Η πειρατεία και τα Δωδεκάνησα από τον 16ο μέχρι τον 18ο αιώνα
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 2467 ΦΟΡΕΣ
Του
Κυριάκου Μιχ. Χονδρού
Οι κουρσάροι της Μπαρμπαριάς και της Μάλτας και η δράση τους εναντίον των νησιών του Νοτίου Αιγαίου, αυτού που ονομάζουμε σήμερα Δωδεκάνησα, βρισκόταν μέχρι πρόσφατα στο περιθώριο της ιστοριογραφίας. Γι’ αυτό και δεν υπάρχουν ειδικές μελέτες που να αναπτύξουν και να καταγράφουν το διαχρονικό φαινόμενο αυτό.
Είναι όμως γνωστό, πως οι κουρσάροι, οι πειρατές μουσουλμάνοι και χριστιανοί λεηλατούσαν επί πολλούς αιώνες τα νησιά του Αιγαίου και ιδιαίτερα αυτά του Νοτίου, τόσο τα καράβια τους όσο και τη στεριά τους.
Εξορμώντας κυρίως από τα παράλια της Βόρειας Αφρικής, της Μάλτας και της Ιταλίας ασκούσαν βία, αρπαγή περιουσιών, αρπαγή ανθρώπων όπου στη συνέχεια πουλούσαν σε σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Το αποτρόπαιο έργο τους, το οποίο είχαν αναγάγει σε επάγγελμα, αποτυπώθηκε στο δωδεκανησιακό λαϊκό πολιτισμό, όπως σε παραμύθια, δημοτικά τραγούδια, παροιμίες και λαϊκές διηγήσεις. Ακόμα και σε τοπωνύμια και σε επώνυμα.
Η δραστηριότητα των πειρατών άνθησε και ευδοκίμησε στη λεκάνη της Μεσογείου. Τα καράβια τους, με μια σειρά ονομάτων που προσδιορίζουν τη χρήση και τον εξοπλισμό τους, είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος των κατοίκων, ακόμα και όταν τα έβλεπαν από μακριά!
Η πειρατεία, έχει τις ρίζες της στους αρχαίους ελληνικούς χρόνους. «Ο πλους εις την Μεσόγειον – θα μας πει ο Δικαίος Βαγιακάκος- αποτέλει πρόβλημα δυσκολώτατον, ως μαρτυρεί και το κάτωθι σκωπτικόν επίγραμμα του Νικάρχου (11.62):
Εις Ρόδον ει πλεύσει τις Ολυμπικόν ήλθεν ερωτών
τον μάντιν και πως πλεύσεται ασφαλέως.
Χω μάντις πρώτον μεν έφη, κοινήν έχε την ναύν,
και μη χειμώνος, του δε θέρους ανάγου.
Τούτο γαρ αν ποιής ήξεςι κακείσε και ώδε
αν μη πειρατής εν πελάγει σε λάβη.
Η Μεσόγειος, η εμπορική και ναυτιλιακή σημασία της υπήρξε σημαντική από τα αρχαία χρόνια και εξακολουθεί να έχει πολυάριθμα και σπουδαία λιμάνια που βρίσκονται στις ακτές της, όπως είναι η Βαρκελώνη, η Μασσαλία, η Γένοβα, η Νεάπολη, η Βενετία, η Τεργέστη, το Αλγέρι, η Αλεξάνδρεια, η Χάιφα, η Βηρυττός, η Θεσσαλονίκη, ο Πειραιάς, η Κωνσταντινούπολη, η Κωνστάντσα και η Οδησσός.
Από τη πειρατεία που αναπτύχθηκε δεν γλύτωσαν τα νησιά του Ν. Αιγαίου Αστυπάλαια, Τήλος, Χάλκη, Πάτμος, Κάρπαθος, Καστελλόριζο και χωριά της Ρόδου.
Από τα μεσαιωνικά χρόνια η πειρατεία θα αποτελέσει κύρια οικονομική δραστηριότητα πολλών χωρών. Η παρουσία του Τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, που κυρίευσε τα νησιά των Νοτίων Σποράδων, ανάμεσα στα οποία και το Καστελλόριζο, περιόρισε κάπως τη πειρατεία.
Τόσο το Βατικανό, όσο και οι μεγάλοι μάγιστροι απαγόρευαν την πειρατεία σε χριστιανικά πλοία. Για τις πειρατικές αυτές δραστηριότητες, λειτουργούσαν παπικά δικαστήρια στη Ρώμη, επίσης ιεροδικαστήρια και λαϊκά εμπορικά δικαστήρια για να προσφεύγουν και να επιλύουν τις σχετικές υποθέσεις οι εμποροπλοίαρχοι.
Το Τάγμα διευκόλυνε εμπορικές και ναυτιλιακές δραστηριότητες κατασκευάζοντας σε ορισμένα λιμάνια αποβάθρες και αποθήκες. Κι ακόμα επάνδρωσε σε όλα σχεδόν τα νησιά σκοπιές – βιγλάτωρες για να παρακολουθούν τις κινήσεις των πειρατών και να ειδοποιούν αμέσως τις αρχές και τους κατοίκους, ώστε να λάβουν μέτρα προφύλαξης.
Οι πειρατές είχαν όμως και αντιπάλους. Π.χ. οι εχθροί των κουρσάρων της Μάλτας ήταν οι Μπαρμπαρέζοι και το τουρκικό ναυτικό. Οι Μπαρμπαρέζοι είχαν ανάλαφρα σκαριά και γρήγορο ρεσάλτο. Οι Τούρκοι είχαν πανίσχυρες γαλέρες.
Οι Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη, «...λέγεται δε ότι ήσαν ούτοι εξίσου πειραταί ως οι Τούρκοι και ολιγώτερον ανεξίθρησκοι απέναντι των ορθοδόξων Ελλήνων» θα μας πουν οι C.B. Booth και Isabelle Bridge Boot (1930) σ. 69.
Ούτε είναι σε πολύ κόσμο γνωστό ότι οι Ιππότες που ξέπεσαν όταν έφυγαν από τη Ρόδο, έγιναν άριστοι κουρσάροι. Πολλά από τα καράβια τους είχαν σημαία των Ιπποτών. Ούτε είναι γνωστό πως Άγγλοι, Γάλλοι, Ολλανδοί και άλλοι Ευρωπαίοι ήσαν κι αυτοί κουρσάροι, κι όχι μόνο οι Τούρκοι.
Ο Πιρί Ρείς ναυτικός και χαρτογράφος συμμετείχε ως το θάνατό του θείου του και μέντορά του, (1511) σε διάφορες αποστολές στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, χτυπώντας τους Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου [Λούπης Δημ., Η επιρατεία στα Οθωμανικά ναυτικά κείμενα, σ. 85].
Ο Χαϊρεντίν Μπαρμαρός, ο τρομερός κουρσάρος της Μεσογείου στην εκστρατεία του εναντίον των βενετικών νησιών του Αιγαίου, έφτασε (1531) και στην Κάρπαθο και στη Σαρία όπου λεηλάτησε και κατέστρεψε ό,τι μπορούσε.
Ο Σεϊντί Αλί Ρείς, ναύαρχος του αιγυπτιακού στόλου είχε λάβει μέρος στην εκστρατεία της Ρόδου υπηρετώντας τον Σουλτάνο Σουλεϊμάν και στη συνέχεια συμμετείχε σχεδόν σε όλες τις εκστρατείες από στεριά και θάλασσα.
Ο Κιατίμπ Τσελεμπί, λόγιος, αυτός που άνοιξε νέους ορίζοντες στην οθωμανική κοσμολογική, γεωγραφική και χαρτογραφική αντίληψη, περιλαμβάνει για την εκστρατεία του σουλτανικού στόλου τη Ρόδο.
Όταν η Ρόδος και τα περισσότερα από τα σημερινά Δωδεκανησα, έπεσαν στα χέρια των Τούρκων (1522-23), το ναυτικό θα πρωταγωνιστήσει. Τόσο από τη πλευρά του Τάγματος, το οποίο είχε στη διάθεσή του μεγάλο επιβατηγό – φορτηγό πλοίο το «Αγία Άννα», για να μεταφέρει τους Ιππότες και τους Ροδίτες στη Δύση, όσο και από τη πλευρά των Τούρκων οι οποίοι αγκυροβόλησαν στο νησί γαλέρες και φούστες σε μόνιμη βάση. Το 1523, ο σουλτάνος διαβεβαίωνε στους Βενετούς ότι το θαλάσσιο εμπόριο θα συνεχιστεί απρόσκοπτα. Πράγματι για να διευκολυνθούν τα ταξίδια και να εδραιωθεί η ασφάλεια στις θάλασσες, δόθηκε εντολή στον αρχικουρσάρο Κούρτογλου να μεταβεί με 6 γαλέρες στη Ρόδο και να τεθεί στην υπηρεσία του κυβερνήτη του νησιού για την πάταξη τη πειρατείας [Τσιρπανλής Ζαχ. (2002) σ. 30].
Η πάταξη της πειρατείας απέτυχε πολύ γρήγορα. Οι εξοπλισμοί γαλερών, οι διώξεις Τούρκων πειρατών, οι πειρατικές γαλέρες και η ανασφάλεια των ταξιδιών στο Αιγαίο, περιλαμβάνονται σε αλληλογραφία μεταξύ του Βενετού προξένου στη Ρόδο και των Βενετικών αρχών της Κρήτης [Τσιρπανλής Ζαχ.(2002) σ. 32].
Όπως θα δούμε στη συνέχεια η πειρατεία όχι μόνο θα συνεχιστεί, αλλά και θα φουντώσει.
Στα 1631 ένας Μαλτέζος καπετάνιος μιας ελαφρά οπλισμένης υαρτάνας με 90 άντρες και λίγα κανόνια, θα δεχθεί επίθεση στη θαλάσσια περιοχή της Κύπρου από 8 γαλέρες του Μπέη της Ρόδου. Οι Τούρκοι, τράπηκαν σε φυγή, αφού υπέστησαν σοβαρές ζημιές.
Οι κουρσάροι έβρισκαν στόχους σε περιοχές όπου σύχναζαν νηοπομπές, όπως η θαλάσσια περιοχή ανάμεσα σε Αίγυπτο και Αγίους Τόπους (στα νερά της Δαμιέτης), στα ανοιχτά της Ρόδου και στα νερά των Εφτά Κάβων, απέναντι από το Καστελλόριζο.
Στα 1659, ένας Χιώτης ο Στέφανος Καστέλλο έφυγε από τη πατρίδα του για την Αλεξάνδρεια με μια ροδίτικη σάϊκα, έχοντας μαζί του 1.800 ρεάλια, υφάσματα και ασήμι. Συνεργάσθηκε με άλλους Έλληνες και με μια δεύτερη σάϊκα φόρτωσαν ρύζι, λινάρι και άλλα είδη με προορισμό το λιμνάνι της Κωνσταντινούπολης.
Την ίδια περίοδο, ο Μαλτέζος κουρσάρος Αλόνδο γεννημένος στη Ρόδο, είχε ένα ικανότατο πλοηγό, στον οποίο εμπιστευόταν τις επιχειρήσεις του, δηλαδή τις πειρατικές επιδρομές. Όμως το τέλος του πλοηγού του ήταν πολύ δυσάρεστο. Τον συνέλαβαν οι αντίπαλοι του Αλόνδου στην Ανατολή και αφού τον έγδαραν ζωναντό, γέμισαν το τομάρι του άχυρα και το κρέμασαν σε μια από τις πύλες της Ρόδου.
Ο καπετάν Νατάλε, στα 1739, πραγματοποιούσε όπως και στα προγούμενα χρόνια το ίδιο δρομολόγιο: Κρήτη – Ρόδο και Κύπρο και άλλες πάλι φορές στα παράλια της Μικρασίας και της Δαμιέτης. Το καλοκαίρι του 1740 πήγε στη Χάλκη, όπου παρέμεινε μια εβδομάδα προκειμένου να αντικαταστήσει το κατεστραμένο του άλμπουρο με άλλο που είχε αρπάξει από κουρσεμένο πλοίο. Ο Νατάλε, όταν ήθελε να ξεχειμωνιάσει πήγαινε στις Κυκλάδες αφού διέσχιζε τα νερά της Ρόδου και οι πρώτοι του αγαπημένοι σταθμοί ήταν η Αντίπαρος, η Δήλος και η Κίμωλος.
Οι Μαλτέζοι, στα 1659, όταν ο Ποσέ Ονοράτο πειρατής καπετάνιος άρπαξε το πλοίο του Καστελλο εισέπραξε από Χιώτη ναυτικό 3.000 ρεάλια για να αφήσει ελεύθερη τη σάϊκα του.
Ο Ποσέ έδωσε εντολή στον υποπλοίαρχο Δημήτρη Νουρσέλλα να ηγηθεί μαζί με 27 πειρατές και να πάνε στα νησιά Κάρπαθο και Σαρία για λαφυραγώγησει όσα πλοία βρει που να ανήκουν στους εχθρούς της καθολικής πίστης. Κι αφού θα κάνει το γύρο των νησιών αυτών να πάει να βρει τη φρεγάτα, το μητρικό του πλοίο στο Καστελλόριζο ή στο κόλπο του Φοίνικα. Το ταξίδι αυτό να μην διαρκέσει περισσότερο από 3 – 4 μέρες.
Οι Μαλτέζοι κουρσάροι κρατούσαν ημερολόγιο των δραστηριοτήτων τους! Από αυτά γνωρίζουμε πως στις 3.11. 1740 πήγαν στο πόρτο της Πάτμου και έκαναν ρεσκάτο τη σαϊκότα και θα σημειώσουν «τα μισά δικά μας 150 πιάστρα». Οι ίδιοι, αφού κυρίευσαν ένα τσεμπέρι (πλοίο) το μετέφεραν στην Πάτμο και το πούλησαν σε κάποιο χριστιανό.
Το 1740 ο κουρσάρος Ρόσι, μπήκε στο λιμάνι της Σαντορίνης, επιτέθηκε σε ένα καίκι που ανήκε στη Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου της Πάτμου όταν αυτό φόρτωνε διάφορες προμήθειες του μοναστηριού.
Κατά το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, σημειώνεται μια ταραγμένη περίοδος για τα νησιά του Αιγαίου. Οι βρετανοτουρκικοί πόλεμοι κατέστησαν την περιοχή θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων αλλά και θαλάσσιος δρόμος διέλευσης αντιμαχομένων καραβιών.
Η πειρατεία δεν έπαψε να υπάρχει, με θύματα κατοίκους και ναυτιλομένους.
[Δημήτρης Δημητρόπουλος, Εξεγέρσεις και απελευθερωτικοί οραματισμοί πριν από τη μεγάλη ελληνική Επανάσταση του '21, Πειρατεία και κούρσος στο Αιγαίο τον 17ο αιώνα, εφημ. Τα Νέα 22.08.2000].
Βασικές αιτίες ανάπτυξης του εμπορικού στόλου υπήρξαν η συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), όπου έδωσε ελευθερία κινήσεων και οι πόλεμοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που εξαφάνισαν τον ανταγωνισμό. Από εκείνη την περίοδο ιδρύονται ναυτικοί συνεταιρισμοί.
Κατόπιν αυτών, αρχίζει μια καινούργια περίοδος πνευματικής και πολιτιστικής ανάπτυξης ιδιαίτερα σε περιοχές που είχαν εμπορική ναυτιλία. Οι νησιώτες σταματούν να ταξιδεύουν με μικρά καϊκια και κατασκευαζουν μεγαλύτερα των 100. 200 και 400 κόρων [Γεωργίου (1969), σ. 18].
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η εμπορική ναυτιλία ως μέγιστος παράγοντας, θα συνετελέσει στη διαιώνιση της ελληνικής φυλής και θα κατορθώσει να επιχήσει από τις επιδρομές.
Τα μικρασιατικά παράλια και η επικοινωνία αυτών με λιμάνια της Αλεξάνδρειας και της Ιταλίας, προσφέρουν μεγάλες ευκαιρίες στους Καστελλοριζιούς ναυτικούς και εμπόρους, να επιδοθούν με κερδοφόρα ταξίδια, μεταφέροντας ξυλεία, βελανίδια, κάρβουνο, κηπευτικά, δέρματα κ.ά. Ταξιδεύουν γνωρίζουν άλλες ξένες χώρες και αισθάνονται ελευθερία, μακριά από την τουρκική σκλαβιά.
Ονομασίες πειρατικών πλοίων
Βαϊσώ
Γαμπάρα
Γαλεόνι
Γαλιότα
Γαλέρα
Γολέτα
Καϊκι
Κορβέττα
Μαρτιγάνα
Μίστικο
Μπρατσέρα
Μπομπάρδα
Μπριγιαντίνι
Μπρίκι
Νάβα
Πολάκκα
Σαϊττιά
Σακολέβα (ή ταρτάνα)
Τεσρνίκι
Φρεγάτα
Φούστα
Βιβλιογραφία:
1.Τσιρπανλής Ζαχ., Στη Ρόδο του 16ου – 17ου αιώνα Ρόδος 2002.
2.C.D.Booth – Isabelle Bridge Boot, Αι Ιταλικαί κτήσεις εν τω Αιγαίω, 1930.
3.Βαγιακάκος Δικ., Πειρατεία και γλώσσα, Αθήνα, 2003.
4. Κραντονέλλη Αλ., Ελληνική πειρατεία και κούρσος, Αθήνα 1998.
5.Peter Earle, Κουρσάροι της Μάλτας και της Μπαρμπαριάς (μτφρ. Μιχ. Κοκολάκης) εκδ. Αλεξάνδρεια, 2010.
6.Ήμελλος Στέφ. Δ., Λαογραφικά, τ.2, Αθήνα 1992.
7. Κόλλιας Ηλ., Οι Ιππότες της Ρόδου. Το παλάτι και η πόλη. Αθήνα 1991.
8. Χονδρός Κυρ., Ιστιοφόρος Στόλος Δωδεκανήσου (18ος – 19ος αι.), αδημοσίευτο.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News