Ξαναγύρισε σε γνώριμα σοκάκια

Ξαναγύρισε σε γνώριμα σοκάκια

Ξαναγύρισε σε γνώριμα σοκάκια

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 933 ΦΟΡΕΣ

Ένας 80χρονος ροδίτης Εβραίος θυμάται και διηγείται με συγκίνηση Τον πήραν οι Γερμανοί αλλά κατόρθωσε και επέζησε από το κολαστήριο του Άουσβιτς • Τώρα τριγυρνά στο Νιοχώρι όπου γεννήθηκε αναζητώντας παλιούς φίλους Ο Βίκτωρ Χασσόν δεν είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ο Βίκτορ Χασσόν είναι ένας 80χρονος Εβραίος, που επέζησε από το κολαστήριο του Αουσβιτς. Ένας άνθρωπος, που η ιστορία του είναι κομμάτι της ιστορίας της εβραϊκής κοινότητας της Ρόδου, που κάποτε άκμαζε στο νησί. Πάνω απ’ όλα όμως ο Βίκτωρ Χασσόν είναι ένας παλιός ροδίτης. Με την παλιά χαρακτηριστική ροδίτικη προφορά, ο οποίος θυμάται με συγκίνηση την προπολεμική Ρόδο και κυρίως το Νιοχώρι όπου έζησε και μεγάλωσε. Και φέτος όπως κάθε καλοκαίρι τα τελευταία χρόνια ο Βίκτορ Χασσόν βρίσκεται στη Ρόδο. Για να βρει τους παλιούς φίλους. Για να περιδιαβεί στους δρόμους της πόλης που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Στα γνώριμα σοκάκια όπου σαν παιδί με τους φίλους και τ’ αδέλφια του, έκαναν τις δικιές τους σκανδαλιές και βέβαια περισσεύει η συγκίνηση όταν ο Βίκτορ Χασσάν βρίσκεται έξω από το σπίτι της οικογένειάς του, το σπίτι που γεννήθηκε αυτός και τ’ αδέλφια του. Κάθε δωμάτιο και κάθε γωνιά του σπιτιού ζωντανεύει μνήμες και πρόσωπα αγαπημένων ανθρώπων. Εδώ στην αυλή, μας έπιασαν πριν 63 χρόνια οι Γερμανοί, θυμάται ο Βίκτορ Χασσόν, που στην μνήμη έρχονται ακόμα και οι εικόνες των γειτόνων του (του Ζαχαρία και της Πολυξένης και των παιδιών τους) που ήξεραν τί θα συνέβαινε. Από την αυλή αυτού του σπιτιού ξεκίνησε η πορεία μαρτυρίου του Βίκτορα Χασσόν, ο οποίος κατάφερε να επιζήσει των γερμανικών κολαστηρίων. Η 23η Ιουλίου 1944 είναι μια σημαδιακή ημέρα για τους Εβραίους της Ρόδου. Είναι η ημέρα που άρχισε η σύλληψή τους και η μεταφορά τους στο κτίριο όπου στεγαζόταν η γερμανική αεροπορία. Παρέμειναν εκεί για τέσσερις μέρες και σαν σήμερα πριν 63 χρόνια αρχίζει το μεγάλο ταξίδι για τους 1673 Εβραίους της Ρόδου προς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, από τους οποίους επέζησαν μόνο 151. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Βίκτορ Χασσόν Πριν μας οδηγήσουν στα πλοία, άρχισαν να ηχούν οι σειρήνες, θυμάται ο Βίκτορ. Το έκαναν επίτηδες οι Γερμανοί για να μπουν όλοι στα σπίτια τους και νας μας δουν όταν μας οδηγήσουν στο λιμάνι. Οι Γερμανοί άδειασαν τα σπίτια μας και πήραν όλα τα υπάρχοντά μας. Το ταξίδι με τα τρία πλοία που μετέφερε τους Εβραίους της Ρόδου, κράτησε πολλές ημέρες. Πιάνει αρχικά στη Νίσυρο, στη συνέχεια στην Κω, Λέρο, Σάμο και τελικά φτάνουν στον Πειραιά, όπου όλοι οι Εβραίοι εγκαθίστανται στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. “Στις 3 Αυγούστου 1944 ξεκινά το ταξίδι με προορισμό το Αουσβιτς Δεν μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους, το τί υποφέραμε μέχρι να φτάσουμε εκεί, λέει ο Βίκτορ. Είναι γεγονότα που δεν ξεχνιούνται όσα χρόνια και εάν έχουν περάσει. Ήμουν τυχερός γιατί κατά τύχη συνάντησα τους δικούς μου στο σταθμό και ανέβηκα μαζί τους στο ίδιο τρένο και φτάσαμε όλοι μαζί στις 16 Αυγούστου στο Αουσβιτς Μπιρκεναου”. Εκεί χωρίζουν. Και σήμερα ακόμη τον πνίγει η θλίψη που δεν μπόρεσε ν’ αποχαιρετήσει τη μάνα του και τους άλλους δικούς του ανθρώπους, που δεν ξαναείδε. Mόνο μια μέραόπως διηγείται τώραπήρε το μάτι του την αδελφή του Έλσα. Την είδε μέσα από τα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου και με κίνδυνο της ζωής του της πέταξε ένα κομμάτι ψωμί. Η Έλσα ήταν το άλλο μέρος της οικογένειας Χασσόν, που κατόρθωσε να επιζήσει Πέθανε πέρυσι στην Ιταλία. Τον Ιανουάριο του 1945 και αφού έχει περάσει μαρτυρικές μέρες στο Αουσβιτς ο Βίκτορ μαζί με άλλους 40.000 κρατούμενους ξεκινά μια πορεία με τα πόδια για το Μάουτάουζεν. Περπατούσε 13 ημέρες και θυμάται ότι κοιμήθηκε σ’ ένα αχυρώνα ένα βράδυ. Πάνω από 4.000 οι νεκροί, αλλά ο Βίκτορ κατορθώνει να επιζήσει. Εξακολουθεί να δουλεύει και οι Γερμανοί να τον ξυλοφορτώνουν καθημερινά. Οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν, αλλά μπόρεσε να διατηρηθεί στη ζωή μέχρι τις 5 Μαΐου 1945 που μπήκαν οι Αμερικανοί στο στρατόπεδο. “Δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου και περπατούσα με τα τέσσερα. Ήμουν μόλις 27 κιλά” λέει ο Βίκτορ. Για τον Βίκτορ Χασσόν η περιπέτεια δεν τελειώνει. Πηγαίνει στην Ιταλία και στη συνέχεια στην Αίγυπτο. Το όνειρό του είναι να επιστρέψει στη γεννέτειρά του τη Ρόδο. Τα καταφέρνει. Μάλιστα στο λιμάνι τον περιμένει ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Ρόμπερτ Χασσόν, ένας τολμηρός Εβραίος, που λίγο πριν οι Γερμανοί αρχίσουν τις συλλήψεις κατορθώνει μαζί μ’ ένα Τούρκο και αρκετούς Ιταλούς στρατιώτες να δραπετεύσει με μια βάρκα στις απέναντι τουρκικές αρχές. Δηλώνει ότι είναι Έλληνας και προωθείται από τους Άγγλους στη Μέση Ανατολή. Κατατάσσεται στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό και υπηρετεί στο Αβέρωφ. Μάλιστα ο Ρόμπερτ είναι από τους πρώτους Έλληνες που πάτησαν το πόδι τους στην ελεύθερη Ρόδο τον Μάιο του 1945. (Την ιστορία του Ρόμπερτ Χασσόν την είχε παρουσιάσει στη “Ροδιακή” στις 7 Μαρτίου ο δημοσιογράφος Γ. Ζαχαριάδης). Τα δύο αδέλφια σμίγουν ξανά και με τη βοήθεια συγγενικών τους προσώπων εγκαθίστανται στην Αφρική και ειδικά στο πρώην Βελγικό Κογκό, αναπτύσσουν τεράστιες επιχειρήσεις που εξαπλώνουν στην Αμερική και στην Ευρώπη. Ο Ρόμπερτ πέθανε πριν δύο χρόνια. Παρέμεινε Έλληνας υπήκοος και δημότης Ρόδου μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Βικτορ Χασσόν επιστρέφει στην γεννέτειρά του. Μιλά άπταιστα τα ελληνικά και μάλιστα με τη ροδίτικη προφορά. Στη συνοικία της Ψαροπούλας όπου βρίσκεται το πατρικό του σπίτι, ο Βίκτορ εξακολουθεί να θυμάται τα πάντα με νοσταλγία. Θυμάται όλους τους γείτονες, τις αλάνες, τα χωράφια των Τούρκων που τον έστελνε η μητέρα του ν’ αγοράσει μαρούλια, την εξέδρα στην παραλία που κάναμε μπάνια ξεβράκωτοι, όπως θυμάται ακόμη. Όμως η σκηνή με τους Γερμανούς γκεσταπίτες στην πόρτα του σπιτιού του παραμένει ανεξήτηλη στη μνήμη του. “Τα παιδιά και τα εγγόνια πέρασαν και στάθηκαν με περισυλλογή στο τεράστιο εκείνο νεκροταφείο του καταραμένου τόπου που λέγεται Αουσβιτς”, λέει ο 80χρονος Εβραίος της Ρόδου. Την άλλη εβδομάδα τα παιδιά και τα εγγόνια του θα βρίσκονται στη Ρόδο για να δουν τα πατρικά χώματα, που με τόση νοσταλγία τους περιγράφει κάθε φορά ο παππούς Βίκτορ. Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ Ο ΕΚΤΟΠΙΣΜΟΣ Την περιπέτεια της σύλληψής του και της μεταφοράς του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία, την περιγράφει ο Β. Χασσόν αναφέροντας τα εξής: Στις 18 Ιουλίου 1944, στην ιταλόφωνη εφημερίδα της Ρόδου Messaggero di Rodi δημοσιεύεται διάταγμα που υποχρεώνει όλους τους άνδρες Εβραίους ηλικίας 18 ετών και άνω να παρουσιαστούν στο κτίριο της Aeronautica (Ιταλική Αεροναυτική Λέσχη) για έλεγχο στοιχείων, ενόψει μιας προσεχούς αναχώρησης για εργασία. Αργότερα, από ένα ανοιχτού τύπου, άσπρο αυτοκίνητο, συνοδευόμενος από δυο αξιωματικούς των SS, ο τότε πρόεδρος της Εβραϊκής Κοινότητας της Ρόδου Γιαακόβ Σαλέμ Φράνκο μαζί με κάποιον Μάριο Ρικανάτι (Εβραίο της Θεσσαλονίκης) ανακοινώνει μέσω τηλεβόα: όλες οι γυναίκες και τα παιδιά της Εβραϊκής Κοινότητας, πρέπει να παρουσιαστούν στο κτίριο της Aeronautica, με τα χρυσαφικά τους, χρήματα και προμήθειες για οκτώ ημέρες. Για κάθε άτομο που δεν θα παρουσιαστεί, θα τουφεκίζονται πέντε άντρες. Η μητέρα του Βίκτορα, η Εστρέα Σαρών, η γιαγιά του η Μπουλισά Μισραχί, οι αδελφές του Έλσα και Ρόζα Χασσών, ο αδελφός του Ζοζέφ Χασσών, θα πάνε εκεί, όπως και όλοι οι άλλοι. Είναι όλοι τους κρατούμενοι στο κτίριο της Aeronautica. Εκεί, το μάτι του Βιτόριο παίρνει έναν Εβραίο, πολύ κομψό, ντυμένο στ΄ άσπρα, που κάνει το διερμηνέα και που δείχνει να τα πηγαίνει μια χαρά με τους Γερμανούς. Πρόκειται και πάλι για εκείνο το Mario Ricanati, Εβραίο της Θεσσαλονίκης, που τους μιλάει στη γλώσσα Ladino (Αναγεννησιακή εκδοχή της Ισπανικής γλώσσας που μιλιέται από τους Σεφαρδίτες Εβραίους της Ευρώπης). "Φαινόταν ότι το φύσαγε το χρήμα", θυμάται ο Βίκτορας. Εκεί πια, δεν υπήρχαν Ιταλοί μόνο Γερμανοί Ύστερα από τρεις μέρες κράτηση, τους επιβιβάζουν σε τρία παλιά εμπορικά πλοία, με Έλληνες καπετάνιους στο τιμόνι, και φεύγουν από τη Ρόδο. Εκείνο το πρωί, η θλιβερή κουστωδία έφτασε στο λιμάνι πεζή, ενώ ηχούσαν οι σειρήνες του βομβαρδισμού τέχνασμα, για να αναγκαστούν οι νησιώτες να τρέξουν στα καταφύγια και να μη δουν τι συμβαίνει. Ένα τέταρτο της ώρας, όχι παραπάνω, χρειάστηκαν να φτάσουν στην προκυμαία. Τα μαγαζιά, κλειστά. Παρά την απαγόρευση των Γερμανών στον κόσμο ν` αγγίξει τα πράγματα των Εβραίων, κάποιοι δεν έχασαν ευκαιρία για πλιάτσικο. Άλλωστε, στη συνέχεια, οι ίδιοι οι Γερμανοί άδειασαν συστηματικά ένα προς ένα τα σπίτια των Εβραίων. Τα πράγματα που έτσι μάζεψαν, τα στοίβαξαν σε εμπορευματοκιβώτια, που πήραν το δρόμο για τη Γερμανία. Η οικογένεια του Βίκτορα κι ο ίδιος, ταξιδεύουν μ΄ εκείνο το πλοίο. Στη γέφυρα ανεβαίνουν μόνο νύχτα. Το πρώτο βράδυ έχουν πιάσει Νίσυρο, όπου το πλοίο θα παραμείνει για μια μέρα. Το δεύτερο βράδυ, πιάνουν Κω. Εκεί, θυμάται, θ΄ ανέβουν στο καράβι ένας θείος του (ο Χαϊμ Καπελούτο) και μια θεία του με τρία παιδιά ένα αγόρι και δυο κορίτσια. Ο επόμενος σταθμός είναι η Λέρος, όπου θα επιβιβαστεί ένας και μόνο Εβραίος. "Τι ανόητος", μου λέει ο Βίκτορας "Αυτόν κανένας δεν τον είχε ψάξει, κι ήρθε κι ανέβηκε από μόνος του, στο πλοίο!". Ύστερα από έναν τελευταίο σταθμό στη Σάμο, όπου θα παραμείνουν για μια μέρα ακόμα, από το φόβο, ως φαίνεται, των αγγλικών βομβαρδισμών, το πλοίο φτάνει στον Πειραιά. Μετά από μια βιαστική επιβίβαση, τους φορτώνουν σε καμιόνια και τους μεταφέρουν στο στρατόπεδο στο Χαϊδάρι. Στο δρόμο, συναντούν Έλληνες, που τους πετούν στα κλεφτά, τρόφιμα. Στο στρατόπεδο, η κράτησή τους γίνεται χωρίς τροφή και το χειρότερο χωρίς νερό. Είμαστε στην Ελλάδα κι είναι κατακαλόκαιρο. "Πίναμε τα κάτουρά μας", θυμάται. Εκεί είναι που θα γνωρίσουν για πρώτη φορά τα SSm και τα σκυλιά τους. Για ασήμαντη αφορμή, τους σαπίζουν στο ξύλο. Κι ήταν αυτή, η αρχή, μόλις, της κόλασης! Ο Βίκτορας θυμάται μια εύσωμη γυναίκα που δυσκολευόταν να ανέβει στο καμιόνι: οι στρατιώτες στην κυριολεξία την έκαναν κομμάτια, λέει. Στις 3 του Αυγούστου του 1944, το πρωί, τους μεταφέρουν στο Σιδηροδρομικό Σταθμό της Αθήνας. Εκεί, τους στοιβάζουν σε βαγόνια μεταφοράς ζώων. «Ογδόντα άτομα στοιβαγμένα σε κάθε βαγόνι, με μόνη τροφή λίγο ψωμί και μέλι και χωρίς τίποτε για να πιούν, ακριβώς για να ψοφήσουν μια ώρα αρχύτερα». Προορισμός το Άουσβιτς. Μόλις βλέπουν ότι το βαγόνι γέμισε ασφυκτικά, οι Γερμανοί κλειδαμπαρώνουν τις πόρτες, με το λουκέτο απ΄ έξω. Ο Βίκτορας θυμάται ότι κάποια στιγμή, οι πόρτες του βαγονιού άνοιξαν, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Στη Λάρισα ήταν, στην Ελλάδα πάντα. Στο Βίκτορα ανατέθηκε να πάει και να φέρει νερό για όλους τους υπόλοιπους μόνο ένα κουβά, για να ξεδιψάσουν τόσοι άνθρωποι. "Κατέβηκα και φόραγα μόνο ένα μαγιό, ήταν αφόρητη η ζέστη μέσα στο βαγόνι" θυμάται." Ακόμα και σ` εκείνη τη φάση, θα μπορούσα να είχα εξαφανιστεί, αλλά να φύγω και να πάω πού; Να λέω δεξιά κι αριστερά στον κόσμο "Είμαι Εβραίος, κρύψτε με να σωθώ; Χωρίς χρήματα, χωρίς ρούχα… Κι άλλωστε, δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσω μόνη της, τη μητέρα μου!" Ήταν τόσο διψασμένος, όλος εκείνος ο κόσμος μέσα στο βαγόνι που, καθώς όρμισαν όλοι να πιουν μια στάλα, ο κουβάς αναποδογύρισε και κανείς δεν κατάφερε να δροσίσει τα χείλη του. Ε. Στο τρένο ήσουν μαζί με τους δικούς σου; Α. Από τύχη και μόνο τους απάντησα στο σταθμό κι έτσι μπόρεσα κι ανέβηκα μαζί τους, στο ίδιο βαγόνι. Ε. Από πού πέρασε ο συρμός; Α. Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, Βουλγαρία Ε. Όσο ήσουν στο βαγόνι, τι σκεφτόσουν; Α. Το μόνο που σκεφτόμουν, από κάποιο σημείο και μετά, ήταν τον εαυτό μου. Άρχισα να περνάω στην άγρια κατάσταση. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν πως θα σώσω το τομάρι μου, τι θα σκαρφιζόμουν για να γλιτώσω!" ΑΦΙΞΗ ΣΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ ΜΠΙΡΚΕΝΑΟΥ Ήρθε, τελικά, η στιγμή που το τρένο περνάει στη ράμπα του Άουσβιτς Μπίρκεναου Η τραγική ώρα του ξεδιαλέγματος είχε φτάσει. Ήταν 16 Αυγούστου 1944. Απόγευμα. Στους επιβάτες του τρένου ανακοινώνεται ότι πρέπει να αφήσουν όλα τους τα υπάρχοντα στο τρένο και να κατέβουν. Η μητέρα του σπρώχνει το Βίκτορα αποφασιστικά, τον στέλνει να πάει να παραταχτεί με τους άνδρες… Οι Γερμανοί, με τα σκυλιά τους, ουρλιάζουν και χτυπούν βίαια όσους δεν πάνε αρκετά γρήγορα. Ο Βίκτορας δεν έχει χρόνο να καταλάβει τι συμβαίνει. Ζει έναν εφιάλτη. Από τη μια στιγμή στην άλλη, βρίσκεται ολομόναχος, χωρίς οικογένεια. Λέει πως θα ήθελε να είχαν γίνει αλλιώς, τα πράγματα. Με άλλα λόγια, θα ήθελε να μπορούσε να είχε αποχαιρετίσει τη μητέρα του. Στο μυαλό του Βίκτορα, η αποτρόπαια εκείνη στιγμή του χωρισμού, έχει μείνει ανεξίτηλη, να τον στοιχειώνει. Τον πνίγει η θλίψη που δεν μπόρεσε να αποχαιρετίσει τη μάνα που τον γέννησε, τους δικούς του ανθρώπους. Αμέσως μετά την αποβίβαση από τα βαγόνια, οι άνθρωποι μπαίνουν σε τρεις σειρές. Στην πρώτη, οι άνδρες νέας ηλικίας και υγιούς σωματικής διάπλασης. Στη δεύτερη, οι γυναίκες, οι νέες και υγιείς που δεν έχουν παιδιά και δεν δείχνουν σημάδια εγκυμοσύνης. Η τρίτη σειρά αλίμονο! η πολυπληθέστερη από όλες περιέλαβε τις γυναίκες με παιδιά, τους γέρους, τα άτομα κάποιας ηλικίας, τους άρρωστους… Η ομάδα του Βίκτορα ξεκινά να βαδίζει μέσα σε νεκρική σιγή και σ΄ ένα κλίμα ανείπωτης αγωνίας. Πότε θα ξαναδούν τους δικούς τους; Φτάνουν στο στρατόπεδο. Εκεί, ο Βίκτορας μπαίνει σ’ ένα κτίριο όπου, στην πρώτη αίθουσα τον υποχρεώνουν να γδυθεί εντελώς και να εγκαταλείψει τα ρούχα του. Τη συνέχεια προσπαθεί να θυμηθεί τον βάζουν σ΄ ένα άλλο δωμάτιο. Μπαρμπέρηδες. Τον ξυρίζουν από την κορφή ως τα νύχια. Ήδη, σ΄ εκείνη τη φάση, οι μπαρμπέρηδες λένε στον κόσμο ότι δεν πρόκειται να ξαναδούν τους δικούς τους, ότι εκείνος ο καπνός που βγαίνει από τις καμινάδες και χάνεται στον ουρανό, είναι ό,τι απομένει απ΄ την αποτέφρωση των ανθρώπων τους, που χάνονται στα κρεματόρια. Στη συνέχεια, ο Βίκτορας οδηγείται στα λουτρά, που λειτουργούν σε ένα μεγαλύτερο δωμάτιο. Εκεί τον ψεκάζουν με απολυμαντικό και βγαίνοντας, του δίνουν ρούχα κι ένα ζευγάρι ξυλοπάπουτσα, που μάλιστα είναι το καθένα διαφορετικό νούμερο και σε κάθε περίπτωση, δεν του κάνουν στο πόδι. Πρόκειται για πολιτικά ρούχα κάποιου άλλου, χρησιμοποιημένα και φθαρμένα ένα παντελόνι, ένα σακάκι ελαφρύ μ΄ ένα μεγάλο κομμάτι τετράγωνο, από μπλέ κι άσπρο ριγέ πανί ραμμένο στην πλάτη όμοια με όλους τους υπόλοιπους κρατούμενους. Του δίνουν κι ένα σκούφο «mütze». Κάθε φορά που περνά μπροστά από Γερμανούς, πρέπει να βγάζει το σκούφο του "Mützen, ab!", είναι η διαταγή.

Διαβάστε ακόμη

Ο Μιχάλης Διάκος νέος γενικός γραμματέας του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου

Στη Ρόδο αύριο ο Άδωνις Γεωργιάδης – Επίσκεψη στο Γενικό Νοσοκομείο και δηλώσεις στα ΜΜΕ

Τα ...έσπασε ο Αταμάν στη Σύμη

Ο Λάμπρος Φισφής στην Ρόδο!

Την άρση των εμποδίων για την άμεση λειτουργία του βρεφονηπιακού σταθμού στην Κάσο, ζητά ο Μάνος Κόνσολας

Μία ξεχωριστή εκδήλωση απόψε στην τάφρο

Μιχάλης Θωμάτος, αντιδήμαρχος Πολιτικής Προστασίας: Στο μικροσκόπιο των διωκτικών αρχών οι φωτιές στον Άγιο Σουλά

Οριοθετήθηκε άμεσα η φωτιά που ξέσπασε χθες βράδυ στην Κάρπαθο