«Ο ακαταδίωκτος» είναι ένας ωραίος τίτλος αθλητικού pulp fiction

«Ο ακαταδίωκτος» είναι ένας ωραίος τίτλος αθλητικού pulp fiction

«Ο ακαταδίωκτος» είναι ένας ωραίος τίτλος αθλητικού pulp fiction

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 410 ΦΟΡΕΣ

Στην προηγούμενη αναφορά μου προσπάθησα να κατανοήσω τι νόημα έχει το ακαταδίωκτο στους λοιμωξιολόγους κι αν ό, τι θεσπίστηκε ως προστασία αυτών μπορεί να λειτουργήσει στον αθλητισμό, όπου όλοι τρέχουν και οι περισσότεροι δεν φτάνουν όπου θέλουν.

Είναι μια δύσκολη περίπτωση γιατί έχουμε να κάνουμε με αθλητές γρήγορους στα πόδια και παράγοντες ακόμα πιο γρήγορους στο μυαλό… Στην ψυχή δεν αναφέρομαι, γιατί το έκανα κι άλλοτε και παραλίγο να πέσω στα Προζάκ…

Αυτή η λέξη είναι απίστευτη, υπάρχει ως λήμμα στα λεξικά φυσικά, όμως η χροιά και η όψη της ορθογραφικά παίρνει δύναμη περισσότερη σ’ ένα pulp fiction, ένα άρλεκιν και μια φτηνή ιστορία σε πολυτελή έκδοση ενός ατάλαντου.
Είμαι σίγουρος ότι η λέξη παρήχθη μες στον δρόμο ή στην καλύτερη περίπτωση σ’ ένα χαμαιτυπείο, εκεί όπου όλα έχουν νόημα και τίποτα δεν πέφτει ζαλισμένο στο πάτωμα…

Ο ακαταδίωκτος είναι ένας μποέμ τύπος, δεν φοβάται ούτε καν τον ίδιο του τον εαυτό, και στον αθλητισμό έχουμε πολλούς τέτοιους με πούρα στα επίσημα των εξεδρών γηπέδων από τη Γ’ Κατηγορία τοπικού έως και το Champions League. Ωραίος τίτλος και για ταινία είναι, εδώ που τα λέμε, το σενάριο ως αληθινή ιστορία υπάρχει ήδη στον …αέρα και μένει μόνο να βρεθούν όλοι όσοι περπατούν στα αθλητικά μονοπάτια γύρω μας για να τους προταθούν οι ρόλοι. Θα τους δεχτούν με χαρά, μην έχετε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό.
Να λοιπόν τι υπάρχει σε δύο λεξικά αν ψάξετε το λήμμα «ακαταδίωκτος-η-ο» χωρίς περεταίρω επεξηγήσεις, γιατί οι σπόντες …πετούν ήδη.

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ακαταδίωκτος -η -ο
[akataδíoktos] Ε5: 1. που δεν μπόρεσαν ή που δε θέλησαν να τον καταδιώξουν: Ο εχθρός κατόρθωσε να υποχωρήσει ~. Tους άφησαν ακαταδίωκτους. 2. (νομ.) α. που έχει διαφύγει την ποινική δίωξη: Kαταχραστής που παραμένει ~. β. που δεν υπόκειται σε ποινική δίωξη: Aδίκημα νομικά ακαταδίωκτο. || (ως ουσ.) το ακαταδίωκτο, η ιδιότητα του ακαταδίωκτου.
[λόγ. α- 1 καταδιωκ- (καταδιώκω) -τος]

[Λεξικό Γεωργακά]
ακαταδίωκτος, -η, -ο
[akata∂íoktos] (& ακαταδίωχτος)
① not pursued, unpursued: οι προφυλακές υποχώρησαν ακαταδίωκτες | κι αν ακόμα τους άφινε ο Oκτάβιος ακαταδίωκτους, η καταστροφή τους θα επήρχετο αφ' εαυτής (Roussos)
② law unprosecuted or unprosecutable (syn αδίωκτος): είναι αδίκημα νομικώς ακαταδίωκτο | οι εγκληματίες δεν αφήνονται ακαταδίωκτοι | πολλοί καταχραστές του δημοσίου χρήματος μένουν ακαταδίωκτοι [cpd w. καταδιωκτός (cf der καταδιωκτ-ικός): καταδιώκω].

ΤΣΑΜΠΙΚΟΣ ΠΑΤΣΑΪΣ

Διαβάστε ακόμη

Άρης Λυκογιάννης: «Δεν πιστεύω ότι σήμερα υπήρχαν τα ίδια κριτήρια για τις δύο ομάδες...»

Ο Άρης Μιχαηλίδης στον πάγκο του ο Άρη Αρχαγγέλου

‘Hττα στις λεπτομέρειες για τον Κολοσσό H Hotels Collection από την Έροκσπορ στην Καλλιθέα

Τα αποτελέσματα των Αγώνων Δεξιοτεχνίας Αυτοκινήτων στον Άγιο Σουλά

Τρία μετάλλια για τον Ροδήλιο στην 39 ποδηλατική Ανάβαση Υμηττού

Το «Rhodes Volleyball Camp» στην πλατεία Δημαρχείου από 8 έως 10 Νοεμβρίου

Με την ψυχολογία και τη διάθεση ο Κολοσσός H Hotels Collection σήμερα εντός απέναντι στην Έροκσπορ

LFC Ιαλυσού: «Αυτή η ομάδα είναι τα κορίτσια της»-Ιωάννα Σακομήτρου