Η Ρόδος σε μεσαιωνικά λογοτεχνικά κείμενα από τον 10ο μέχρι τον 15ο αιώνα
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1318 ΦΟΡΕΣ
Τα Καταλόγια ή τα Ερωτοπαίγνια
Γράφει ο Κυριάκος Χονδρός
chondros.kyr@gmail.com
Οι μυθιστορίες είναι ηρωικές διηγήσεις υπερβολικά σε έκταση που φανερώνουν αγάπη για το θαυμαστό, συναρπαστικά περιστατικά, περίτεχνες περιγραφές και συγκινητικές ερωτικές περιπέτειες. Στα λογοτεχνικά μεσαιωνικά κείμενα, έχει θέση και η Ρόδος.
Μεσαίωνας ονομάζεται η χρονική περίοδος της ευρωπαϊκής ιστορίας που διαδέχεται την περίοδο της Αρχαιότητας και τελειώνει με την περίοδο της Αναγέννησης.
Διήρκεσε περίπου 1.000 χρόνια και έμεινε γνωστός ως η περίοδος των Σκοτεινών Αιώνων. Επηρεασμένοι από τη σύγκριση με την περίοδο της Αναγέννησης και της έντονης καλλιέργειας των ανθρωπιστικών επιστημών, οι ιστορικοί, κυρίως της εποχής του Διαφωτισμού, χαρακτήρισαν τον Μεσαίωνα ως περίοδο θρησκευτικού φανατισμού και οπισθοδρόμησης.
Η επιστημονική έρευνα έχει ωστόσο αποδείξει τα τελευταία χρόνια, ότι ορισμένα ζητήματα αυτής της «σκοτεινής» περιόδου, είναι ενδεχομένως λίγο παρεξηγημένα. Ειδικότερα, όσον αφορά την απονομή δικαιοσύνης, ο Μεσαίωνας είναι λιγότερο σκληρός από τα πρώτα χρόνια της Θρησκευτικής Μεταρρύθμισης και της Αναγέννησης. Οι μύθοι όμως κυριάρχησαν και επηρεάζουν την εικόνα του σημερινού ανθρώπου για τη μακρινή εποχή.
Ο Μεσαίωνας είναι η περίοδος μεταξύ της πτώσης της Ρώμης και της Αναγέννησης. δηλαδή περίπου μεταξύ 476 μ.Χ. και 1600 μ.Χ. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο Μεσαίωνα χωρίζεται από τους ιστορικούς σε τρεις μικρότερες περιόδους. Αυτές οι μικρότερες περίοδοι είναι ο Πρώιμος Μεσαίωνας, ο Υψηλός Μεσαίωνας και ο
Ύστερος Μεσαίωνας. Η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και η εισβολή των Ρωμαίων από τους Γερμανούς σηματοδοτούν τον Πρώιμο Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα, ο Πρώιμος Μεσαίωνας είδε και μερικές άλλες εισβολές.
Είναι δε μυθιστορίες ιστορικές ή φανταστικές εμπνευσμένες από το ιδεώδες του ρομαντικού έρωτα και την ιπποτική αβροφροσύνη και είναι γραμμένες σε έμμετρο ή πεζό λόγο, ανάμικτες από λόγια και δημώδη στοιχεία γλώσσα.
Τα πρώτα δείγματα της νεότερης ευρωπαϊκής ποίησης συνιστούν η ιπποτική μυθιστορία και η ποίηση των τροβαδούρων. Κατά τα τέλη της πρώτης χιλιετίας μ.Χ. η μεσαιωνική λογοτεχνία διαφοροποιείται από αυτήν του Πρώιμου Μεσαίωνα. Διατηρεί την έμμετρη μορφή και αναπτύσσει ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα.
Οι ιπποτικές μυθιστορίες καθώς και τα τραγούδια των τροβαδούρων (11ος – 12ος αι.), στη Δυτική Ευρώπη ξεπερνούν το επικό η θεολογικό χαρακτήρα της πρότερης λογοτεχνίας. Επιχειρούν να καταγράψουν τα συναισθήματα και τις επιθυμίες του μεσαιωνικού ανθρώπου.
Δυο λογοτεχνικά κείμενα της εποχής είναι: «Το χτένι της Γκουίνοβερ» του Ντε Τρουά και Canzo του Αρνώ.
Η πρώτη καταγραφή προφορικών ιστορημάτων και θρύλων είναι το τραγούδι του Ρολάνδου de Roland Chanson ή το έπος του «Σιντ» (10ος – 12ος αι.). Σύμφωνα με τον Λίνο Πολίτη η κομβική αυτή εξέλιξη σηματοδοτεί την έναρξη της κοινής ευρωπαϊκής ιστορίας των γραμμάτων.
Η αναγέννηση της λυρικής ποίησης επικεντρώνει επιθυμίες και πάθη του ανθρώπινου υποκειμένου, ενώ γίνεται αναφορά για τα βάσανα του έρωτα ενώ σε δεύτερη μοίρα μπαίνουν ηρωικά κατορθώματα όσο σημαντικά κι αν είναι. Το ίδιο έγινε και στην αρχαία Ελλάδα όταν μετά την επική άνθηση, ακολούθησε η λυρική ποίηση στα παράλια της Ιωνίας.
Η θεματική και το ύφος των έμμετρων μυθιστορημάτων και των τροβαδούρων εμπεριέχουν έντονα στοιχεία λυρισμού ή σάτιρας και το ύφος τους χαρακτηρίζεται από ρεαλιστική αναπαράσταση αισθηματικών περιπετειών.
Τα λυρικά ποιήματα γράφονται τραγουδιούνται ή ακούγονται σε δημώδη γλώσσα.
Σταθμός για τον 12ο αιώνα αποτελεί το Έπος: Διγενής Ακρίτας.
Στα τέλη του 12ου μ.Χ. αιώνα εμφανίζεται εντυπωσιακή παραγωγή έμμετρων μυθιστοριών, με περιεχόμενο περιπετειώδεις ιστορίες με περιγραφές ερωτικών σκηνών, αποχωρισμών και αναγνωρίσεων εραστών. Υπάρχουν τέσσερις μυθιστορίες αυτού του τύπου κατά την περίοδο αυτή, που αποτελούν έξοχα δείγματα βυζαντινής μυθιστορίας.
Πρόκειται για τα έργα:
«Τα κατ' Αρίστανδρον και Καλλιθέαν» του Κωνσταντίνου Μανασσή, «Τα κατά Ροδάνθην και Δοσικλέα» του Θεόδωρου Προδρόμου (Πτωχοπροδρόμου), «Τα κατά Δροσίλλαν και Χαρικλέα» του Νικήτα Ευγενιανού και «Το καθ' Υσμίνην και Υσμηνίαν» του Ευσταθίου Μακρεμβολίτη, τα οποία γράφτηκαν στο πλαίσιο της ουμανιστικής κίνησης που εκδηλώθηκε κατά την περίοδο του Μανουήλ Α' Κομνηνού (1143 - 1180).
Η μυθιστορία «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη» αποτελεί έξοχο δείγμα ελεγειακού-ερωτικού ύφους, το οποίο, όπως υποστηρίζει και πάι ο Μάριο Βίττι, θεωρείται ότι γράφτηκε από τον Ανδρόνικο Παλαιολόγο της αυτοκρατορικής οικογένειας, στα πρώτα χρόνια του 14ου αιώνα.
Το ίδιο αφηγηματικό και λυρικό ύφος βρίσκεται και στη μυθιστορία «Λίβιστρος και Ροδάμνη», που τοποθετείται στον 14ο μ.Χ. αιώνα, με άμεση όμως σχέση με τα δυτικά πρότυπα και τη δυτική θεματολογία, όπως και στα ιπποτικά-ερωτικά μυθιστορήματα «Φλώριος και Πλατζιαφλώρα» και «Ιμπέριος και Μαργαρώνα».
Η πιο γνωστή, κατά την Αναγέννηση, ελληνική μυθιστορία ήταν «Τα κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα», έργο γραμμένο από τον Αχιλλέα Τάτιο, Έλληνα μυθιστοριογράφο από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου που έζησε τον 5ο μ.Χ. αιώνα, ο οποίος περιγράφει τις περιπέτειες δύο εραστών με ευγενική καταγωγή.
Στον 13ο αιώνα τοποθετείται το μοναδικό χειρόγραφο που σώζει τους Στίχους του Μιχαήλ Γλυκά, καθώς και το παλαιότερο από τα 19 που περιέχουν τις διάφορες εκδοχές του Σπανέα. Επίσης, στο γύρισμα του αιώνα, περίπου το 1300, εικάζεται ότι τοποθετείται το χειρόγραφο της Grottaferrata του Διγενή, και έτσι είναι πολύ πιθανό ότι στη διάρκειά του δημιουργήθηκε και η αντίστοιχη διασκευή.
Επιπλέον, ίσως τώρα δίνει τα πρώτα του δείγματα στη δημώδη το γραμματολογικό είδος της μυθιστορίας, με έργα που περιγράφονται συνοπτικά ως «έμμετρες ερωτικές μυθιστορίες της υστεροβυζαντινής περιόδου», ενώ παλιότερα αναφέρονταν ως «ιπποτικές μυθιστορίες», χαρακτηρισμός που δεν ανταποκρίνεται σε όλα τα κείμενα του είδους, γι’ αυτό και έχει πια εγκαταλειφθεί. Στο είδος αυτό ανήκουν τόσο έργα πρωτότυπα, δηλαδή γραμμένα απευθείας στα ελληνικά, όσο και κάποια τα οποία αποτελούν μεταφράσεις-διασκευές από δυτικά έργα.
Υποστηρίζεται ότι δύο από τα πρωτότυπα γράφτηκαν μέσα στον 13ο αιώνα: το «Λίβιστρος και Ροδάμνη» στο διάστημα 1240-1260, δηλαδή στη διάρκεια της λατινικής κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης, και το «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα» στο δεύτερο μισό του αιώνα (1270-1290), μετά την παλινόρθωση του βυζαντινού αυτοκράτορα. Ωστόσο, και για τα δύο αυτά έχει προταθεί και οψιμότερη χρονολόγηση, στον 14ο αιώνα, γεγονός που μειώνει ακόμη περισσότερο τη σωζόμενη παραγωγή του 13ου αιώνα.
Η ερωτική μυθιστορία του 14ου αιώνα είναι η «Διήγησις εξαίρετος Βελθάνδρο του Ρωμανού», ανώνυμου συγγραφέα, που αποτελείται από 1348 ανομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους στίχους και παραδίδεται μόνο σε ένα μεταγενέστερο χειρόγραφο (του 16ου αιώνα).
Παρόλο που παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με τη μυθιστορηματική παράδοση της ύστερης αρχαιότητας αλλά και με τα λόγια ομοειδή κείμενα της εποχής των Κομνηνών (12ος αι. μ.Χ.), διακρίνεται για την απουσία παραμυθικών στοιχείων, το ηρωικό/επικό ύφος και τον έντονα βυζαντινό/ελληνικό («ρωμαίικο») χαρακτήρα του.
Η λογοτεχνία που αναπτύχθηκε στα εδάφη της ύστερης βυζαντινής αυτοκρατορίας δεν περιορίστηκε σε αυτές τις περιοχές, αλλά οι τρόποι έκφρασης και κάποια μοτίβα διαδόθηκαν στις φραγκοκρατούμενες περιοχές και επηρέασαν τη συγγραφή άλλων έργων.
Κάποια μυθιστορήματα πρέπει να ήταν γνωστά στον Εμμανουήλ Γεωργιλλά (ή Λιμενίτη), συγγραφέα από τη Ρόδο (1500 περίπου), που έγραψε το Θανατικόν της Ρόδου και μια διασκευή της Βελισσαριάδας. Επιδράσεις από τα ερωτικά μυθιστορήματα διακρίνονται και σε μια συλλογή αυτόνομων ερωτικών ποιημάτων που πιθανολογείται ότι προέρχεται από τη Ρόδο, γνωστή ως Καταλόγια.
Καταλόγια ή Ερωτοπαίγνια ονομάζουμε μια σειρά από ερωτικά ποιήματα που γράφτηκαν στα μέσα του 15ου ως τις αρχές του 16ου αι. (από τη Ρόδο, που αυτή την εποχή κατέχεται από τους Φράγκους) και σώθηκαν σε χειρόγραφα.
Καταλόγι(ν) σήμαινε, κυρίως στα βυζαντινά χρόνια, δημοτικό ερωτικό τραγούδι. Τα ποιήματα αυτά δεν είναι δημοτικά, αλλά βρίσκονται πολύ κοντά στη δημοτική ποίηση.
Κυρίως αφορά τη Β' Περίοδο και πιο συγκεκριμένα τον Λατινοκρατούμενο ελληνισμό ή ουμανισμό με κύρια έδρα τη Ρόδο μεταξύ των ετών από μετά την Άλωση 1453 έως το 1500 περίπου και κυρίως στα μέσα του 15ου αιώνος.
Μεταξύ των καλυτέρων ποιημάτων της περιόδου όπου περιλαμβάνει τους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους, πρέπει να κατατάξουμε και την ενδιαφέρουσα συλλογή ερωτικών στιχουργημάτων, γνωστή με τον γενικότερο τίτλο «Ερωτοπαίγνια» ή «Αλφάβητος της αγάπης», περί της αξίας και της προέλευσης της οποίας πολλά μέχρι τώρα έχουν γραφεί όσον αφορά στον συγγραφέα και την εποχή της συγγραφής.
Αν και δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που μας μαρτυρούν κατά τρόπο ασφαλή τον τόπο της καταγωγής των στιχουργημάτων αυτών. Όμως γλωσσικά στοιχεία και άλλες ενδείξεις καθιστούν πολύ πιθανή την υπόθεση, ότι αυτά εγράφησαν στη Ρόδο.


Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News