Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Μούσκαρι το εύκομον (Muscari comosum), κοινώς βολβός, σκορδούλακας, ασκορδούλακας
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1184 ΦΟΡΕΣ
Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Ελλάδας
Γράφει ο
Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Επίτιμος Έφορος
Αρχαιοτήτων
Το Μούσκαρι το εύκομον (Muscari comosum), κοινώς βολβός, σκορδούλακας ή ασκορδούλακας (Κρήτη), είναι ένα φυτό, το οποίο απαντά ως αυτοφυές στην Ελλάδα και σε όλες τις παρά την Μεσόγειο Θάλασσα χώρες. Είναι γνωστό από την αρχαιότητα και χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο, διότι είναι εύγευστο ορεκτικό και διότι έχει ευεργετικές ιδιότητες για τον ανθρώπινο οργανισμό, όπως θα φανεί κατωτέρω.
Το Μούσκαρι το εύκομον (Muscari comosum) ανήκει στα Βολβώδη φυτά. Οι βολβοί είναι αποταμιευτικοί βλαστοί, οι οποίοι αποθηκεύουν τα υλικά μέσα σε σαρκώδη φύλλα, τα οποία είναι διευθετημένα γύρω από ένα βραχύ και όρθιο βλαστικό άξονα. Κάτω από αυτόν σχηματίζονται ρίζες επιγενείς, θυσσανώδεις.
Οι βολβοί διακρίνονται σε δύο είδη, ήτοι: 1) Χιτωνοφόρους, όταν το κύριον αποταμιευτικό όργανο είναι τα σαρκώδη φύλλα (π.χ. κρεμμύδι, νάρκισσος, κρίνος της Παναγίας κ.λπ.) και 2) σε συμπαγείς ή βολβοκονδύλους, όταν το μεγαλύτερο μέρος και το αποταμιευτικό τμήμα του βολβού αποτελείται από ιστούς του βλαστού. Σε αυτούς, τα φύλλα είναι πολύ λεπτά και μικρά. Συμπαγείς βλαστούς έχουν π.χ. ο γλαδίολος και ο κρόκος. (Εκδοτική Αθηνών, Φυτολογία 1990, σ. 74).
Υπάρχουν διάφοροι είδη βολβών, ήτοι:
1) Μούσκαρι το μακρόκαρπον (Muscari macrocarpum)
2) Μούσκαρι το ημελημένον (Muscari neglectum) κλπ.
Στην Ελλάδα φύονται δύο είδη του Μούσκαρι του εύκομου (Muscari comosum), ήτοι: Το ένα είδος έχει βολβούς χρώματος κυανού και άνθη επίσης κυανόχρωμα, ενώ το δεύτερο είδος έχει βολβούς χρώματος λευκού και άνθη επίσης λευκόχρωμα. Αμφοτέρων των ειδών, οι βολβοί είναι εδώδιμοι.
Το φυτό αυτό έχει βολβό (διαμ. περίπου 0,02-0,05 μ.) και βλαστό όρθιο (ύψους 0,10-0,20 μ. περίπου), αποτελούμενον από περισσότερα στενόμακρα, σπαθόμορφα, πράσινα φύλλα, με γυαλιστερή επιφάνεια. Αυτή θα μπορούσε να είναι η εισαγωγή (με λίγη φαντασία), σε μία μακρά ιστορία, που συνδέει τους πικρούτσικους βολβούς με αρχαίες ελληνικές δοξασίες, για τις φαρμακευτικές και αφροδισιακές ιδιότητές των: «Όταν, υιέ μου, η σελήνη ολοστρόγγυλη ανέβει στον ουρανό και τα καινούργια ζώα βόσκουν στης άνοιξης το περιβόλι, όταν οι χρησμοί θα γίνουν προάγγελοι μυστικών ενώσεων, τότε, πριν επισκεφθείς, άνδρας πλέον, τους ναούς της Αφροδίτης, θα δώσω εντολή στους μαγείρους του οίκου τούτου, να στρώσουν τραπέζι με εκλεκτούς μελίπηκτους πλακούντες.
Αλλά εσύ, να προτιμήσεις να τρώγεις τόσους – όσους μπορείς – βολβούς, ψημένους στην στάκτη, αρτυμένους με λάδι, ξίδι, θυμάρι, και άφθονο κύμινο, γιατί το φαγητό αυτό έχει την ιδιότητα να ενισχύει την δύναμη του ανδρός…».
(Μ. Λαμπράκη, Τα Χόρτα, Αθήνα 1997, σ. 163).
Αρχαία και Μεσαιωνική Γραμματεία
Α) Φιλήμονας (361-263 π. Χ.)
Ο αρχαίος ΄Ελληνας Φιλήμονας θα δώσει τις συμβουλές του προς τους νέους μαγείρους, λέγοντας :
«Επειδή ο βολβός από μόνος του είναι πονηρός και πικρός, είναι καλύτερα να τον συνοδεύεις με μέλι, τυρί, σησάμι, κρεμμύδι, ξίδι και σίλφιο».
Β) Θεόκριτος (315-260 π. Χ.)
Ο βουκολικός ποιητής στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου Θεόκριτος, αναφέρει τους βολβούς ως απαραίτητο συστατικό ενός χωριάτικου γεύματος, μαζί με σαλιγκάρια και λίγο καλό κρασί.
Γ) Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος ή Αναζαρβεύς (8 μ. χ.-8 μ. Χ.)
«Βολβός εδώδιμος
Ευστόμαχος <έστιν> ο πυρρός, από Λιβύης κομιζόμενος, ο δε πικρός και σκιλλώδης ευστομαχώτερος, πεπτικός. Πάντες δε δριμείς και θερμαντικοί, συναυσίαν παρορμώντες, τραχύνοντες γλώσσαν και παρίθμια, πολύτροφοι και σαρκοποιητικοί, εμπνευματούντες.
Ποιούσι δε καταπλασσόμενοι προς στρέμματα και θλάσματα και σκόλοπας και προς τας των άρθρων οδύνας και ποδάγρας συν μέλιτι και καθ΄ εαυτούς, και τα επί των υδρωπικών οιδήματα και κυνόδηκτα ομοίως συν μέλιτι. Επέχουσι δε και ιδρώτος. Συν πεπέρει δε λείω καταπλασθέντες στομάχου οδύνας παύσουσι, και πίτυρα και ψώρας αποσμήχουσι συν οπτώ νίτρω. Καθαίρουσι και υπώπια και ιόνθους καθ΄ εαυτούς ή συν ωού λεκίθω, φακούς τε συν οξυμέλιτι.
Προς δε ώτων θλάσματα συν αλφίτω και προς θλάσεις ονύχων. Αφαιρούσι δε και σύκας οπτηθέντες εν θερμοσποδιά και μετά μαινίδων κεφαλών κεκαυμένων επιτεθέντες, καέντες δε και μιγέντες αλκυονίω έφηλιν και ουλάς μελαίνας αποκαιθαίρουσιν, εν ηλίω καταχριόμενοι. Συν όξει δε εφθοί βιβρωσκόμενοι προς ρήγματα ποιούσι. Φυλάσσεσθαι δε δει το πλήθος αυτών εν τη βρώσει, διά το άπτεσθαι του νευρώδους».
Διαβάζοντας κανείς σήμερα το απόσπασμα αυτό του κειμένου του Διοσκουρίδου συνάγει το συμπέρασμα, ότι οι βολβοί απετέλεσαν, όχι μόνον ένα εύγεστο ορεκτικό, αλλά και ένα βασικό φάρμακο στο οπλοστάσιο της Φαρμακολογίας και της Θεραπευτικής των περασμένων αιώνων.
Δ) Μάρκος Γάβιος Απίκιος (Marcus Gavius Apicius, 1ος αι. μ.Χ. )
Ο Ρωμαίος καλοφαγάς Απίκιος προτείνει μία συνταγή βολβών, κατάλληλη για νόμιμο, γαμήλιο τραπέζι:
«Αφού βράσεις τους βολβούς σε μία χύτρα και τους στουπιάσεις, πρόσθεσε κουκουναρόσπορους, χυμό ρόκας και πιπέρι !».
Ε) Αθήναιος ο Ναυκρατίτης (2ος-3ος αι. μ. Χ.)
Ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης στο έργο του «Δειπνοσοφισταί» αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής:
«Άριστοι (βολβοί) είναι οι λεγόμενοι Βασιλικοί, οι οποίοι έχουν κόκκινο χρώμα. Δεύτερης κατηγορίας είναι οι Λιβυκοί με χρώμα λευκό και χειρότεροι από όλους οι Αιγυπτιακοί».
ΣΤ) Παύλος Αιγινίτης (625-690 μ.Χ.)
Ο Ιατρός της όψιμης αρχαιότητας και συντάκτης Ιατρικής Εγκυκλοπαιδείας Παύλος ο Αιγινίτης τονίζει, ότι:
«Οι βολβοί, αυτοί οι συγγενείς των κρεμμυδιών, αποτελούν ορεκτικό και όχι κύριο πιάτο».
Ζ) Μιχαήλ Ψελλός (1018-1078 μ.Χ.)
Ο Βυζαντινός φιλόσοφος και πολυγραφότατος Μιχαήλ Ψελλός, αναφέρει τα επόμενα σχετικά με τους βολβούς:
«Η φύσις του βολβού εις έρωτας ευφυεστέρα (έστιν)».
(Μ. Λαμπράκη, έ.α. σ. 164)
Οι βολβοί φύονται στους αμπελώνες, καθώς επίσης και σε καλλιεργημένα και σε ακαλλιέργητα εδάφη. Οι βολβοί βρίσκονται σε βάθος περίπου 0,20 μ. από την επιφάνεια του εδάφους. Εάν το έδαφος είναι αμμώδες και χαλαρό, εξάγονται σχετικά εύκολα. Εάν είναι αργιλώδες και στερεό, τότε συλλέγονται με μεγαλύτερη δυσκολία. Παλαιότερα, οι κάτοικοι της υπαίθρου συνέλεγαν τους βολβούς, είτε όταν έσκαπταν τα αμπέλιά των, είτε όταν εκαλλιεργούσαν τα χωράφιά των. Έτσι έκαναν διπλό καλό, ήτοι: αφ’ ενός μεν απήλλασσαν το αμπέλι ή το χωράφι από τα ζιζάνια, αφετέρου δε απεκόμιζαν ένα εύγεστο και υγιεινό χορταρικό.
Σήμερα, εκτός των βολβών, οι οποίοι συλλέγονται από Έλληνες γεωργούς για δική των χρήση ή και προς πώληση, μεγάλες ποσότητες βολβών εισάγονται στην Ελλάδα από την Ιταλία και χώρες της ΒΔ Αφρικής (περιοχή Μάγκρεπ), όπως είναι η Τυνησία, το Μαρόκο, η Λιβύη κ.λπ.
Οι τιμές των βολβών διαμορφώνονται ανάλογα με το μέγεθος και την ποιότητα αυτών και κυμαίνονται μεταξύ πέντε και οκτώ ευρώ ανά χιλιόγραμμο. Καλύτερης ποιότητας θεωρούνται ο μεγαλύτεροι ως προς το μέγεθος, επειδή καθαρίζονται ευκολότερα.
Μαγειρική των βολβών
Ο συνήθης τρόπος παρασκευής των βολβών είναι ο ακόλουθος: Καθαρίζονται οι βολβοί, αφαιρουμένου με κοπτερό μαχαίρι του εξωτερικού υμένα και του ριζώδους τμήματος αυτών και ρίπτονται σε κρύο νερό. Οι μεγαλύτεροι από αυτούς χαράσσονται σταυροειδώς στην βάση των, προκειμένου να βράσουν γρηγορότερα. Στη συνέχεια βράζονται σε νερό για περίπου 10΄λεπτά. Επειδή οι βολβοί έχουν υπόπικρη γεύση, ορισμένοι βράζουν αυτούς μία ή δύο φορές για λίγα λεοπτά, χύνουν το νερό και το ανανεώνουν, τους βράζουν και πάλι σε άλλο νερό και έτσι ξεπικρίζουν. Ακολούθως αρτύζονται με ξύδι ή λεμόνι, αλάτι και ελαιόλαδο και σερβίρονται ως ορεκτικό.
Προκειμένου να γίνουν τουρσί, οι βολβοί βράζονται επί περίπου 5΄λεπτά, ακολούθως ζεστοί τίθενται σε γυάλινο βάζο, με μέρος από το νερό στο οποίο έβρασαν, αναμεμειγμένου με ξίδι, αλάτι, ρίγανη, θυμάρι κ.λπ. και η επιφάνεια του περιεχομένου του βάζου καλύπτεται με λίγο ελαιόλαδο, το οποίο εμποδίζει το οξυγόνο της ατμόσφαιρας να εισέρχεται στο περιεχόμενο. Με αυτό τον τρόπο, οι βολβοί διατηρούνται επί ένα ολόκληρο έτος και σερβίρονται κρύοι, ως ορεκτικό.
Επίσης, παρασκευάζεται σαλάτα με βολβούς και μαγειρεύονται με ξηρά κουκιά κ.λπ. Τα άνθη των μπλε βολβών, είναι επίσης κυανόχρωμα, ενώ τα άνθη των λευκών βολβών είναι λευκά. Αμφότερα ονομάζονται «κοβιοί, οι» (Κρήτη). Αυτά συλλέγονται, όταν είναι μικρά και τρυφερά και είτε βράζονται, οπότε καταναλώνονται ως λαχανικό, είτε γίνονται ομελέτα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Αγάπιος Κρης, Μοναχός (Λάνδος), Γεωπονικόν, έκδοση Βενετία, μηχανική αναπαραγωγή από τις εκδόσεις Μιχ. Σαλιβέρου (Αθήναι άν. χρ. εκδ.).
Εγκυκλοπαιδεία ΝΕΑ ΔΟΜΗ, τ. 6 (Αθήνα, αν. χρ. εκδ.), σ. 108-109.
Δ. Σ. Καβββάδας, Εικονογραφημένον Βοτανικόν-Φυτολογικόν Λεξικόν (Αθήνα αν. χρ. εκδ.), Εκδόσεις ΠΗΓΑΣΟΣ.
Μυρσ. Λαμπράκη, Τα Χόρτα (Αθήνα 2000).
Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα (Ρέθυμνο 2001).
Ευ. Κ. Φραγκάκι, Η Δημώδης Ιατρική της Κρήτης (Αθήναι 1978).
Γ. Χριστόπουλος (Επιμέλεια), Φυτολογία, Εκδοτική Αθηνών (Αθήνα 1990).
Η. Baumannn, Die Griechische Pflanzenwelt (Muenchen 1999).
Koenemann, Botanica. Das Abc der Pflanzen. 10.000 Arten in Text und Bild (Koeln 1997).
R. Scheppelmann, Flora Graeca. Sibthorpiana, Volksausgabe, Edition Kentavros, (Hamburg 2017).
Fr. W. Sieber, Ταξίδι στη νήσο Κρήτη του Ελληνικού Αρχιπελάγους κατά το έτος 1817, Λειψία 1823. Μετάφραση από τα Γερμανικά στα Ελληνικά υπό Δρ. Ιω. Ηλ. Βολανάκη, Αρχαιολόγου, (Αθήναι 2022).

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News