Πως επηρεάζει την καθημερινότητα όλων μας, επιχειρήσεων και πολιτών
Επιμέλεια: Ηρακλείδης Ιωάννης
οικονομολόγος-φοροτεχνικός
πρόεδρος ΕΛΦΕΕ ΡόδουΒ μέρος
Εισοδήματα από ενοίκια
Για τα ενοίκια, επικρατέστερη άποψη, είναι ότι, θα φορολογούνται αυτοτελώς από το πρώτο ευρώ, και δεν θα συναθροίζονται με τα λοιπά εισοδήματα, από άλλες πηγές, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα, οδηγώντας το τελικό φορολογητέο εισόδημα σε υψηλότερους συντελεστές και άρα μεγαλύτερη φορολογία. Σε ποσά ενοικίων μέχρι 12.000 ευρώ το χρόνο θα επιβάλλεται φόρος 10%, ενώ τυχόν επιπλέον ποσά, πέραν των 12.000 ευρώ, θα φορολογούνται με 33%.
Εδώ παρατηρείται μια μείωση του φόρου για μεγάλα εισοδήματα ενοικίων, διότι για παράδειγμα, κάποιος με μοναδικό εισόδημα από ενοίκια 50.000 ευρώ, με το υφιστάμενο καθεστώς πλήρωνε φόρο 13.600 ευρώ, ενώ με τη νέα κλίμακα 11.760 ενώ αν έχει εισόδημα 200.000 ευρώ, με το υφιστάμενο καθεστώς πλήρωνε φόρο 77.500 ευρώ, ενώ με τη νέα κλίμακα 63.240.
Αν το εισόδημα είναι 500.000 ευρώ, με το υφιστάμενο καθεστώς πλήρωνε φόρο 210.000 ευρώ, ενώ με τη νέα κλίμακα 162.200. ʼρα όσο μεγαλώνει το δηλωθέν εισόδημα, δίνεται ένα κίνητρο για να δηλώνονται ενοίκια, αφού μειώνεται η φορολογία, σε σχέση με πριν.
Επισημαίνεται, πως σε κάθε περίπτωση το ύψος των ενοικίων, και η δήλωση τους από τους ιδιοκτήτες-εκμισθωτές, διασταυρώνεται, από την υποχρέωση δήλωση τους και από τους νοικάρηδες μισθωτές, στις φορολογικές τους δηλώσεις, από την εφορία.
Μισθωτοί Συνταξιούχοι
Θεσπίζεται νέα φορολογική κλίμακα για μισθωτούς και συνταξιούχους με τρία μόνο φορολογικά κλιμάκια στα οποία θα αντιστοιχούν συντελεστές φόρου από 22%, 32% και 42%. Ειδικότερα, το πρώτο κλιμάκιο προβλέπεται να εκτείνεται μέχρι τις 25.000 ευρώ και να έχει συντελεστή φόρου 22%, το δεύτερο κλιμάκιο προβλέπεται να ξεκινά από τις 25.001 ευρώ, να φθάνει μέχρι τις 42.000 ευρώ και να έχει συντελεστή φόρου 32% και το τρίτο κλιμάκιο προβλέπεται να είναι το υπερβάλλον των 42.000 ευρώ και να έχει συντελεστή 42%.
Καταργούνται οι περισσότερες φοροαπαλλαγές: Διατηρείται αλλά είναι «ψαλιδισμένη» η έκπτωση φόρου 10% ή 5% και ανάλογα με εισοδηματικές προυποθέσεις, για ιατρικά έξοδα και νοσήλια. Επίσης παραμένουν οι δαπάνες για δωρεές, χορηγίες και διατροφή προς την πρώην ή τον πρώην σύζυγο.
Αλλάζει το σύστημα των αποδείξεων: Υποχρέωση συγκέντρωσης αποδείξεων συνολικής αξίας ίσης με το 25% του ετησίου εισοδήματος θα έχουν μόνο οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι με ετήσια εισοδήματα μέχρι 42.000 ευρώ.
Όσοι έχουν ετήσια εισοδήματα άνω των 42.000 ευρώ θα πρέπει να μαζεύουν αποδείξεις αξίας 10.500 ευρώ. Επίσης αυξάνεται από 10% σε 22% το πέναλτι φόρου που θα καλείται να πληρώσει κάθε μισθωτός ή συνταξιούχος ο οποίος δεν θα καταφέρνει να συγκεντρώσει τις απαιτούμενες αποδείξεις
Φορολογούμενοι με «μπλοκάκι»
Ως μισθωτοί και όχι ως ελεύθεροι επαγγελματίες θα φορολογούνται οι εργαζόμενοι με «μπλοκάκια» υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Ο εργαζόμενος να παρέχει τις υπηρεσίες του με βάση έγγραφη σύμβαση που έχει συνάψει με φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
β) Ο εργαζόμενος να παρέχει υπηρεσίες μέχρι και σε τρεις εργοδότες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ή σε περισσότερους από τρεις εργοδότες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εφόσον στην περίπτωση αυτή το 75% των ακαθαρίστων εσόδων του προέρχεται μόνο από έναν εκ των εργοδοτών αυτών. Όσοι αμείβονται με μπλοκάκι από το εισόδημά τους, εκτός από τις ασφαλιστικές εισφορές που αφαιρούνται, δεν δύνανται να εκπέσουν καμία άλλη δαπάνη.
Τεκμήρια
Δεδομένη θα πρέπει να θεωρείται η μείωση των τεκμηρίων διαβίωσης που εκτίναξαν στο πενταπλάσιο το ύψος του φόρου που έπρεπε να καταβάλλουν εφέτος οι 5,6 εκατ. φορολογούμενοι για τα περυσινά τους εισοδήματα. Η μείωση των τεκμηρίων θα αφορά όχι μόνο σε ακίνητα και αυτοκίνητα αλλά και στα τεκμήρια δαπάνης για άγαμο και έγγαμους.
Μια από τις στρεβλώσεις του υφιστάμενου φορολογικού συστήματος είναι και τα τεκμήρια και η αδιάκριτη εφαρμογή τους επί πάντων. Πρόθεση κατάργησης τους, ακόμα δεν διαφαίνεται.
Αυτό που πρέπει να γίνει είναι ο εξορθολογισμός των τεκμηρίων.
ʼποψη μας είναι, (και μακάρι να διαψευστούμε), ότι: ο προσδιορισμός των εισοδημάτων μέσω της τεκμαρτής δαπάνης, θα αργήσει να καταργηθεί. Παρόλη την, πράγματι, βελτίωση και ανάπτυξη των ηλεκτρονικών διασταυρώσεων, οι υπηρεσίες του Υπουργείου δεν είναι σε θέση ακόμη, να εντοπίσουν την πραγματική φορολογητέα ύλη.
Υπάρχει όμως και μια άλλη αιτία που εμποδίζει, στην συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, να αποφασισθεί η μη εφαρμογή της μεθόδου της τεκμαρτής δαπάνης για την προσέγγιση των πραγματικών εισοδημάτων.
Είναι η ανάγκη του κράτους να εμφανίσει πρωτογενές πλεόνασμα στον προϋπολογισμό. Είναι η ανάγκη της πολιτείας να καλύπτει εξ ιδίων φορολογικών εσόδων (και όχι με δανεισμό, που έτσι ή αλλιώς είναι πολύ δύσκολο και με προαπαιτούμενες δομικές δεσμεύσεις και επώδυνα μέτρα, η πραγματοποίηση του), τις απαιτήσεις λειτουργίας του κοινωνικού κράτους.
Για να επιτευχθεί όμως αυτό πρέπει να παρουσιάζονται φορολογητέα εισοδήματα. ʼρα, στον βαθμό που αυτά αποκρύπτονται, επιστρατεύεται ο μηχανισμός των τεκμηρίων, ο οποίος εφαρμόζεται εναντίων δικαίων και αδίκων, ώστε να έχει αποτέλεσμα η φοροεισπρακτική διαδικασία.
Θα πρέπει ιδιαίτερα να τονιστεί, ότι ο τρόπος με τον οποίο έχουν τεθεί σε εφαρμογή την τελευταία διετία (κυρίως δε το 2011, με τους εφαρμοστικούς νόμους) τα τεκμήρια, είναι αναντίρρητα άδικος και εκτός των άλλων, υποδηλώνει την υστέρηση των αρμοδίων υπηρεσιών να εντοπίσουν τα κρυφά εισοδήματα.
Είναι σκόπιμο να επισημανθεί, επίσης ότι ο λογιστικός προσδιορισμός των καθαρών εισοδημάτων, τόσο των επιχειρήσεων, όσο και των ελευθέρων επαγγελματιών, είναι δίκαιος, ευθυγραμμισμένος με τις αρχές της λογιστικής και με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ τυχόν παραποίηση η στρέβλωση τους με παράλληλη εφαρμογή αντικειμενικών κριτηρίων, θα δείξει για άλλη μία φορά την ανικανότητα των υπηρεσιών του υπουργείου.
Η λύση βρίσκεται κάπου στη μέση. Θέσπιση τεκμηρίων διαβίωσης (αντικειμενικών δαπανών και υπηρεσιών) και κτήσης (απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, γενικώς), με στόχευση σε εισοδήματα και δραστηριότητες που πράγματι φοροδιαφεύγουν.
Όχι αυτό που καταγράφηκε κατά το τρέχον οικονομικό έτος 2012, που στο τέλος τέλος «συνελήφθη» και «εντοπίστηκε» φορολογητέα ύλη στον άνεργο! Στις περισσότερες δε των περιπτώσεων «φανταστική», αφού επρόκειτο για μεταφορά εισοδήματος (βοήθημα) από τους γονείς, προς τα μη έχοντα Εργασία, ανήλικα παιδιά
Εξάλλου, η πολύ καλή ιδέα: να διαμορφώνεται το εισόδημα των φυσικών προσώπων με την ολική διαδικασία «εσόδων εξόδων», λύση που έχει υιοθετηθεί από πολλές άλλες χώρες, δεν σημαίνει αυτόματα και την κατάργηση των τεκμηρίων.
Δεν διαφαίνεται στις άμεσες προτεραιότητες του νέου φορολογικού νομοσχεδίου, η διαδικασία αυτή. Ίσως να θεσπιστεί από το 2014, μετά την ολοκλήρωση του ατομικού περιουσιολογίου με την καταγραφή όλων των στοιχείων που έχουν τα φυσικά πρόσωπα στην κατοχή τους, ήτοι ακίνητα, καταθέσεις, μετοχές, αμοιβαία, εταιρικά μερίδια κτλ.
Με τη φορολόγηση κάθε φυσικού προσώπου με βάση τα έσοδα και τα έξοδα του, με άλλα λόγια η φορολόγηση των όποιων «κερδών» του χωρίς ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ, ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ, ΕΙΔΙΚΑ ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ, κ.λπ., με μόνη και απαραίτητη προϋπόθεση την αναγνώριση από το κράτος ΟΛΩΝ των εξόδων ανεξαρτήτως του τι αφορούν (από την αγορά ακινήτου, αυτοκινήτου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου μέχρι τις τσίχλες από το περίπτερο) εφόσον γίνονται με «πλαστικό» χρήμα (πιστωτική ή χρεωστική κάρτα), και θα αποδειχθεί σίγουρα πιο αποτελεσματικό, στην είσπραξη φόρων.
Σήμερα που μεγάλος αριθμός Ελλήνων πολιτών έχει δει το εισόδημα του να μειώνεται δραματικά, δεν μπορεί το ελληνικό δημόσιο να μην αναγνωρίζει ως έξοδα τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας και τηλεπικοινωνιών, ύδρευσης, κ.λπ., που αποτελούν ανελαστικά έξοδα για κάθε οικογένεια (εκτός βέβαια αν το μοντέλο που ακολουθείται επιδιώκει τη στέρηση τους από μεγάλο αριθμό πολιτών).
Ο κάθε πολίτης, η κάθε οικογένεια, έχοντας κατά νου ότι όλα τα έξοδα διαβίωσης και ψυχαγωγίας αναγνωρίζονται ως έξοδα δεν έχει ανάγκη από καμία φοροαπαλλαγή ή ειδική ρύθμιση ή πρόνοια. Το σύστημα λειτουργεί δίκαια τόσο σε ατομικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο.
Για ένα συγκεκριμένο εισόδημα A μία οικογένεια με παιδιά που εκ των πραγμάτων έχει περισσότερες ανάγκες διαβίωσης και ψυχαγωγίας να καλύψει από ένα άτομο, θα έχει αυξημένα έξοδα και κατά συνέπεια μειωμένα «κέρδη» ή και καθόλου (δικαιούται να δαπανήσει όλα τα εισοδήματα της).
Ταυτόχρονα η γενίκευση της χρήσης του «πλαστικού» χρήματος έχει μία τρομακτικά ευεργετική συνέπεια για το κράτος. Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) αλλά και οι όποιες άλλες επιβαρύνσεις ή τέλη αφορούν μία συναλλαγή αφαιρούνται άμεσα και αυτόματα από το ποσό που εισπράττεται από την επιχείρηση ή τον φορέα και επίσης άμεσα και αυτόματα πιστώνουν τους λογαριασμούς του δημοσίου.
Οπότε μπαίνει οριστικό τέλος στο «κυνήγι» του ΦΠΑ και των έμμεσων φόρων, που πλέον λόγω της οικονομικής κατάρρευσης χρησιμοποιούνται ως έσχατη λύση «χρηματοδότησης» από πολλές επιχειρήσεις. Οριστικό τέλος μπαίνει επίσης και στο «παζάρεμα» παρόχου υπηρεσίας ή πωλητή προϊόντος με τον καταναλωτή, που αφορά τη μη καταβολή των φόρων που παρέχεται ως έκπτωση επί της τιμής πώλησης.
Σε κάθε συναλλαγή ο φόρος εισπράττεται άμεσα από το κράτος και τα όποια υπόλοιπα πιστώνονται ή χρεώνονται αυτόματα στους λογαριασμούς των δικαιούχων επιχειρήσεων.
Θα σταματήσει επίσης την παραγωγή «μαύρου» χρήματος λόγω της διαφοράς μεταξύ της αντικειμενικής και αγοραίας αξίας στις αγοραπωλησίες ακινήτων αφού αυτές θα γίνονται στην πραγματική αγοραία τιμή του ακινήτου, για τον απλούστατο λόγο ότι κάποιος που διαθέτει υψηλά εισοδήματα και αποκτά περιουσιακά στοιχεία υψηλής αξίας έχει συμφέρον να τα καταχωρεί στα έξοδα του ώστε να μειώσει τα «κέρδη» του.
Δεν μπορεί τα τελευταία χρόνια (όσο δηλαδή υφίστατο η επίπλαστη ανάπτυξη και ευημερία που ζούσαμε) να είναι κοινό μυστικό ότι οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων σε πολλές περιπτώσεις να ήταν χαμηλότερες από τις αγοραίες και μετά όλοι μαζί, με πρώτο και καλύτερο το Υπουργείο Οικονομικών που είχε δημιουργήσει το σύστημα, να παριστάνουμε τους έκπληκτους για το μέγεθος της παραοικονομίας στη χώρα.
Ταυτόχρονα, σε επίπεδο φορολογούμενου θα δημιουργούνταν αίσθημα δικαίου αφού η φορολόγηση θα γινόταν αναλογικά στα «κέρδη» του, αφού ο καθένας θα δαπανούσε ότι αναγκαίο στις απαιτήσεις ή τις επιθυμίες του (αν ήθελε να διαγάγει πολυτελή βίο). Σήμερα όμως η φορολόγηση γίνεται επί του συνολικού εισοδήματος χωρίς να υπολογίζονται τα ανελαστικά έξοδα διαβίωσης. Το δε κράτος σε κάθε περίπτωση θα εισέπραττε αυτό που του αναλογεί και μάλιστα εγκαίρως.
Η κοινωνία απαιτεί ένα απλό, σταθερό, διαχρονικό και με αναπτυξιακή διάθεση και πρόθεση, νέο Εθνικό Φορολογικό Σύστημα, που να σέβεται τις αρχές του συντάγματος, να άρει τις αδικίες και στρεβλώσεις του υφιστάμενου, να κατανέμει ισομερώς τα φορολογικά βάρη και να αποτελεί ισχυρό αντικίνητρο στη φοροδιαφυγή.
Διαφορετικά, αν συνεχίσουμε τον ίδιο δρόμο που ακόμη και σήμερα ακολουθούμε, η εκάστοτε κυβέρνηση θα εξαπολύει «φόρο-καταιγίδα» με βάση την αρχή του «όποιον πιάσουμε», οι δε φορολογούμενοι (ιδιαίτερα οι συνεπείς) θα καλούνται να «πληρώνουν» τα σπασμένα.
Η κρίση που ζούμε είναι η μοναδική ευκαιρία για την εκ βάθρων αναδιοργάνωση του κράτους. Οι μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται πρέπει να είναι ριζικές και ουσιαστικές και όχι απλά εξωραϊσμός ενός ετοιμόρροπου οικοδομήματος που κατάντησε η χώρα.