«...ό,τι, όμως, δεν κατόρθωσαν οι ʼγγλοι δι’ εμέ, δηλαδή, να με διώξουν από τη Ρόδο, το πέτυχα εγώ δι’ αυτούς. Θα ενθυμείσθε, φίλε κύριε Γαβριήλ, το ρωσικόν ατμόπλοιον που ήλθε με ζαχάρεις, ολίγον προ της παραιτήσεώς μου. Εν τω πληρώματι υπήρχον και δύο Έλληνες εξ Οδησσού, οι οποίοι εκκλησιάσθησαν εις την Μητρόπολιν, όπου ελειτούργουν.

Μετά την λειτουργίαν ήλθον πλησίον μου και έμειναν περί την ημίσειαν ώραν, καθ’ ήν διεφωτίσθησαν περί των προθέσεων των ʼγγλων και αναλόγως διεφώτισαν την πλοίαρχόν των, ήτις ήτο μέλος του Πολιτμπυρώ της Σοβιετικής Ενώσεως...».

Και καταλήγει ο Μητροπολίτης Απόστολος Τρύφωνος: «αυτά είχον να γράψω περί των προθέσεων των ʼγγλων δια την φιλτάτην μου Ρόδον και εν γένει περί των καθ’ ημάς».

(Από την επιστολή του Μητροπολίτη Αποστόλου Τρύφωνος προς τον Γαβριήλ Μίσιο)

Ο Ρόδιος δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής Κώστας Τσαλαχούρης, πρόσθεσε πρόσφατα στο ενεργητικό του την παρουσίαση δύο ιστορικών ντοκουμέντων της σύγχρονης δωδεκανησιακής ιστορίας, τα οποία σχολίασε εκτενώς στα φύλλα της «Ροδιακής», της 26 και 27-10-2010.

Πρόκειται για δύο επιστολές του αοίδιμου Μητροπολίτη Ρόδου, (1913-1946), Αποστόλου Τρύφωνος: η μία γραμμένη στις 10 Οκτωβρίου του 1957, ήτοι 47 ημέρες προ του θανάτου του -29/11/1957- και η δεύτερη στις 15 Νοεμβρίου 1951, στις οποίες ο Ιεράρχης: στη μεν πρώτη αναφέρεται στο ρόλο των ʼγγλων στη Ρόδο, (1945-1947), που ήλθαν σαν ελευθερωτές και στην άλλη, γιατί δεν δέχθηκε το 1951 τη θέση του Συνοδικού στην Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, που επί τετραετία 1909-1913, διετέλεσε Αρχιγραμματέας, όπου κατά γενική διαπίστωση άφησε εποχή.

Όταν, δε, το 1913 κενώθηκε η έδρα της Μητρόπολης Ρόδου, κατά ομολογία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου: «...η Αγία του Χριστού Εκκλησία προβλέποντας το μέλλον και τις δύσκολες συγκυρίες που θα δημιουργούσε η ιταλική κατοχή, απέστειλεν, ως Μητροπολίτην Ρόδου το εκλεκτόν αυτής τέκνον, τον εκ Θράκης καταγόμενον και Αρχιγραμματέα αυτής, τον Απόστολον Τρύφωνος, όστις σθεναρώς ηγωνίσθη εν τη νήσω προς απόκρουσιν των ύπουλων προσπαθειών απορθοδοξισμού και αφελληνισμού της νήσου...».

Η πρώτη επιστολή του 1957, απευθύνεται στο μακαρίτη Γαβριήλ Μίσιο, παράγοντα της ροδιακής κοινωνίας. Είναι αυτός που, εκτός των άλλων, ίδρυσε το 1924 το Γυμναστικό Σύλλογο Δωριέα. Να σημειωθεί, επίσης ότι ο Γαβριήλ Μίσιος την εποχή που ήταν κυβερνήτης στα Δωδεκάνησα ο περιβόητος φασίστας Ντε Βέκκι, ξορίστηκε το Μάιο του 1940 στην Τήλο, προφανώς για αντιταλική στάση.

Όπως προκύπτει από το όλο πνεύμα της επιστολής του Μητροπολίτη, ο μακαρίτης Γαβριήλ Μίσιος θα συνδεόταν με τον Τρύφωνος, καθόσον ο πρώτος δια μακρόν του εξιστορεί τις επεμβάσεις του για να σωθούν από το εκτελεστικό απόσπασμα πολλοί Ρόδιοι καταδικασθέντες από τους Γερμανούς-Ναζί, τα της άφιξης των τροφίμων του Ερυθρού Σταυρού κατά την εφιαλτική περίοδο της λιμοκτονίας αρχές του 1945, πώς σώθηκαν με την επέμβασή του τα δημόσια κτήρια της Ρόδου κ.ά., καθώς και την αντίθεσή του με τους ʼγγλους, καθόσον οι Δωδεκανήσιοι άρχισαν, πολύ σύντομα, να υποπτεύονται, τους ύπουλους σκοπούς που είχαν οι τότε Σύμμαχοί μας για τη Ρόδο ειδικότερα.

Διέβλεπε, δε, ο Απόστολος Τρύφωνος, πως «οι σωτήρες μας» είχαν βάλει σαν σκοπό τους να επιτύχουν την παραμονή τους στα Δωδεκάνησα, ενεργούντες κατά τη διαχρονική αγγλική τακτική του «διαίρει και βασίλευε». Έτσι, μεθοδικά και ύπουλα προσπαθούσαν να δημιουργήσουν ένα καθεστώς όμοιο με της Κύπρου.

Σε κάποια, μάλιστα, συζήτηση επί του προκειμένου με παράγοντες της Ρόδου, τον Ιανουάριο του 1946, ο Ιεράρχης καθόρισε ευθαρσώς τη θέση του: «...τότε εγώ αστειοσοβαρευόμενος είπον ότι, εάν τους ίδω να καλοκαθίζουσι, (τους ʼγγλους), θα ενθυμηθώ και πάλιν τον Απόστολον του 1919...». (Απομνημονεύματα Μητροπολίτου Ρόδου, τόμος Β’, σελ. 108. Αθήναι 1947).

***

Ο Κώστας Τσαλαχούρης, στην αρχή του δεύτερου μέρους του άρθρου του, «Η Ροδιακή» 27-10-2010, γράφει μεταξύ των άλλων: «...Για την ιστορία, ένα από τα λάθη του Μητροπολίτη ήταν ο διορισμός, ως γενικού γραμματέα της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου του δημοσιογράφου Β. Μαλατάκη, ο οποίος έφτασε στη Ρόδο, σχεδόν, ταυτόχρονα με την άφιξη των Βρετανών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι υπήρξε άνθρωπός τους. Σχετικά είχε ειδοποιήσει τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες από την περιοχή της Αδριανουπόλεως, όπου δρούσε, ο Καρπάθιος πράκτορας Γεωργιάδης Αλέκος, επικεφαλής των αμερικανικών υπηρεσιών, από το 1944. Και όπως ήλθε στη Ρόδο, έτσι από το πουθενά, με τον ίδιο τρόπο έφυγε, όταν η Βρετανική Διοίκηση εγκατέλειψε τα Δωδεκάνησα. Γιατί τον δέχτηκε ο Μητροπολίτης σ’ αυτή τη θέση; Ίσως δε θα το μάθουμε ποτέ...».

Έχουμε την άποψη-χωρίς να γνωρίζω προσωπικά τον προαναφερθέντα Β. Μαλατάκη, ότι επί του προκειμένου δεν πρέπει να είναι επαρκώς ενημερωμένος ο αγαπητός Κώστας Τσαλαχούρης. Πού, όμως, στηρίζω την άποψή μου αυτή;

Όταν τον Μάιο του 1946, κατά τρόπο αψυχολόγητο και επιπόλαιο, με τις «ευλογίες» της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής, με αρχηγό τον Χρήστο Τσιγάντε και πρωτοστάτη τον τότε Πρωτοσύγκελλον Απόστολο Παπαϊωάννου εκδηλώθηκε από τον Ιερό Κλήρο της Ρόδου η «ανταρσία» ανυπακοής στο Μητροπολίτη, η ροδιακή κοινωνία, στη μεγάλη πλειοψηφία της, εκδηλώθηκε εναντίον του άστοχου κινήματος: σιωπηρά μεν, αλλά περιφρονητικά για τους συμμετέχοντες σε αυτό. Επιπλέον, όμως, και οι παρασυρθέντες «ευκολόπιστοι» Ιερωμένοι άρχισαν ο ένας μετά τον άλλο να μετανοούν και να αποδοκιμάζουν αυτούς που τούς παρέσυραν· έσπευδαν, δε, και ζητούσαν συγχώρηση από τον κανονικά αναγνωρισμένο από το Πατριαρχείο Μητροπολίτη τους.

Επί του σημείου τούτου, την ίδια χρονική περίοδο, αναφορικά με τα όσα εκθέτει ο Κώστας Τσαλαχούρης για τον Β. Μαλατάκη, ο Μητροπολίτης Απόστολος Τρύφωνος στα Απομνημονεύματά του που εκδόθηκαν και κυκλοφόρησαν το 1947, στις σελίδες 165 και 166, Β’ Τόμος, αναφέρει μεταξύ των άλλων: «...Πλην των Ιερέων, όμως, και αι Κοινότητες ήρχισαν να διαμαρτύρονται και προς εμέ και προς τα Πατριαρχεία δια τηλεγραφημάτων, ως αντίγραφα κατέθετον εις το Γραφείον της Μητροπόλεως.

«Τη λαϊκήν ταύτην κίνησιν πληροφορηθείσα η Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή διενήργησε διά της αγγλικής διοικήσεως την απέλασιν του προσωρινώς διορισθέντος νέου γραμματέως μου, Β. Μαλατάκη. Όταν, δε, ο νέος αυτός απετάνθη εις την Ελληνικήν Στρατιωτικήν Αποστολήν ζητών, (ως Έλλην εκ Κρήτης), την προστασίαν αυτής, δεν ώκνησαν (σ.σ. δε βαρέθηκαν) ως αντάλλαγμα... τι νομίζετε: να υπογράψη έγγραφον, ότι ο Μητροπολίτης τον απέστειλεν εις τα χωρία και εις τας άλλας νήσους να προπαγανδίσει υπέρ αυτονομίας των νήσων υπό την αγγλικήν προστασίαν!!!

Έφριξεν ο άνθρωπος και απήντησεν αξιοπρεπέστατα: «Είμαι πολύ μικρός, ώστε να διαπράξω μίαν τόσον μεγάλην ατιμίαν. Προτιμώ μυρίας εξορίας, παρά την διάπραξιν ενός τόσον βλεδυρού ανοσιουργήματος». Μετ’ ολίγον απηλαύνετο, αφού προφορικώς τε και εγγράφως, έκαμεν εις εμέ την ως άνω κατάθεσίν του».

Εκ των προαναφερθέντων πραγματικών και αναμφισβήτητων γεγονότων σαφέστατα συμπεραίνεται, ότι ο Β. Μαλατάκης, Έλληνας από τη Μεγαλόνησο Κρήτη, δεν ήταν άνθρωπος των ʼγγλων και κακώς τού προσάπτεται η βαριά αυτή κατηγορία, τουλάχιστον για όσο διάστημα βρισκόταν στη Ρόδο.

Επιπλέον, προς Θεού!, έτσι βεβιασμένα και ατεκμηρίωτα να χαρακτηρίζουμε ως ιστορικό λάθος τη χρησιμοποίηση του Β. Μαλατάκη από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Ρόδου, ως απλού γραφιά-γραμματέα για ένα διάστημα λιγότερο του ενός μηνός· ενός ανθρώπου μορφωμένου, ο οποίος βρισκόμενος εδώ, μακριά από την ιδιαίτερη πατρίδα του, την ηρωική Κρήτη, και είχε ανάγκη εργασίας για να επιβιώσει.

Γιατί, η υπηρεσία που πρόσφερε ως γραφιάς και όχι ως γενικός γραμματέας, όπως εσφαλμένα αναφέρεται-καθόσον, μετά τον βομβαρδισμό της οικίας του Μητροπολίτη Ρόδου το 1944 στη συνοικία «Μητρόπολη», δεν υπήρχε Μητροπολιτικό Γραφείο και η κατάσταση εξοικονομούταν σ’ ένα δωμάτιο της οικίας του Μητροπολίτη, που βρισκόταν στην περιοχή μεταξύ Ιαλυσού και Κρεμαστής.

Έτσι, η υπηρεσία που πρόσφερε στο Μητροπολίτη ο Β. Μαλατάκης περιορίζεται στο βραχύ χρονικό διάστημα από την εκδήλωση της ανταρσίας του Κλήρου της Ρόδου μέχρι της οικειοθελούς παραίτησης του Τρύφωνος-17 Μαΐου μέχρι 8 Ιουνίου 1946. Προηγούμενα για πολλά χρόνια, γραμματέας στη Μητρόπολη ήταν ο Μιχάλης Αλμυράς, ο οποίος απολύθηκε από το Μητροπολίτη, λόγω συμμετοχής και αυτού στην ακατανόητη «ανταρσία».

Να σημειωθεί, ότι τόσο ο πρωτοστατήσας Πρωτοσύγκελλος Απόστολος Παπαϊωάννου, όσο και ο Μιχάλης Αλμυράς μετενόησαν και αυτοί για την ενέργειά τους αυτή και εκλιπαρώντας ζήτησαν προφορικά και γραπτά συγχώρηση από του Τρύφωνος. Ο Πρωτοσύγκελλος, μάλιστα, στην επιστολή του, εκτός της μετάνοιας, καυτηριάζει αυτούς που τον παρακίνησαν στην αντικανονική αυτή του ενέργεια, των οποίων, όπως γράφει, «η αντικληρικόφρων βολή ευστοχήσασα ημάς ενέκρωσε. Κρινάτω αυτούς ο Θεός». (Τόμος Β’. Απομνημονευμάτων Τρύφωνος, σελ. 174, όπου παρατίθεται ολόκληρη η επιστολή μετανοίας).

Τέλος, ως προς εκείνο που αναφέρεται στην ανάπτυξη του Κ. Τσαλαχούρη, ότι ο Β. Μαλατάκης έφυγε από τη Ρόδο, όταν η Βρετανική Διοίκηση εγκατέλειψε τα Δωδεκάνησα δεν ευσταθεί, καθόσον ο περί ου ο λόγος, μετά την 20ήμερη περίπου υπηρεσία του στον Μητροπολίτη έφυγε από το νησί, ήτοι πριν 10 μήνες περίπου, από τότε που οι ʼγγλοι παρέδωσαν τη διοίκηση στον πρώτο Έλληνα στρατιωτικό διοικητή Δωδεκανήσου Αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη, (31-3-1947).
{--page-break--}




«…Από άλλη ιδιωτική συλλογή «αλιεύουμε» μια επιστολή - ντοκουμέντο του Μητροπολίτη Αποστόλου Τρύφωνος, γραμμένη στις 15 Νοεμβρίου 1951, λίγες μέρες, μετά το διορισμό του στη Μητρόπολη Αμασείας.

Εδώ μας αποκαλύπτει γιατί αρνήθηκε τη θέση του Συνοδικού στα 74 του χρόνια αλλά πλέον είναι μακράν των κέντρων αποφάσεων. Η παραμονή, εξαετής ήδη, στο ερημητήριό του στα Τριάντα γίνεται καταλύτης. Και ο ίδιος περιμένει, όπως το γράφει, το άνοιγμα των Αρχείων και άλλων πρωτογενών πηγών.

Δυστυχώς, από την έρευνα που έγινε σε άκρως απόρρητα αρχεία ειδικά σε αυτά των ιταλικών Μυστικών Υπηρεσιών, ο προσωπικός φάκελος του Σεβασμιωτάτου δε βρέθηκε.

Είναι γεγονός, ότι από την ημέρα της Απελευθερώσεως είδαν το φως πολλά έγγραφα προερχόμενα από τα εν λόγω Αρχεία-υπάρχουν δημοσιεύσεις από το 1948- και προσωπικοί φάκελοι πρωταγωνιστών της Ιταλοκρατίας.

Ίσως μια μέρα...».
Κ. Τσαλαχούρης. Σελίδες της πρόσφατης ιστορίας μας.
«Η Ροδιακή» 26, 27-10-2010

Β’ μέρος-τελευταίο
Με την οικειοθελή παραίτησή του, ο Απόστολος Τρύφωνος πήρε στις 8 Ιουνίου 1946 το παρακάτω τηλεγράφημα από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Μάξιμο:

«Εξ αποφάσεως εκφράζομεν ενθέρμους ευχαριστίας επί τη επιδειχθείση από μέρους της αγαπητής Υμετέρας Ιερότητος καθ’ άπασαν την 45ετή Διακονίαν Αυτής αγάπην και αφοσιώσει προς την Μητέρα Εκκλησίαν και ταις προς Αυτήν μακραίς και δοκίμους υπηρεσίας».

Έτσι, έκτοτε ο Τρύφωνος παρέμεινε εφησυχάζων στην αγαπημένη του, καθώς ανέφερε τακτικά, Ρόδο, ως πρώην Ρόδου.

Με την παραίτηση του Αποστόλου Τρύφωνος ονομάστηκε Πατριαρχικός Έξαρχος πάσης Δωδεκανήσου ο Μητροπολίτης Έδεσσας Παντελεήμων, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα στις 13 Αυγούστου.

Τον Ιανουάριο του 1947, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξέλεξε Μητροπολίτη Ρόδου τον από Αυστραλίας Τιμόθεο Ευαγγελινίδη. Για, δε, τη Μητρόπολη Κω εκλέκτηκε ο Αρχιμανδρίτης Εμμανουήλ Καρπάθιος από τη Νίσυρο.

Ωστόσο, με τον επισυμβάντα θάνατο του Μητροπολίτη Τιμόθεου Ευαγγελινίδη το 1949, ο δήμος και οι κοινότητες Ρόδου, καθώς επίσης και τα προεδρεία των επαγγελματικών και λοιπών οργανώσεων, με τηλεγραφήματα και παραστάσεις, ζητούσαν από το Πατριαρχείο να αποκατασταθεί στη Μητρόπολη Ρόδου ο αδικηθείς Τρύφωνος.

Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, γνωρίζοντας τον Απόστολο Τρύφωνος από κοινή προϋπηρεσία τους στο Πατριαρχείο και μη ανεχόμενος την αδικία, με ομόφωνη απόφαση της Ιεράς Συνόδου, αποκατέστησε πλήρως τον Τρύφωνος το 1951 ως Μητροπολίτης Αμασείας, τίτλο που διετήρησε μέχρι το θάνατό του.

Ήταν τόσο διάχυτη η πεποίθηση στους πατριαρχικούς κύκλους η αδικία που δοκίμασε ο Τρύφωνος εκ της παραίτησής του από τη Μητρόπολη Ρόδου, ώστε με την εκλογή του ως Αμασείας, τού προτάθηκε να είναι και Συνοδικός, μέλος της Ιεράς Συνόδου, αλλά δε δέχθηκε, λόγω και της προχωρημένης, πλέον, ηλικίας του.

Μητροπολίτης Ρόδου, μετά το θάνατο του Τιμόθεου, τοποθετήθηκε ο μακαριστός Σπυρίδων, ο οποίος επισκεπτόταν τακτικά τον Τρύφωνος και ζητούσε τη γνώμη του για θέματα που ανέκυπταν.
***

Η δεύτερη επιστολή του Μητροπολίτη Τρύφωνος την οποία «αλίευσε», όπως παραστατικά γράφει ο Κ. Τσαλαχούρης, από ιδιωτική συλλογή, φέρει ημερομηνία 15 Νοεμβρίου 1951 και αποδέκτη τον πρόεδρο της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Αρχαγγέλου Οικονόμο Παπακωνσταντή, τον οποίο ευχαριστεί για τα συγχαρητήριά του για την προαγωγή του στη Μητρόπολη Αμασείας, η οποία, κατά το Συνταγμάτιον, ήταν τουλάχιστον τότε, ανώτερη της Ρόδου.

Παρά ταύτα, ο Τρύφωνος με την ευκαιρία που τού έδωσε η Εκκλησιαστική Επιτροπή Αρχαγγέλου, αφήνει να ξεχειλίσει το παράπονό του, γράφοντας, μεταξύ των άλλων:

«...Καίτοι, ουσιαστικώς δεν ωφελεί ηθικώς, όμως, με ικανοποιεί (σ.σ. η ψήφισή του ως Αμασείας), κατά τοσούτο μάλλον, καθόσον γίνεται τη υποδείξει και συγκαταθέσει και της Ελληνικής Κυβερνήσεως, ήτις είχε μέχρι τούδε την πρωτοβουλίαν της καταδιώξεώς μου...».

Πράγματι, το 1946 η Ελληνική Κυβέρνηση, με την επίμονη προτροπή μερίδας Ροδίων, που αντιστρατεύονταν τον Τρύφωνος, με την αιτιολογία ότι επί ιταλικής κατοχής ευνοούσε την Αυτοκεφαλαιοποίηση της Εκκλησίας της Δωδεκανήσου, ζητούσε διαχρονικά την παραίτησή του από τη Μητρόπολη Ρόδου.

Το Πατριαρχείο, όμως, δεν ήταν σύμφωνο με τη μομφή που τού απέδιδαν οι εξωεκκλησιαστικοί κύκλοι• και αυτό τό διεμήνυε εξακολουθητικά προς κάθε κατεύθυνση.

Ο Πατριάρχης Μάξιμος επί Πατριαρχίας του οποίου διαδραματίστηκαν εντονότερο το 1946 τα γεγονότα εναντίον του Μητρπολίτη Τρύφωνος, καθώς και ο προηγούμενος Πατριάρχης Βενιαμίν, υπεραμύνονταν του Αποστόλου και επαναλάμβαναν σε όσους επενέβαιναν, ότι:

«οι Αρχιερείς διορίζονται και παύονται βάσει ορισμένων Ιερών Κανόνων. Κατά του Τρύφωνος δεν εκκρεμεί κατηγορία. Επομένως, το Πατριαρχείο αδυνατεί να ικανοποιήσει την απαίτηση, έστω και του υπουργείου των Εξωτερικών, ως μη στηριζόμενη επί των Ιερών Κανόνων».

Ωστόσο, οι λίγοι Ρόδιοι παράγοντες, ιδίως του εξωτερικού, με την επιμονή τους κατόρθωσαν να επιβάλουν τον Ιούνιο του 1946, την οικειοθελή παραίτηση του Τρύφωνος. Έκτοτε, ήλθαν στο φως της δημοσιότητας πολλά ντοκουμέντα της ιταλικής κατοχικής περιόδου, που δικαιώνουν τον Τρύφωνος, ωστόσο Εκείνος έφυγε με το παράπονο και περίμενε εναγώνια, όπως γράφει, « το άνοιγμα των Αρχείων και άλλων πρωτογενών πηγών».

Εξάλλου, και ο ιστορικός ερευνητής Κ. Τσαλαχούρης, συμφωνεί και αυτός και τονίζει πως «...από την έρευνα που έγινε σε άκρως απόρρητα αρχεία και ειδικά σε αυτά των ιταλικών Μυστικών Υπηρεσιών, ο προσωπικός φάκελος του Μητροπολίτη Αποστόλου Τρύφωνος δεν βρέθηκε...».

Εν τω μεταξύ, άλλων παραγόντων της Ρόδου, που διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο κατά την κρίσιμη 33ετή ιταλική κατοχή, τέτοιοι φάκελοι με στοιχεία είδαν το φως της δημοσιότητας. 

Και διερωτάται κανείς: Μήπως, ο φάκελος «Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος», εάν περιείχε τέτοια στοιχεία υπέρ του περιήλθε στα χέρια των άσπονδων διωκτών του και καταστράφηκαν από αυτούς; ή μήπως, εξάλλου, όσα κατά διαστήματα παρουσίασαν οι ίδιοι των παραπάνω διωκτών του είναι πλαστά, όπως εν ζωή ενυπόγραφα καταγγέλλει στα Απομνημονεύματά του ο Τρύφωνος, γράφοντας:

«...Όσον αφορά τους άχρι τούδε ασπόνδους διώκτας μου, πέποιθα ότι η μελέτη του πονήματος τούτου θα τούς πείση, ότι όλα τα μισόλογα και τα υπονοούμενα, τα οποία προσεπάθησαν να στηρίξουσιν εις τας δήθεν προδοτικάς επιστολάς μου, δεν ήσαν ειμή καθαραί φαντασιοπληξίαι, άσχετοι προς την πραγματικότητα, ότι αι επιστολαί αυταί, δι’ όσους γινώσκουσιν α αναγιγνώσκουσιν κάθε άλλο είναι ή προδοτικαί (εννοείται αν γνήσιαι και όχι αι κατόπιν φαμπρικαρισθείσαι εις γνωστήν φάμπρικα), και ότι, εάν ήμην ικανός να βλάψω το ποίμνιόν μου ή το Έθνος μου, θα ήρκει μόνον να μη προβώ εις ορισμένας ενεργείας, εις ας δεν προέβησαν ούτε οι άλλοι συνάδελφοί μου της Δωδεκανήσου και του Ελεύθερου Κράτους κατά το διάστημα της ξένης κατοχής, χωρίς δια τούτο να επικριθώσι...».

Ο Απόστολος Τρύφωνος απεβίωσε στις 29-11-1957 και η κηδεία ήταν πάνδημη. Ο Μητροπολίτης Σπυρίδων, κατά την εξόδιον Ακολουθία, εξήρε την προσωπικότητα και το έργο που επιτέλεσε ο Τρύφωνος στις κρίσιμες περιστάσεις, που ήταν επικεφαλής της Εκκλησίας της επαρχίας Ρόδου.

Ο δε Πατριάρχης Αθηναγόρας, έστειλε στη Μητρόπολη και τους οικείους του το παρακάτω συλλυπητήριο τηλεγράφημα: «Κατώδυνοι πληροφορηθέντες εκδήμησιν προσφιλούς ημών Αδελφού Μητροπολίτου Αμασείας Αποστόλου, ευχόμεθα ανάπαυσιν μακαρίας ψυχής αυτού».

Ο Τρύφωνος, παρέδωσε το πνεύμα στον Πλάστη ήρεμα, οι δε οικείοι του, που βρίσκονταν στο πλευρό του, δεν αντελήφθηκαν το παραμικρό και νόμιζαν πως κοιμόταν.

* Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας