Ο «έρωτας», είναι μια λέξη που επαναλαμβάνει με έμφαση, σ’ αυτή τη συνέντευξη, ο γνωστός δημοσιογράφος-κριτικός κινηματογράφου της εφημερίδας «Τα Νέα» και συγγραφέας Παύλος Κάγιος, μιλώντας για το τελευταίο του βιβλίο «Και με κλειστά μάτια θα βλέπω», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη και παρουσιάζεται αύριο και στη Ρόδο.

«Όλα παρέρχονται αλλά η αγάπη των ανθρώπων μένει». Αυτή η φράση, απ’ όλες όσες είπε, είναι αυτή που επέλεξα ως την πιο περιγραφική για το τι…μένει στον αναγνώστη από το βιβλίο. Ίσως είναι και ο τρόπος που την είπε, τόσο απόλυτος, σαν να μην επιδέχεται αμφισβήτησης, σαν να αποτελεί ένα νόμο που διέπει τις ζωές των ανθρώπων, τόσο ισχυρό και τόσο «υπεράνω» επιβαλλόμενο που κανείς δεν μπορεί να απαρνηθεί. Και πως θα μπορούσε να πιστεύει κάτι άλλο όταν, όπως προκύπτει και από αυτή τη συνέντευξη, έχει γαλουχηθεί μ’ αυτό από τα μικράτα του, με το πιο “ζωντανό” παράδειγμα: Την ιστορία των γονιών του.

Το νέο βιβλίο του Παύλου Κάγιου είναι αφιερωμένο στους γονείς του και με λακωνικό αλλά πολύ μεστό τρόπο μιλάει για το τι πραγματεύεται με τα παρακάτω λόγια:
«Ουσιαστικά, το βιβλίο αυτό, περιγράφει έναν κυνηγημένο έρωτα στη θύελλα κοινωνικοπολιτικών γεγονότων σε μία Ελλάδα ογδόντα πέντε χρόνων. Ο έρωτας και μόνο αυτός, πηγή της ιστορίας. Αυτό είναι το νόημα. Ο έρωτας πάνω από ιδεολογίες, από εθνικές καταβολές, από εθνικές διαφορές, από διαφορετικά πολιτικά πιστεύω. Όλα παρέρχονται αλλά η αγάπη των ανθρώπων μένει. Αυτό για μένα ήτανε η κινητήρια δύναμη στο να απλωθεί όλο αυτό το κουβάρι μιας ιστορίας ενός έρωτα».

Όπως ήταν φυσικό, εκτός από το βιβλίο, στη συνέντευξη τον ρωτήσαμε για τη Ρόδο, το ecofilms το οποίο “καλύπτει” δημοσιογραφικά αρκετά χρόνια, τον πολιτισμό σήμερα και, βέβαια, για το θέμα που ειδικεύεται, τον κινηματογράφο που είναι η δουλειά του αφού είναι κριτικός κινηματογράφου εδώ και πολλά χρόνια σε μία από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της χώρας…

-Πώς αποφασίσατε να γίνει παρουσίαση του βιβλίου σας και στη Ρόδο;
«Καταρχάς, γιατί είναι φιλόξενο το ecofilms και έγινε αποδεκτή η πρόταση να γίνει (σ.σ. η παρουσίαση) παράλληλα μέσα στις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ αλλά και επειδή υπάρχει ένας κόσμος που ενδιαφέρεται για τα πράγματα πολιτισμού και προβληματισμού γενικότερα πάνω στη ζώη-τι πιο εύκολο να έχω μία πρόσβαση και να τον πλησιάσω και να επικοινωνήσω μαζί του».

-Ειδικά στην περιφέρεια, που τα στερείται αυτά…
«Νομίζω ότι δεν είναι το ίδιο με την Αθήνα, ξέρετε που όλα γίνονται εδώ και κανένας δεν ενδιαφέρεται. Δηλαδή, πιστεύω ότι στην Περιφέρεια υπάρχει πάρα πολύς κόσμος που ενδιαφέρεται για να μάθει, να ακούσει για διάφορα πράγματα. Είτε αυτά είναι στο χώρο του βιβλίου, είτε του κινηματογράφου, είτε του θεάτρου».

-Για το βιβλίο: Απ’ ό, τι γνωρίζω, έχει έντονα βιογραφικά στοιχεία και φαίνεται ότι έχετε ένα “θέμα” με τη μνήμη, με τις ρίζες…
«Ξέρετε, είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα αγάπης. Διατρέχει μία Ελλάδα ογδόντα χρόνων, δηλαδή από το μισό περίπου του εικοστού αιώνα μέχρι σχεδόν τις μέρες μας, τις αρχές του 21ου και θα έλεγα ότι ένα γενικό συμπέρασμα είναι: Ο έρωτας πάνω από την ιστορία, ο έρωτας δύο κυνηγημένων ανθρώπων σε μία δίνη κοινωνικοπολιτικών γεγονότων, σε μία Ελλάδα 85 χρόνων. Όλα έρχονται και παρέρχονται αλλά η αγάπη μένει».

-Φαντάζομαι, όταν γράφατε το βιβλίο θα είχε έντονα το βιωματικό στοιχείο. Δηλαδή, γράφατε για μία ιστορία αγάπης σε μία ταραγμένη περίοδο ή είχατε στο μυαλό σας τα συγκεκριμένα πρόσωπα, τα δικά σας βιώματα που είχατε από παιδί, ίσως πως αυτό επηρέασε και τη δική σας ζωή;
«Κοιτάξτε, το ένα μπολιάζει το άλλο. Αυτά τα πράγματα που γράφω στο βιβλίο είναι ολόκληρη ζωή μέσα μου. Δηλαδή, μ’ αυτά έχω μεγαλώσει, μ’ αυτά έχω διαπαιδαγωγηθεί, μ’ αυτά έχω γαλουχηθεί, αυτά άκουγα ιστορίες από τους γονείς μου, από τους γύρω ανθρώπους, από τους συγγενείς.

Ας πούμε, έφθασε η στιγμή. Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός για να μπορέσουν να κατασταλάξουν μέσα μου. Θα το έλεγα είναι ένας φόρος τιμής στην πιο πονεμένη γενιά του 20ου αιώνα, στους ανθρώπους που ζήσανε τον πόλεμο και τον εμφύλιο και που σήμερα οι περισσότεροι από αυτούς φεύγουν από τη ζωή.

Χαίρομαι πάρα πολύ που, ήδη, το βιβλίο προχωράει στην τρίτη έκδοση. Είναι ένα δείγμα ότι δεν μένει ανεπίδοτο γράμμα, ότι διαφέρει…

-Αυτό πώς το ερμηνεύετε για μία εποχή όπως η σημερινή; Ότι, δηλαδή, μια τέτοια θεματολογία μπορεί να αγγίζει το ευρύ κοινό, την ίδια στιγμή, μάλιστα, που το βιβλίο φαίνεται να περνάει κρίση;
«Μπορεί να υπάρχει και να επηρεάζει και την αγορά του βιβλίου η κρίση, αλλά νομίζω ότι θα είναι από τους χώρους που θα επηρεαστεί λιγότερο γιατί το βιβλίο είναι μια μοναδική διαφυγή, με την καλή έννοια, από τα καθημερινά αβάσταχτα προβλήματα του κόσμου. Ο κόσμος δεν θα τσιγκουνευτεί να κόψει ένα βιβλίο το οποίο θα τον ταξιδέψει, θα του γεμίσει όνειρα το μυαλό του και τη ματιά του. Μ’ αυτή την έννοια θεωρώ ότι θα επηρεαστεί λιγότερο ο χώρος του βιβλίου σχετικά με άλλους τομείς της ελληνικής ζωής».

Όπως λέει, όταν το διάβαζε πριν το δώσει, αναρωτιόταν σε ποιον απευθύνεται, σήμερα που κανένας δεν ενδιαφέρεται για κανέναν, όλοι είναι για να βγάλουν περισσότερα χρήματα αλλά δεν πέρασε ένας χρόνος και ήρθαν τα πράγματα έτσι που να δείξουν ότι «η ουσία δεν είναι τόσο στα υλικά αγαθά όσο στην εσωτερική διαδρομή που κάνει ο καθένας, στις αξίες που έχει μέσα του».

«Ίσως, από μια μεριά, η κρίση αυτή η οικονομική, είναι μια ευκαιρία να εξανθρωπιστούμε», λέει και αυτό είναι ίσως από τα πιο αισιόδοξα σχόλια για την κρίση που έχουμε ακούσει εδώ και καιρό!

-Με την κρίση να μετακυλύεται στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, διαφαίνεται ότι ο πολιτισμός είναι «η πρώτη παράπλευρη απώλεια», σε μία εποχή που ίσως να τον έχουμε περισσότερο ανάγκη από ποτέ…
«Αν έχει το στοιχειώδες μυαλό η πολιτεία, θα δει ότι, έτσι κι αλλιώς, ο πολιτισμός σαν ποσό είναι πενταροδεκάρες σε σχέση με τον προϋπολογισμό του Κράτους και θα πρέπει να μην κάνει εκεί περικοπές, να μην κόψει εντελώς. Να κόψει μεγαλεπήβολες εκδηλώσεις αλλά να μην περιορίσει κάποιες, να μην κόψει το ecofilms. Μας έλεγε η διευθύντριά του ότι κοστίζει 200 χιλιάδες ευρώ, που είναι πολύ μικρό ποσό. Το περισσότερο είναι με δανεικά κι αγύριστα. Δηλαδή, θα πρέπει και η Τ.Α. και η πολιτεία, να προσέξουν πολύ αυτό το θέμα γιατί ο πολιτισμός δεν στοιχίζει πολλά αλλά διαφημίζει πάρα πολύ τη χώρα και βοηθάει κι εμάς τους ίδιους να νιώσουμε πιο καλά. Δηλαδή, να μην έχουμε μόνο την τηλεόραση ως διαφυγή, που είναι μία φρίκη.

Για το ecofilms: «Μια πάρα πολύ σημαντική περιφερειακή εκδήλωση, η οποία έχει και το μοναδικό προνόμιο να προβάλει ταινίες που έχουν να κάνουν με τον πολιτισμό και τον αγώνα των ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη για ένα καλύτερο αύριο. Είτε είναι κοινωνικό, είτε είναι πολιτικό είτε είναι οικονομικό, είτε είναι προσωπικό, είτε είναι καλλιτεχνικό. Δηλαδή, σε ομάδες, σε προσωπικές ιστορίες ανθρώπων, βλέπεις ότι όλη η γη είναι ένα παγκόσμιο χωριό. Είναι καλό, χρειάζονται φεστιβάλ σαν το ecofilms».

-Για το σινεμά σήμερα…
«Να πηγαίνεις κάπου και να ευχαριστιέσαι. Αυτό έχει σημασία…Για μένα ο κινηματογράφος, ήτανε πάντα ο κινηματογράφος των μικρών προδιαγραφών, των μικρών παραγωγών. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και μεγάλες παραγωγές που είναι πολύ σπουδαίες ταινίες. Αλλά, περισσότερο αυτό το βρίσκω στο συναίσθημα, στην ανάλυση των χαρακτήρων, στη διείσδυση στα κοινωνικά και τα προσωπικά προβλήματα. Δηλαδή, αυτό είναι το σινεμά που εγώ αγαπάω περισσότερο και βρίσκω πράγματα που με αγγίζουν εμένα προσωπικά περισσότερο σαν άνθρωπο».

H εκδήλωση
Το βιβλίο του Παύλου Θ. Κάγιου, παρουσιάζεται αύριο, Παρασκευή, 25 Ιουνίου στις 19.30, στο Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου (Αντιπλοιάρχου Λάσκου 10Α). Στην παρουσίαση για το βιβλίο και τον συγγραφέα θα μιλήσει η σκηνοθέτις Λουκία Ρικάκη και αποσπάσματα θα διαβάσει η ερασιτέχνις ηθοποιός Βασιλική Γεωργικοπούλου.

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα προβληθεί μικρού μήκους φιλμ με ιστορικά γεγονότα και αποσπάσματα από ταινίες του ελληνικού και παγκόσμιου κινηματογράφου που διατρέχουν το βιβλίο. Η σκηνοθετική επιμέλεια είναι του Μάνου Ευστρατιάδη.