Παράκτιες ζώνες και οικονομία
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 356 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Δημήτρης Προκοπίου
Οι παράκτιες ζώνες είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την οικονομία, την κοινωνία και την οικολογία, και ειδικότερα στον τουρισμό.
Ωστόσο αυτή ακριβώς η μεγάλη τους σημασία οδηγεί αναπόφευκτα σε σύγκρουση συμφερόντων για τους διαθέσιμους πόρους, όπως για παράδειγμα, μεταξύ της ανάγκης για προστασία της πανίδας και της χλωρίδας των παράκτιων περιοχών και των επιπτώσεων της οικονομικής εκμετάλλευσής τους, που σε μερικές περιοχές η ένταση είναι ιδιαίτερη.
Πανίδα και χλωρίδα συνυπάρχουν με τουριστικές δραστηριότητες, με καλλιέργειες ψαριών αλλά και λιμενικές δραστηριότητες. Οι ιχθυοκαλλιέργειες δεν πρέπει να συμβαδίζουν με παραλίες λουομένων. Οι παράκτιες ζώνες είναι σε παγκόσμια κλίμακα οι πιο σημαντικές και οι πιο εντατικά αξιοποιήσιμες εκτάσεις, γεγονός που τις καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτες, ως περιοχές πολύ έντονα αναπτυγμένες. Περίπου το 60% του πληθυσμού της Γης έχει εγκατασταθεί σε μια ζώνη που εκτείνεται σε βάθος 60 χιλιομέτρων από την ακτογραμμή, εκμεταλλευόμενο τις ποικίλες πλουτοπαραγωγικές της δυνατότητες, τις ηπιότερες κλιματολογικές συνθήκες και την ευχέρεια της επικοινωνίας.
Κάθε παράκτια ζώνη έχει διαφορετική κατανομή και ιδιαίτερο χαρακτήρα, γι’ αυτό ένας συγκεκριμένος ορισμός για την παράκτια ζώνη δεν υπάρχει. Ο καθορισμός της παράκτιας ζώνης σχετίζεται με τις τοπικές ιδιαιτερότητες και λειτουργίες κάθε κράτους. Στην Ελλάδα, με βάση τον νόμο 2344/1940, ως αιγιαλός ορίζεται η «περιστοίχισα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχόμενη από τας μέγιστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων», και σύμφωνα με την απόφαση 2161/1994 του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι «κοινόχρηστος [και] χρησιμεύει στην επαφή του ανθρώπου με τη θάλασσα εκεί που αυτή συναντάται με την ξηράν.», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου 2971/2001 περί Αιγιαλού παραλίας και άλλες διατάξεις παράκτια ζώνη καλείται «η ζώνη της ξηράς εκείνης που προστίθεται στην όχθη με σκοπό να εξυπηρετείται η επικοινωνία μεταξύ της ξηράς και της θάλασσας ή και αντίστροφα».
Το ελληνικό δίκαιο ωστόσο, δεν αντιμετωπίζει ακόμα τις παράκτιες ζώνες σαν ενιαία οικοσυστήματα ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό των επιμέρους στοιχείων τους, στερώντας τις έτσι, από την πλήρη κάλυψή τους από τις προστατευτικές διατάξεις για το παράκτιο περιβάλλον, εκτός εάν η ίδια η περιοχή έχει κηρυχθεί προστατευόμενη, καθώς το ενδιαφέρον του νομοθέτη περιορίζεται κυρίως στον προσδιορισμό των όρων δόμησης. Έτσι σήμερα, στον ελληνικό παράκτιο χώρο είναι συγκεντρωμένες μια σειρά από σημαντικές οικονομικές δραστηριότητες (Γεωργία, Βιομηχανία, Οικιστική ανάπτυξη, Τουριστική ανάπτυξη, καταλύματα και δραστηριότητες, Μεταφορές, Αλιεία, Ιχθυοκαλλιέργειες και άλλα) τα συμφέροντα των οποίων έρχονται συχνά σε σύγκρουση μεταξύ τους.
Ενώ το δικαιώμα πρόσβασης στις παραλίες είναι δημόσιο υπάρχουν παραλίες που η πρόσβαση σε αυτές είναι με ιδιωτικό δρόμο. Ουσιαστικά οι παραλίες όλες είναι προσβάσιμες αλλά από τη θάλασσα, εάν κάποιος αγοράσει μια έκταση και μετά φτιάξει δρόμο, η προσβαση παραμένει ιδιωτική. Αλλά η παραλία ύπηρξε πριν γίνει οικόπεδο. Ο δρόμος μπορεί να είναι ιδιωτικός και οι επισκέπτες μπορούν να πανε με μονοπάτι, όμως επιτρέπεται να φράξει μετά την γραμμή παραλίας των 20 μέτρων.
Η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου μπορεί να την παραχωρήσει σε ιδιώτες είτε με διαγωνισμό είτε με εγγύτερο δικαίωμα λόγω ξενοδοχείου.
Οι παράκτιες ζώνες κινδυνεύουν από την έλλειψη συντονισμού μεταξύ των διαφόρων δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα σε αυτές (π.χ. ιχθυοκαλλιέργειες κοντά σε ξενοδοχεία) και ταυτόχρονα από την άναρχη τουριστική ανάπτυξη και τον ασυντόνιστο τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται υποδομές και η συσχέτισή τους με τις ανάγκες τις περιοχής.
Τέλος, όπως παρατηρεί ο Καρακώστας (2006), οι παράκτιες ζώνες κινδυνεύουν από τους ρύπους, από τα αστικά λύματα, τα βιομηχανικά απόβλητα αλλά και από φυτοφάρμακα και λιπάσματα που εκβάλλονται στη θάλασσα, καθώς και από ναυτιλιακές δραστηριότητες που ρυπαίνουν τη θάλασσα, ενώ όπως σημειώνουν οι Eljabri & Gallagher (2013), όλα μαζί συντελούν στην περιβαλλοντική υποβάθμιση της παράκτιας ζώνης.
Η ακτή μεταβάλλεται διαρκώς, ουδέποτε είναι ακριβώς η ίδια. Στις παράκτιες ζώνες, συναντώνται φάσεις (πεδία): Νερό, Αέρας και Κοκκώδες υλικό. Υπάρχει όμως και τέταρτη φάση, αν ο άνθρωπος μπορεί να χαρακτηριστεί φάση. Σε κάθε ακτή δρουν φυσικοί κινούντες μηχανισμοί, κύματα, ρεύματα, παλίρροια, άνεμοι, βαρύτητα, σεισμοί. Η φύση βρίσκει την ισορροπία της, η οποία είναι συνεχώς διαφορετική, επειδή ο μηχανισμός μεταβάλλεται. Μόνον κατά προσέγγιση μπορούμε να έχουμε περιβάλλον ισορροπιών. Η μορφή της ακτής είναι αποτέλεσμα πολύπλοκων γεωγραφικών και ωκεανογραφικών διεργασιών.
Έτσι, για παράδειγμα, ένας μηχανικός, ένας ιζηματολόγος, ή ένας ωκεανογράφος που ασχολείται με μία ακτή για να συναγάγει επιστημονικά συμπεράσματα ή να σχεδιάσει έργα, οφείλει να κατανοήσει τις τέσσερις φάσεις που δρουν εκεί, να κατανοήσει τις ισορροπίες μεταξύ τους και τον τρόπο που επηρεάζουν, για παράδειγμα, την ποσότητα, την ποιότητα και την κατανομή του ιζήματος που είναι ένας κρίσιμος παράγοντας για την ποιότητα της ακτής.
Αν δεν τις κατανοήσει δεν θα μπορέσει να προχωρήσει στον σχεδιασμό για τη διάσωση ή βελτίωση π.χ. είτε με φυσικό τρόπο, μέσω κάποιας μορφής αλλαγής ισορροπιών, είτε με τεχνητό τρόπο, όπως η αμμοθέτηση, είτε με συνδυασμό και των δύο. Σύμφωνα με τον Μουτζούρη (2014) πιο σίγουρη για το αποτέλεσμα μέθοδος τεχνητής συσσώρευσης ιζήματος είναι ο πλήρης εγκιβωτισμός μιας ακτής με έργο.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News