Η Θεσσαλονικιά μαία στο νοσοκομείο της Ρόδου του 1950, που θυμάται σαν να είναι τώρα...

Η Θεσσαλονικιά μαία στο νοσοκομείο της Ρόδου του 1950, που θυμάται σαν να είναι τώρα...

Η Θεσσαλονικιά μαία στο νοσοκομείο της Ρόδου του 1950, που θυμάται σαν να είναι τώρα...

Pοδούλα Λουλουδάκη

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 2174 ΦΟΡΕΣ

Η κ. Μαρία Ιωαννίδου ξετυλίγει μνήμες από το νοσοκομείο «Βασίλισσα Όλγα» και θυμάται τις ιταλίδες καλόγριες που της έμαθαν να φτιάχνει φορεσιές σε κούκλες

Τι δύναμη, τι ενέργεια και πόσο καθαρό μυαλό έχει η κ. Μαρία Ιωαννίδου, που ζει στη Θεσσαλονίκη στα 86 της σήμερα! Η φωνή απ΄ το τηλέφωνο είναι νεώτερης γυναίκας, όπως και η δραστηριότητά της, οι φορεσιές για κούκλες που της έμαθαν να φτιάχνει οι Ιταλίδες καλόγριες που ζούσαν ακόμα στη Ρόδο το 1950! Ένα απόσταγμα εμπειριών, που ήταν και πολλές και τολμηρές για την εποχή, περιλαμβάνει η κουβέντα μας! Ένα χρόνο έζησε μόνο στη νησί, ως ασκούμενη μαία στο νοσοκομείο και οι μνήμες της είναι έντονες, μου περιγράφει τους δρόμους, θυμάται τις οδούς, την ξέρει πολύς κόσμος εδώ, κι ας ήρθε μόνο δυό- τρεις φορές από τότε! Είναι αυτό που λένε ότι… πέρασαν χρόνια πολλά μέσα σε λίγο χρόνο... Πως βρεθήκατε στη Ρόδο το 1950; Πρέπει να ήταν τόλμημα τότε για μια νέα κοπέλα! Η Ρόδος ήταν για μένα ο καλύτερός μου σταθμός. Γεννήθηκα στο νομό Πέλλας, τελείωσα το δημοτικό το 1942, ο πατέρας μου και η μητέρα μου ήταν πρόσφυγες, τους θυμάμαι πρωί και βράδυ στην προσευχή μου, καλό παράδεισο να ΄χουνε. Τελείωσα το 3ο Θηλέων Θεσσαλονίκης, κι ενώ έκανα φροντιστήριο για να δώσω μαθηματικά που ήμουνα καλή στα μαθηματικά, το 1947 διαβάζω στην εφημερίδα ότι ιδρύεται σχολή Μαιών στη Θεσσαλονίκη. Δίνω εξετάσεις, πήραν 25 κοπέλες εσωτερικές, μπήκα εσωτερική για τρία χρόνια. Εργαζόμουν και σπούδαζα. Μια φορά την εβδομάδα βγαίναμε, ήτανε άλλες εποχές τότε. Αν μια κοπέλα αργούσε μισή ώρα την άλλη εβδομάδα δεν έβγαινε. Τελειώνοντας έκανα τα χαρτιά μου για τη Ρόδο, για το Νοσοκομείο «Βασ. Όλγα». Έκανα την άσκησή μου με τον γυναικολόγο και μαιευτήρα Θανάση Καραγιάννη, με τον Οικονομίδη, αλλά κυρίως με τον Θανάση Καραγιάννη. Πόσο καιρό μείνατε στο νησί; Ένα χρόνο γεμάτο, αλλά η Ρόδος με στιγμάτισε και για την ομορφιά της και για τους ανθρώπους της. Έλεγα «να πάτε στη Ρόδο, να δείτε τον κόσμο…»! Δεν ήταν πονηροί, δεν έχουν εγωισμό. Ήρθα με το «Αγγέλικα», επιβατηγό πλοίο, το 1950. Παιδί ήμουνα, αλλά τολμηρό παιδί και αυστηρό με τον εαυτό μου, δεν χαχάνιζα. Οι γονείς μου που ήταν πρόσφυγες μου έλεγαν «να κάνεις νύχια για να ξυστείς, να μην σε ξύνει ο άλλος. Θα σε ξύσει μία, θα σε ξύσει δύο, μετά θα σε ματώσει. Και να μην χρωστάς, θα είσαι αιχμάλωτη...»! Έτσι έμαθα και στα παιδιά μου. Έχετε παιδιά, εγγόνια; Μία κόρη κι ένα γιο, γιατρός είναι ο γιός μου χειρουργός ορθοπεδικός, κι είναι κι ο γιός του ο ένας, ο άλλος είναι ακόμα φοιτητής. Κι έχω και δυό δισέγγονα. Όταν με βλέπει ο Μάξιμος με λέει «Η μεγάλη γιαγιά»! Γνωρίζατε τότε κόσμο στη Ρόδο; Δεν ήξερα κανέναν! Βγαίνω το πρωί από το πλοίο και γίνεται ένα λάθος, αντί στο Νοσοκομείο «Βασ, ΄Ολγα» το νοσοκομείο της Ρόδου δηλαδή, με είχανε τοποθετήσει στο σανατόριο που ήταν στη Σάλακο. Τι δουλειά είχε στο σανατόριο μια μαία; Ο άντρας μου που ήταν τότε ακόμα αρραβωνιαστικός μου, ο Ηλίας, κι ήταν στη Θεσσαλονίκη λέει «θα πάω στο υπουργείο να δω τι έγινε»… Εγώ όμως κάπου έπρεπε να μείνω ήμουν στο δρόμο ενώ είχα υπολογίσει ότι θα έμενα στο νοσοκομείο στα δωμάτια. Πήγα στο ξενοδοχείο «Θέρμαι» στο κέντρο της πόλης. Είμαι πάντα της άποψης να βρίσκεσαι κεντρικά όταν δεν ξέρεις. Να είσαι εκεί που έχει κόσμο για να είσαι περισσότερο ασφαλής. ʼφησα τα πράγματά μου και μετά πήγα στο νοσοκομείο. Ο διευθυντής του Υγειονομικού Κέντρου, Κουτσομύτη τον λέγανε δεν ήταν εκείνη τη μέρα στο γραφείο, ήταν άρρωστος. Πήγα στο σπίτι του που ήταν στην οδό 28ης Οκτωβρίου, μου άνοιξε η σύζυγός του, «λέω τον κύριο Στραβομύτη θα ήθελα»! Έκανα λάθος, μου λέει «ελάτε...». Πράγματι το θέμα τακτοποιήθηκε. Δυό- τρείς μέρες μετά εγκαταστάθηκα στο νοσοκομείο, μου δώσανε ένα ωραίο δωμάτιο, με ωραία τουαλέτα, έτρωγα μέσα, κι η δουλειά μας είχε να κάνει με ανθρώπους. Αυτές είναι οι καλύτερες δουλειές όταν είναι της προσφοράς. Δούλευαν πολλές μαίες στο νοσοκομείο; Πριν από μένα είχε πρακτικές μαίες το νοσοκομείο της Ρόδου, θυμάμαι μάλιστα δύο μουσουλμάνες, τη μια τη λέγανε Σερεβέ, μετά φύγανε αυτές. Το μαιευτήριο στο νοσοκομείο ήταν σε όροφο και έβλεπες τη θάλασσα των Τριαντών που ήταν απέραντη. Ήτανε ωραίο νοσοκομείο, μικρό σε σχέση μ΄ αυτά που είδα αργότερα στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη που δούλεψα, αλλά ωραίο. Πως είναι οι γυναίκες όταν πονάνε για γέννα; Θα ΄χετε δει και θα’ χετε δει εσείς όλα αυτά τα χρόνια… ʼλλες έχουν πάρα πολύ υπομονή, άλλες φωνάζουν, άλλες δεν φωνάζουνε. Εκεί φαίνεται κι ο χαρακτήρας της κάθε μιας. Πώς αισθανόσασταν όταν ερχόταν στον κόσμο ένα μωράκι και το βλέπατε πρώτη εσείς; Δεν υπάρχουν λέξεις! Όταν βλέπεις να βγαίνει το κεφαλάκι πρέπει να γυρίσεις κάθετα τους ώμους, εκεί είναι η δουλειά. Βάζεις το δάχτυλο να βγάλεις τα χεράκια του. Μέχρι το 1960-61 οι μαίες έκαναν τους τοκετούς, μετά κοιτούσαν τις διαστολές, τους παλμούς… Τα παιδιά είναι τα κεριά που καίνε, κι εύχομαι να καίνε μέχρι τα βαθιά γεράματα. Εσείς που είχατε να κάνετε κυρίως με γυναίκες στη ζωή σας, τι έχετε να πείτε για τους άντρες; Οι άντρες είναι καλύτεροι από τις γυναίκες, αρκεί να κάνεις υπομονή μαζί τους. Έμαθα στη ζωή μου να μην απαντώ και να μιλάω όταν περνούσε το πρόβλημα. Και στη δουλειά μου μετά ως διευθύνουσα του «Τατιάνα», του μεγαλύτερου μαιευτηρίου της Θεσσαλονίκης καμία δεν πρόσβαλα μπροστά σε κόσμο. Είχα ένα μπλοκάκι γυρνούσα τα πατώματα, έβλεπα, κι έγραφα. Μετά τις φώναζα στο γραφείο. Προσβάλεις τον εαυτό σου. Ο άνθρωπος κάνει τις καλές πράξεις για τον εαυτό του και τις κακές για τον εαυτό του. Ροδίτισσες γνωρίσατε τότε; Πάρα πολλές, ονόματα δεν θυμάμαι. Θυμάμαι τη μοδίστρα μου την Ειρήνη Γιαλούση που πέθανε πριν δυό χρόνια. Έμενε απέναντι από το Ενυδρείο, πήγαινα και ραβόμουνα. Τις Κυριακές πήγαινα εκκλησία στον Ευαγγελισμό, εκεί πολλές κυρίες μου έλεγαν ότι θέλουν να μου ανοίξουν το σπίτι τους. Ήτανε ανοιχτοί άνθρωποι, μόλις είχανε φύγει οι Ιταλοί, είχανε άλλες επιρροές σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα. Το ΄λεγα στο Θανάση Καραγιάννη, και γελούσε, μου λεγε «εσύ Μαίρη μας βλέπεις έτσι γιατί μας αγαπάς πολύ». Θυμάμαι τους φίλους που έχω μέχρι σήμερα στο Παραδείσι, θυμάμαι τον Φιλέρημο, υπέροχο μέρος, τον Αρχάγγελο τις φωτογραφίες που βγάζαμε με τα κορίτσια, έχω πολλές φωτογραφίες από τη Ρόδο εκείνης της εποχής που φωτογραφιζόμασταν. Από τότε ήρθα δυό –τρεις φορές με πρώτη το 1983. Είδα ότι κάποια πράγματα μείνανε στάσιμα. Οι Ιταλοί της Βόρειας Ιταλίας ήταν πολύ δημιουργικοί, είχανε μια ενέργεια. Το ξέρω γιατί τα παιδιά μου σπούδασαν στην Ιταλία, είχαμε το ίδιο σπίτι εκεί οκτώ-εννιά χρόνια. Η Ρόδος ήταν το ωραιότερο νησί, είχε σπίτια διώροφα, με κεραμίδια. Στη Ρόδο μάθατε και μια τέχνη που αναπτύξατε στη συνέχεια και μέχρι σήμερα φτιάχνετε κούκλες με παραδοσιακές φορεσιές! Στην πλατεία Ακαδημίας, απέναντι από το φούρνο του Σουλούνια τότε, μένανε ακόμα Ιταλίδες καλόγριες που φτιάχνανε κούκλες. Αργότερα φύγανε, μετά από ένα χρόνο νομίζω. Έπρεπε να κάνουνε ενέσεις, κι έστελναν εμένα τότε από το νοσοκομείο! Πήγαινα, κι εκεί σιγά-σιγά είδα πως φτιάχνανε τις κούκλες! Τις φορεσιές τις έφτιαχναν μόνες τους, τις υφαίνανε, τις κεντούσανε. Εντυπωσιάστηκα. Είχανε φύγει από το μοναστήρι και μένανε για ένα διάστημα στο κέντρο της πόλης. Τις θυμάμαι μ΄ ευγνωμοσύνη. Πολλά χρόνια αργότερα όταν πια είχα το χρόνο ανέπτυξα μόνη μου την τέχνη που μου δείξανε. Για μένα αυτή η δουλειά ήτανε θείο δώρο. Ασχολούμαι μέχρι σήμερα και δημιουργώ και η δημιουργία είναι το άλφα και το ωμέγα. Έκανα πάρα πολλές εκθέσεις στη Θεσσαλονίκη, έκανα δωρεές στο δήμο, έχω εκδώσει κι ένα βιβλίο. Έχω 300 κούκλες ή 340, θέλω να τις μετρήσω και δεν υπάρχει χρόνος. Συνεχίζω να φτιάχνω. Τη ροδίτικη φορεσιά πως τη φτιάχνετε; Φτιάχνω μόνο αυτή με τις μπότες που είναι από τον Έμπωνα. Η Ρόδος δεν έχει φορεσιά και δεν ξέρω γιατί. Η Κάλυμνος έχει, η Κάρπαθος, η Αστυπάλαια έχει πολύ ωραία κυρίως στο κεφαλόδεσμο, η Πάτμος έχει την καλύτερη, η Ρόδος έχει την μπονιάτικη! Τώρα πως ζείτε; Στο σπίτι μου το ωραίο στις Σαράντα Εκκλησιές που βλέπει όλη τη Θεσσαλονίκη, με τις κούκλες μου και τα βιβλία με φορεσιές που ξεφυλλίζω. Πανάκριβα είναι… Τις πιο ωραίες τις έχει αυτό της Αγγελικής Χατζημιχάλη. Τώρα κανείς δεν φτιάχνει τέτοιες φορεσιές. Είναι πολλά χρόνια που δεν εργάζομαι πια, υπήρξα και προϊσταμένη στο ΙΚΑ, και διδάσκουσα στο ΤΕΙ… Μέχρι σήμερα ό,τι χρειαστούν στην πολυκατοικία πηγαίνω: και την πίεση να τους πάρω και την ένεση να τους κάνω. Πιστεύω πολύ στην αγάπη.

Διαβάστε ακόμη

Από την Ιατρική και τις νευροεπιστήμες στη σκηνοθεσία και το Φεστιβάλ Δράμας-Ο Ροδίτης Άκης Σταυρόπουλος μιλά για τη διαδρομή του

Γιώργος Συμεωνίδης: «Η τύχη η δική μου ήταν καλή και έζησα…»

Ράνια Ζαχαροπούλου: «Η Ρόδος δίνει τη μάχη για να γίνει πρότυπο αυθεντικότητας»

Στη Νίσυρο, η Παναγία Σπηλιανή κρατά ζωντανά τα έθιμα του Δεκαπενταύγουστου

Ιωάννης Κανάκης: Η διαδρομή από τη Ρόδο στη Γερμανία: Μια πορεία ευθύνης, πίστης και χειρουργικής εξέλιξης

Φώτης Μάγγος: Από τους Λειψούς στο τιμόνι της νησιωτικής πολιτικής

Σάββας Καραντζιάς: «Η Ρόδος να ταξιδεύει, να ακούγεται και να εμπνέει πέρα από τα ελληνικά σύνορα»

Χάιντι-Καθολική Κόιβιστο: Οδηγός ασθενοφόρου στη Φινλανδία… φοβάται όταν οδηγεί στη Ρόδο!