Αφιέρωμα στη μνήμη του 19 χρόνια από την κοίμησή του Συμπληρώνονται ακριβώς σήμερα 29 Απριλίου 2007 δέκα εννιά χρόνια από την κοίμηση του μακαριστού Μητροπολίτη Ρόδου Σπυρίδωνα του Συνοδινού. Δηλαδή τα μισά ακριβώς χρόνια από τα 38 ευκλεούς ποιμαντορίας του στη Ρόδο. Είμαι πνευματικό του παιδί και η τελευταία του χειροτονία, γι’ αυτό θέλω να κάνω τη δική μου κατάθεση ψυχής, στην ιερή του μνήμη. Αυτό το οδοιπορικό, δημιουργεί στους νεώτερους την ευκαιρία να μάθουν για τον μακαριστό μητροπολίτη Ρόδου Σπυρίδωνα, ενώ για τους παλαιότερους μια γλυκειά θύμηση και ανάμνηση της ιερής σκιάς του. Ο κατά κόσμον Σπυρίδων Συνοδινός του Ευάγγελου Συνοδινού και της Μαρίας Μάνεση γεννήθηκε το 1907 στο Ληξούρι Κεφαλλονιάς από αρχοντική οικογένεια. Είχε έναν μικρότερο αδελφό, τον Άγγελο Γεράσιμο κατά 10 χρόνια νεώτερό του και δικηγόρο στο επάγγελμα. Η μητέρα τους πεθαίνει πολύ νέα και ο πατέρας τους πήρε την Κλεάνθη Κομητοπούλου, όπου τους αγάπησε και τους ανέθρεψε σαν πραγματική τους μητέρα. Πέθανε σε μεγάλη ηλικία το 1972 και είναι ενταφιασμένη στον Άγιο Δημήτριο Ρόδου. Ο Σπυρίδωνας από μικρό παιδί είχε λατρεία στην Εκκλησία. Τελειώνει με άριστα το γυμνάσιο της Κεφαλλονιάς αφού υπηρετεί στο ναό της ενορίας του τον ευλαβή ιερέα Σπυρίδωνα Βλάχο. Με εξετάσεις εισάγεται στην Αγροτική Τράπεζα Κεφαλλονιάς, όπου εργάζεται για δύο χρόνια συγχρόνως μελετώντας για την εισαγωγή του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου με άριστα τελειώνει το 1933. Ευτύχησε να τον αναλάβει ο συμπατριώτης του καθηγητής και πρύτανης της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Αιμίλιος Αλιβιζάτος. Λάτρευε τον μακαριστό Σπυρίδωνα γι’ αυτό και τον προώθησε μέχρι τα ανώτερα αξιώματα της ιεραρχίας. Το 1933 λαμβάνει το σχήμα του μοναχού στις 15 Αυγούστου από τον Μακαριστό Μητροπολίτη Ηλείας Αντώνιο, στη μονή Άνω Δίβρης Ηλιείας. Ο Ηλείας Αντώνιος λάτρευε τον μακαριστό Ρόδου Σπυρίδωνα. Στις 16 Αυγούστου του 1933 γίνεται διάκονος με το όνομα Σπυρίδων, αυτό του Σωφρονίου, που πήρε σαν μοναχός και υπηρετεί σαν διάκονος του Πανεπιστημιακού ναού της Καπνικαρέας των Εισοδίων της Θεοτόκου με πολλή επιτυχία. Στις 21 Νοεμβρίου του 1938 χειροτονείται Αρχιμανδρίτης και προϊστάμενος του ναού της Καπνικαρέας, όπου εκεί γνωρίζεται και με τον λατρεμένο συνεργάτη του και αξέχαστο πρωτοσύγκελλο Αλέξανδρο Θεοδωρακόπουλο. Έχει διοριστεί σαν γραμματέας της Ιεράς Συνόδου με πρόεδρο τον τότε Θεσσαλονίκης Γεννάδιο Αλεξιάδη. Ο Γεννάδιος του προτείνει για βοηθό του στη Θεσσαλονίκη εκτιμώντας τις χαρισματικές ικανότητες του Σπυρίδωνα, όπου στις 18 Νοεμβρίου του 1945 χειροτονείται επίσκοπος με τον τίτλο Απαμείας, στο ναό του Πανάγιου Τάφου, των Αγίων Αναργύρων στην Πλάκα, από χιλιάδες πιστούς και δεκάδες μητροπολίτες και κληρικούς. Από το 1945 μέχρι τον Απρίλιο του 1951 ο Σπυρίδωνας έδωσε την ψυχή του στη συμπρωτεύουσα. Μέχρι σήμερα μνημονεύεται τακτά το όνομά του και υπάρχει σε μαρμάρινη πλάκα το όνομά του και η φωτογραφία του, γιατί χάρη σε εκείνον ο ερειπωμένος από τις φοβερές πυρκαγιές του 1912 πολιούχος Άγιος Δημήτριος, φτιάχθηκε αυτό το κομψοτέχνημα του ναού του που υπάρχει μέχρι σήμερα. Δούλεψε σκληρά, με την Φανέλα του Στρατιώτου, πήγαινε σε φυλακές και ιδρύματα και κατόρθωσε το 1949 να κάνει μοναδικά στην ιστορία της Εκκλησίας εγκαίνια του ναού του Άγιου Δημήτριου με δεκάδες μητροπολίτες, παρουσία των βασιλέων και της φιάλης του αίματος του Αγίου Δημητρίου. Τιμήθηκε για όλα αυτά δεόντως, από την μητρόπολη και πολλούς οργανισμούς και φορείς. Εκλέγεται παμψηφεί και χωρίς καμία παρέμβαση και μέσα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 25 Ιανουαρίου του 1951 Μητροπολίτης Ρόδου. Παραμένει μέχρι τον Απρίλιο του 1951 στη Θεσσαλονίκη γιατί ασθενούσε βαριά ο Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης, τον γηροκομεί, τον κηδεύει μεγαλοπρεπώς και έρχεται την Κυριακή των Βαΐων 22 Απριλίου 1951 στη Ρόδο. Ο Ακάματος ιεράρχης μπόρεσε με ειδικό βασιλικό διάταγμα του Νόμου 2100/1952 να πάρει από τους Ιταλούς τα γραφεία της Μητρόπολης στο Μανδράκι και το ναό του Ευαγγελισμού όπου έφερε και τον αγιογράφησε ο Φώτης Κόντογλου και ο μαθητής του Τερζής. Όλους τους ναούς τους ανακαίνισε σε νησιά, πόλεις και χωριά και με πρωτοβουλία του έβρισκε χορηγούς και δωρητές. Κέρδισε με τον ίδιο νόμο την Μητροπολιτική κατοικία και ορίστηκε πολιούχος της Ρόδου ο Κων/νος ο Υδραίος ο νεομάρτυρας. Έφτιαξε το ναό της Θεοτόκου στην Κρεμαστή, τον Άγιο Γεράσιμο στην Πυλώνα, και έκλεισε πάλι με τον Άγιο Δημήτριο στο Ροδίνι την 38 ετών θεοφιλή ποιμαντορία του. Κήρυττε και λειτουργούσε μέχρι την Κυριακή των Μυροφόρων στον Άγιο Νικόλαο Παστίδας. Δημιούργησε τις ωραίες και μεγαλοπρεπείς λιτανείες με τις φιλαρμονικές, έβγαζε περιοδικό και περιόδευαν θεολόγοι, ιεροκήρυκες με αυτοκίνητο της μητροπόλεως στα χωριά και την ύπαιθρο. Άρχοντας και αριστοκράτης, έξυπνος και διπλωμάτης, με καρδιά γεμάτη αγάπη, που ήξερε να κλαίει και να συγχωρεί. Απέκτησε ένα μεγάλο τίτλο που δεν ακούγεται πια σήμερα. Ο Δεσπότης μας, το καμάρι μας. Έβγαιναν με τα ροδοπέταλα και το θυμίαμα παντού να τον προϋπαντήσουν. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η μακρά και ευκλεής Ποιμαντορία του Αθηναγόρα του μεγαλοπρεπούς τον έστελνε σε υπεύθυνες αποστολές σε πανηγύρεις, σε κηδείες και ενθρονίσεις πατριαρχών σε επισκέψεις ξένων Πατριαρχείων. Κατόρθωσε να πραγματοποιηθούν η χιλιετηρίδα του Αγίου Όρους, τρεις πανορθόδοξες διασκέψεις το 1961, 1963 και 1964 στη Ρόδο, προβάλλοντας το γόητρο και την αξία του Οικουμενικού θρόνου. Το 1959 έγινε στη Ρόδο το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, ενώ το 1980 ο θεολογικός διάλογος ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών. Πολλές διασκέψεις των Μητροπολιτών Δωδ/σου και της εξαρχείας Πάτμου με αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου από τον μακαριστόν Φιλαδελφείας Μελίτωνα. Στις 29 Απριλίου του 1988 σε ηλικία 81 ετών εκοιμήθηκε με οσιακό τέλος, αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο έργο και δυσαναπλήρωτο κενό. Ο λαός του Θεού, ο ιερός κλήρος, 15 Αρχιερείς από τις εκκλησίες Ελλάδος, εξωτερικού, Κρήτης, Δωδεκανήσου, τίμησαν την 53χρονη εκκλησιαστική διαδρομή και τα 43 χρόνια επισκοπής διακονίας του μακαριστού μητροπολίτης Ρόδου Σπυρίδωνα Συνοδινού. Δημιούργησε Ίδρυμα Υποτροφιών που μέχρι σήμερα σπουδάζουν παιδιά κληρικών, θεολόγων και απόρων οικογενειών. Ευτύχησα να είμαι δίπλα του, να με αγαπήσει και να τον λατρέψω. Τον πατέρα, που με σπούδασε, με πάντρεψε, με χειροτόνησε. Αποτελώ την τελευταία του χειροτονία. Και ίσως έμεινα από τους ελάχιστους που με θάρρος προβάλλω τη μορφή και το έργο του. Την υπόσχεση που του έδωσα την τηρώ. Δεν πρόκειται ποτέ να σε ξεχάσω. Θέλω παιδί μου, να προσεύχεσαι για εμένα και να με θυμάσαι. Είσαι ο μόνος, που πραγματικά θα πονέσει για εμένα. Με την Κοίμηση του Μακαριστού Μητροπολίτη Ρόδου Σπυρίδωνος Συνοδινού, κλείνει μια σελίδα των Παλαιών Αρχιερέων μιας φρουράς που σπάνια γνωρίζει κανείς στις ημέρες μας. Το αετίσιο βλέμμα, η ευστροφία, η ευγένεια, η καλωσύνη, ο πατέρας. Μετά από εκείνον, το χάος. Είναι αυτό που ζήσαμε πριν και ζούμε σήμερα. Μια εικόνα με χίλιες λέξεις, τίποτα παραπάνω. Δεσπότη μου, σε ευχαριστώ για ό,τι πρόσφερες στον τόπο μας, σ’ αυτούς που είναι μαζί σου στον ουρανό και όσων σε θυμούνται στη γη. Γλυκέ και αριστοκράτη Ιεράρχη. Η ευχή σου μαζί μας.“Με γλυκειά νοσταλγία σας γυρίζω στο νου μου, καθώς πάλι θυμάμαι τον δεσπότη του νησιού μου”.