Τώρα κερδίζουν οι μικροί

Γράφει ο Θάνος Ζέλκας

Η ανθρωπότητα πάντα εντυπωσιαζόταν από τα μεγάλα. Φοβόταν τα μεγάλα. Πολεμούσε τα μεγάλα. Έφτιαχνε τα μεγάλα. Κυνηγούσε τα πιο μεγάλα. Αλλά πάντα στο τέλος κατάφερνε να ηττηθεί από τα μικρά.

Μας φαίνεται απίστευτο πώς ένας μικρός μονοκύτταρος οργανισμός μάς έχει καθηλώσει και σκόρπισε τον τρόμο σε ολόκληρη την υφήλιο. Ξαφνικά διαπιστώνουμε πως τα κεκτημένα μας είναι παντελώς άχρηστα και ανήμπορα να μας προστατεύσουν. Ούτε τα τείχη, ούτε τα αεροπλάνα, ούτε τα πλοία, ούτε τα όπλα μας μπορούν να πολεμήσουν τον «μικρό αόρατο εχθρό».

Ηττηθήκαμε κατά κράτος για μια ακόμα φορά. Όχι από έναν μεγάλο εχθρό που περιμέναμε ή κατασκευάσαμε. Ηττηθήκαμε από ένα μικρό, σχεδόν ασήμαντο για τα δικά μας δεδομένα κύτταρο που μας χτυπάει εκεί που είμαστε πραγματικά ανήμποροι. Στο σώμα μας που είναι είτε το θέλουμε είτε όχι κομμάτι του οικοσυστήματος.

Δεν ήρθε κανένας βάρβαρος με ελέφαντες και διαστημόπλοια για να μας κατακτήσει. Δεν ήρθε να μας πάρει κάτι που ούτως ή άλλως δεν μας ανήκει. Γιατί όλοι μας ζούμε σε μια ψευδαίσθηση ότι το χώμα που πατάμε είναι δικό μας επειδή επινοήσαμε ένα κουρελόχαρτο που ονομάζεται τίτλος ιδιοκτησίας. Γιατί ως μεγάλοι αλαζόνες θεωρούμε πως το νερό, ο αέρας, οι καρποί της Φύσης είναι δικά μας, ενώ στην πραγματικότητα μας τα προσφέρει απλόχερα και δωρεάν για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε. Ήρθε ένα μικρό γυμνό κύτταρο χωρίς όπλα, χρησιμοποιώντας μόνο το οικοσύστημα και τη μοναδική του λειτουργία να πολλαπλασιάζεται. Ένα μικρό ον της Φύσης.

Αυτή τη Φύση, που οφείλαμε να σεβαστούμε ως μητέρα, την κακοποιήσαμε με τον πιο χυδαίο τρόπο. Τη μολύναμε. Την κάψαμε. Την εκφυλίσαμε με τα βιολογικά πειράματα. Κι όμως ως στοργική μάνα τα έχει υποστεί όλα, παρότι κατά καιρούς έστειλε τα μηνύματά της για να μας συνετίσει.

Καμιά μάνα δεν θέλει τα παιδιά της να υποφέρουν. Αλλά παιδιά της δεν είναι μόνο τα κακομαθημένα ανθρωπάκια που νομίζουν ότι τους ανήκουν όλα. Παιδιά της είναι και τα ζώα. Παιδιά της είναι και τα ψάρια. Παιδιά της είναι και τα δέντρα που φυτρώνουν πάνω στο σώμα της. Γι’ αυτό αποφάσισε να τα προστατέψει από την αλαζονεία μας.

Κι όμως ακόμα και τώρα πιστεύουμε ότι η Φύση, η μάνα μας, θέλει να μας εξολοθρεύσει. Έτσι εκπαιδευτήκαμε. Δεν βάλαμε αυτόν τον εξελιγμένο εγκέφαλό μας στη διαδικασία να μάθει να μοιράζεται και να απολαμβάνει. Τα θέλουμε όλα δικά μας. Ακόμα και μεταξύ μας. Να έχουμε εμείς κι οι άλλοι δεν μας ενδιαφέρει αν θα έχουν. Γιατί αν είχαμε μάθει να μοιραζόμαστε θα είχαμε φτιάξει ένα σύστημα που όλοι θα είχαν πρόσβαση τόσο στους φυσικούς πόρους όσο και στη γνώση. Θα ξέραμε την πραγματική αξία των πραγμάτων και όχι το κόστος σε κουρελόχαρτα.

Ακόμα και τώρα αρνούμαστε να πάρουμε το μήνυμα. Προσπαθούμε να κοστολογήσουμε την καταστροφή με αριθμούς και σύμβολα. Να σχεδιάσουμε την επόμενη μέρα. Να προβλέψουμε πώς θα μαζέψουμε τον πλούτο που χάθηκε τις μέρες που η Φύση μάς έκλεισε στα σπίτια μας για να θυμηθούμε όσα λησμονήσαμε. Από πού ερχόμαστε, πού βρισκόμαστε και τι είναι πραγματικά αυτό που αξίζει.

Ακόμα και τον Θεό προσπαθούμε να τον φέρουμε στα μέτρα μας. Τον φανταζόμαστε μεγάλο και πανίσχυρο. Κάτι που δε μπορεί να χωρέσει στα μέτρα μας. Κάτι ασαφές και μεταφυσικό. Ιδιοκτήτη Παραδείσων και πολεμιστή των δαιμόνων που θέλουν να μας πάρουν τις ψυχές και να τρέφονται απ’ αυτές.

Μπορεί όμως ο Θεός να είναι ένα κύτταρο. Ένα τόσο δα μικρό κύτταρο που άλλοτε γεννά τη ζωή κι άλλοτε την παίρνει. Κι όμως εμείς επιμένουμε να τον ψάχνουμε στα μεγάλα. Ποτέ δεν αξιολογήσαμε τη σημασία των μικρών. Γιατί πιστεύουμε ότι οι μικροί δεν είναι ικανοί για τα μεγάλα. Αλλά για μια ακόμα φορά κάναμε λάθος...