, στο -δημοφιλές κατά τη μαρξιστική αργκό- «αντικειμενικό».

Βρήκα κι άλλα ενδιαφέροντα στον «Ερασιτέχνη επαναστάτη»: λ.χ. την παιδαγωγική που προσφέρει το "Πιο σωστό" όπως και η πολιτική προπαρασκευή που καλλιεργείται μέσα από τη μελέτη γελοιογραφιών (πράγματα που ενώ στις μέρες μας είναι μέσα στην εργαλειοθήκη και σε πρακτικές της σχολικής μας πραγματικότητας, χρειάζεται εκ νέου να τονωθούν και να διαχυθούν παραπέρα).
Επαναλαμβάνω, για τα θετικά της αφήγησης που εστιάζει στην ενηλικίωση του πολίτη και ερασιτέχνη επαναστάτη Απ. Δοξιάδη έχουν μιλήσει αρκετοί και ιδιαίτερα πειστικά[1]. Δεν είναι όμως μόνον αυτά.

Ο δημιουργός –μεταξύ άλλων– του «Ο Θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ», του αγαπημένου «Από την παράνοια στους αλγόριθμους» και του «Logicomix» (εδώ, ένας εκ των δημιουργών) ξέρει να τέρπει και να διδάσκει τον αναγνώστη του με πολλούς υπόγειους και παράπλευρους τρόπους.

[1] Βλ. http://www.biblionet.gr/book/232724/%CE%94%CE%BF%CE%BE%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B7%CF%82,_%CE%91%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%9A./%CE%95%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82

B. Λουίς Σεπούλβεδα, "Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ" (Μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Opera, 2013):
Θα μπορούσαν ένας άνθρωπος, ένας γάτος κι ένας ποντικός να γίνουνε φίλοι; Και τι είδος φιλίας θα τους συνέδεε; Του πρόσκαιρου κοινού συμφέροντος ή της κατά Αριστοτέλη αμοιβαίας εύνοιας;

Τίποτα από τα δυο – μάς απαντάει τούτη εδώ η μικρή σε έκταση, αλλά γενναιόδωρη σε βάθος, αφήγηση του Χιλιανού συγγραφέα. Η φιλία μπορεί να ξεκινάει, όπως όλες οι μορφές σχέσεων, από τους περιορισμούς που βάζει η φύση και η σύμβαση, όμως δε στέκεται σε αυτές. Τις υπερβαίνει, γιατί μάς κάνει να ανακαλύψουμε μέσα μας άλλες κοιτίδες της ύπαρξής μας που μάς τις κρύβει η φύση (ή πιο σωστά, ό,τι εμείς λογίζουμε ως «φύση») και η σύμβαση.

Ο Σεπούλβεδα έχει κι εδώ όλες τις χάρες που τον έχουν καταξιώσει διεθνώς ως παραμυθά (κι εδώ χρησιμοποιώ τον όρο με τον μεγαλύτερο σεβασμό που του αναλογεί): νηφάλιο καδράρισμα των σκηνών και των προσώπων του, γλώσσα που φανερώνει τα καθέκαστα (τίποτα θολό ή έωλο στην έκφρασή του – κάτι που το υπηρετεί έξοχα ο μετρ του είδους, Αχιλλέας Κυριακίδης), χιούμορ αβίαστο, φαντασία που σε παίρνει αμέσως με το μέρος της.
Δεν γεννάται ερώτημα για το ποιον κερδίζει πρώτο αυτή η ξεχωριστή συχνότητα ευαισθησίας – τον μικρό ή τον μεγάλο αναγνώστη. Συγκινεί μαζί τον αντιστοίχως ευαίσθητο άνθρωπο: και τον μικρό και τον μεγάλο.

Τις τελευταίες ημέρες πληροφορηθήκαμε, πως ο Σεπούλβεδα είναι ένα από τα θύματα του κορωνοϊού. Οι ευχές όλων μας είναι να βρει πάλι την υγεία του. Για εκείνο το είδος υγείας που εκπέμπουν οι ιστορίες του (αξίζει να μνημονεύσουμε και το θαυμάσιο «Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει») τού είμαστε ολότελα ευγνώμονες.

Γ. John Grey, "7 τύποι αθεϊσμού" (Μετ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Οκτώ, 2018):
Κριτικές της θρησκείας και του θεϊσμού «εκ των έσω» (θεϊστές) κι «εκ των έξω» (αθεϊστές) έχουν δημοσιευτεί ουκ ολίγες, ειδικά από τα χρόνια του Καντ κι έπειτα.

Κι ενώ δεν απουσιάζει η στοχαστική διαπραγμάτευση επί του φαινομένου της μη πίστης κατά τον 19ο και 20ό αιώνα κυρίως, με το συγκεκριμένο έργο έχουμε μία μετωπική σάρωση του αθεϊσμού και της τυπολογίας του – και μάλιστα, από έναν ιδιότυπα αθεϊστή διανοητή.

Με πιο απλά λόγια: ο Γκρέι επιχειρώντας να εποπτεύσει τον αθεϊσμό τον διακρίνει σε 7 τύπους με ξεχωριστούς εκπροσώπους κι έργα (φιλοσοφικά και καλλιτεχνικά):
α) τον νέο, β) τον κοσμικό, γ) τον επιστημονικό (εξελικτικό όσο και διαλεκτικό) αθεϊσμό, δ) τον αθεϊσμό που συνδέθηκε με νεωτερικές πολιτικές θρησκείες, ε) τον αθεϊσμό των μισοθεϊστών (όπως ο Σαντ, ο μυθοπλαστικός χαρακτήρας του Ντοστογιέφσκι, Ιβάν Καραμάζοφ, ο Γ. Έμπσον), στ) τις αθεΐες του Τζ. Σανταγιάνα και του Τζ. Κόνραντ και τέλος, ζ) τη μυστικιστική αθεΐα του Α. Σοπενάουερ και των αποφατικών θεολογιών του Σπινόζα και του Λ. Σεστόφ.

Η ρητή προτίμηση του στους δύο τελευταίους τύπους βασίζεται στην αυστηρή κριτική που υποβάλλει τους πέντε πρώτους και η διάγνωση του πως υποφέρουν από ένα κοινό μείζον πρόβλημα. Ποιο είναι αυτό; Το ότι χωρίς να το αντιλαμβάνονται αναπαράγουν το μοντέλο της βελτιοκρατίας που οι θρησκείες τοποθετούν μετά την εδώ ζωή – εντός της εδώ ζωής. Από εκεί εκπορεύονται όλες τους οι αντιφάσεις κι αδυναμίες. Είναι πίστεις. Ευσέβειες καμουφλαρισμένες στην ίδια την ανθρωπότητα.
«Το ιστόρημα της λύτρωσης δια της θείας πρόνοιας αντικαταστάθηκε από ένα ιστόρημα προόδου με όχημα τις συλλογικές προσπάθειες της ανθρωπότητας» (σ. 55).

Τα επιχειρήματα του Γκρέυ δεν είναι ασήμαντα – κάθε άλλο. Δειγματικά: «εάν κοιτάξει κανείς το χρονικό της Ιστορίας, χωρίς νεωτερικές προκαταλήψεις θα δυσκολευτεί να εντοπίσει κάποιο συνεχές ρεύμα βελτίωσης» (σ. 57).

Η παρατήρηση επί των ιστορικών δεδομένων και η διάγνωση των φαντασιώσεων που καλλιέργησε ο βελτιωκρατικός αθεϊσμός («Γενιές ολόκληρες αθεϊστών έχουν ζήσει προσδοκώντας την άφιξη ενός πραγματικά ανθρώπινου είδους: οι κοινοτιστές εργάτες του Μαρξ, τα αυτόνομα άτομα του Μιλ και ο παράλογος Υπεράνθρωπος του Νίτσε. Τα ανθρώπινα μάτια δεν έχουν αντικρύσει κανένα από αυτά τα φανταστικά πλάσματα» σ. 310) οδηγεί τον Γκρέυ στο συμπέρασμα: πως «ο σύγχρονος αθεϊσμός είναι η συνέχιση του θεϊσμού με άλλα μέσα» (σ. 311). Επιπλέον δε, «η πίστη και η απιστία είναι στάσεις που υιοθετεί ο νους μπροστά σε μία πραγματικότητα που αδυνατεί να φανταστεί» (σ. 311). Και να κατανοήσει, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε.

Πολλά θα μπορούσαμε ακόμη να αναφέρουμε από τα ευρήματα της ανάλυσης του Γκρέυ ή να σχολιάσουμε για τις ανθρωπολογικές παρατηρήσεις που φέρνει στο προσκήνιο αυτό το βιβλίο – και οι οποίες είναι, κατά προσωπική εκτίμηση, και η δεύτερη αρετή του πέρα από τα αποκαλυπτήρια των συγκεκριμένων αθεϊστικών φαντασιώσεων. Θα περιοριστούμε στα εξής δύο αποσπάσματα:

«Ο ανθρώπινος νους είναι προγραμματισμένος για την επιβίωση, όχι για την αλήθεια» (σ. 32) και «η ανάγκη για αυταπάτη συνυφαίνεται άρρηκτα με την ανθρώπινη φύση» (σ. 33).
Κλείνοντας θα ήταν παράληψη να μην υπογραμμίσουμε πως η μετάφραση του Γιώργου Λαμπράκου και σε αυτό το έργο είναι εξαιρετική.

Δ. Γιάννης Η. Χάρης, "Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη" (Β’ τόμος, 2η εκδ. Γαβριηλίδης, 2017):
Όσοι παρακολουθούμε το έργο του Γιάννη Χάρη, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, αισθανθήκαμε μεγάλη χαρά που αρχικά στις εκδ. Πόλις κι έπειτα στις εκδ. Γαβριηλίδης συσσωματώθηκαν 6 διακριτοί τόμοι με επιφυλλίδες, κείμενα, ομιλίες και δημόσιες παρεμβάσεις του (2 τόμοι: με τίτλο «Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη» και 4 μικροί τόμοι: κάτω απ’ την κοινή επωνυμία «Στοιχήματα»). Κι αυτό, διότι βρίσκει κανείς την ευκαιρία να έχει σε συστηματικότερη βάση συνομιλητή του έναν λόγιο, του οποίου η γνώση και η αγάπη για την γλώσσα τροφοδοτεί με λύσεις και αντισώματα σε καιρούς μεγάλης έξαρσης ουκ ολίγων μύθων και ιδεολογικών αγκυλώσεων περί την ελληνική.

Στα κείμενα της συγκεκριμένη έκδοσης, ο Γ. Χάρης, εκθέτει προβληματισμούς καίριους για πλήθος γλωσσικών ζητημάτων (από την υποτιθέμενη λεξιπενία των νέων μέχρι την παρουσία ποικίλης μορφής λαθών στην γραπτή και προφορική μας έκφραση κι επικοινωνία), ενώ αντιπαρατίθεται με λόγο νηφάλιο και τεκμηριωμένο απέναντι σε μύθους με ιδεολογικό (ενίοτε και με ψυχολογικό) υπόστρωμα, όπως η δημοφιλής σε αρκετούς άποψη για την ανωτερότητα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας έναντι της σημερινής.

Συνεχίζοντας την παράδοση της προσέγγισης του Δ. Μαρωνίτη (αλλά και ανάλογων τοποθετήσεων του Εμμ. Κριαρά, του Α.-Φ. Χριστίδη και του Γ. Γιατρομανωλάκη) τοποθετείται υπέρ της απομάκρυνσης των αρχαίων ελληνικών από το Γυμνάσιο και συντονίζεται με την προτροπή να διδάσκονται αυτά σαν ξένη γλώσσα. Τα παιδαγωγικά και γλωσσικά του επιχειρήματα συνοψίζονται στο ότι αν συνεχίσουμε επενδύοντας στο ίδιο εκπαιδευτικό μοντέλο –καθώς η σπουδή των αρχαίων ελληνικών απαιτεί ένα πρόγραμμα απαιτητικό και πολυετές– η σύγχυση και η ημιμάθεια θα συνεχίσουν να θάλλουν στις νεότερες γενιές – όπως και στις παλαιότερες.

Ο Γ. Χάρης, τόσο ως μεταφραστής (σχεδόν ολόκληρης της πεζογραφίας του Κούντερα) όσο κι ως επιμελητής εκδόσεων (ο τελευταίος επιμελητής του Οδ. Ελύτη) δεν είναι μία συνηθισμένη περίπτωση στα γράμματα μας. Αναρωτιέμαι – με μία δόση ομολογημένης αφέλειας: πόσο ευεργετική θα ήταν η παρουσία του σε ένα πρόγραμμα επιμόρφωσης εκπαιδευτικών;
Κι επειδή τα προγράμματα επιμόρφωσης του υπουργείου Παιδείας έχουν ατονίσει από την εποχή της Άννας Διαμαντοπούλου (πόσο οξύμωρο ηχεί για την υπουργό που ήθελε να συνδέσει το όνομά της με την δια βίου εκπαίδευση) τα βιβλία του Γ. Χάρη, όπως και του Ν. Σαραντάκου ή του Π. Μπουκάλα που συναντώνται σε κοινές γλωσσικές και πολιτισμικές επιλογές και αιτήματα, είναι για πολλούς από μας ένα ανοιχτό κανάλι σκέψης και πνευματικής ανατροφοδότησης.