Έχει αφήσει το στίγμα του στη Μεσαιωνική Πόλη και γενικά σ’ όλα τα μνημεία του νησιού μας Πέθανε χθες το πρωί σε νοσοκομείο της Αθήνας, όπου νοσηλευόταν, ο επίτιμος έφορος Αρχαιοτήτων Ηλίας Κόλλιας, ένας άνθρωπος που άφησε το στίγμα του στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου και γενικότερα στους αρχαιολογικούς τόπους του νησιού μας. Ο Ηλίας Κόλλιας έχει να επιδείξει σημαντική επιστημονική και κοινωνική προσφορά και η απουσία του αναμένεται ότι θα είναι αισθητή. Η κηδεία του θα γίνει σήμερα στις 3 το μεσημέρι από τον Ιερό Ναό του Ευαγγελισμού. Ο Ηλίας Κόλλιας γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε στο Βυζαντινό Μουσείο για τη προετοιμασία της διεθνούς Βυζαντινής Έκθεσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (1963 1965). Το 1966 μετά από διαγωνισμό διορίστηκε Επιμελητής Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στη Δωδεκάνησο. Μετεκπαιδεύτηκε (1976 1978) στο Παρίσι (Sorbonne και Ecole Pratique des Hautes Etudes) και πήρε D.Ε.Α. Το 1978 έγινε Έφορος Αρχαιοτήτων και μέχρι το 1998 που συνταξιοδοτήθηκε ήταν προϊστάμενος της 4ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. To 1986 αναγορεύτηκε διδάκτορας της Αρχαιολογίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέγραψε πολλά συγγράμματα και επιστημονικά άρθρα σχετικά με θέματα από το χώρο της Δωδεκανήσου. Εκτέλεσε ανασκαφές και αναστηλώσεις μνημείων σε όλη τη Δωδεκάνησο. Οργάνωσε μαζί με τους συνεργάτες του, μουσεία και εκθέσεις στην Κάλυμνο, το Καστελλόριζο, τη Σύμη, τη Λέρο και δεκάδες περιοδικές εκθέσεις στη Ρόδο. Το 1993 οργάνωσε το Μεσαιωνικό Μουσείο της Ρόδου στο Παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου, που θεωρείται πρότυπο έκθεσης για όλο τον Ελλαδικό χώρο, διότι με τα υλικά κατάλοιπα της ιστορίας των Ροδίων από τον 4ο αι. μ.Χ. έως το 1523 ζωντάνεψε τον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό βίο τους κατά την παραπάνω χρονική περίοδο. Η έκθεση διακρίθηκε διεθνώς λόγω και της άψογης σκηνοθεσίας της και της χρήσης οπτικοακουστικών μέσων. Ο Ηλίας Κόλλιας υπήρξε ο κυριότερος συντελεστής για την υπογραφή της Προγραμματικής Σύμβασης του 1984 μεταξύ υπουργείου Πολιτισμού, Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Δήμου Ρόδου, για τη συντήρηση και την ανάδειξη των μνημείων της Μεσαιωνικής Πόλης της Ρόδου. Το 1998 ίδρυσε το Τεχνικό Γραφείο της «Επιτροπής Παρακολούθησης Έργων στα Μνημεία της Μεσαιωνικής Πόλης της Ρόδου» στα πλαίσια του Ταμείου Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων του υπουργείου Πολιτισμού, ενώ παράλληλα διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του. Σημαντικά έργα προχωρούν στα μνημεία της Μεσαιωνικής Πόλης, τις οχυρώσεις και τον αρχαιολογικό χώρο της τάφρου, βελτιώνοντας όχι μόνον την εικόνα της αλλά και την ποιότητα ζωής των κατοίκων της. Ήταν ένας από τους κυριότερους συντελεστές για την κήρυξη της Μεσαιωνικής Πόλης της Ρόδου ως «Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς» το 1988. Για το σύνολο του έργου του βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1999 και από το ICOMOS. Υπήρξε ισόβιος εταίρος της «Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας» και μέχρι σήμερα πρόεδρος της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Ήταν παντρεμένος με την αρχαιολόγο Μαρία Μιχαλάκη με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, το Φοίβο και τη Μυρτώ. Η οικογένειά του παρακαλεί όπως αντί στεφάνων κατατεθούν τα χρήματα στο «ΣΥΛΛΟΓΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ», αρ. λογαριασμού Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος 297/94390640. Tα κυριότερα συγγράμματά του είναι τα παρακάτω: Μονογραφίες 1979 Ρόδος (Οδηγός) 1986 Βυζαντινές τοιχογραφίες της Πάτμου (σειρά ψηφιδωτά και τοιχογραφίες) εκδ. Μέλισσα. 1986 Δύο ζωγραφικά ροδιακά σύνολα της εποχής της Ιπποτοκρατίας. Ο Αγ. Νικόλαος στα Τριάντα και η Αγ. Τριάδα (Ντολαπλί μετζίντ) στη Μεσαιωνική Πόλη (διδακτορική διατριβή). 1988 Τhe City of Rhodes and the Palace of the Grand Master. 1992 Οι Ιππότες της Ρόδου (εκδ. Εκδοτικής Αθηνών) 1994 Η πόλη της Ρόδου και το Παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου (βελτιωμένη έκδοση). Άρθρα 1970 Το Γιαλού Χωράφι Καρπάθου και η Παλαιοχριστιανική Βασιλική, περ. Αρχαιολογική Εφημερίδα. 1970 Κατάλογος χειρογράφων Παναγίας της Λίνδου, περ. Ελληνικά (με καθηγητή Λίνο Πολίτη). 1971 Περί Μεσαιωνικής Ρόδου, Κω και Πάτμου (εγκυκλ. Δομή). 1973 Τοιχογραφίαι της Ιπποτοκρατίας εις Ρόδον, περ. Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών. 1973 Η Παλαιοχριστιανική Βασιλική της Άφωτης Καρπάθου, περ. Αρχαιολογική Εφημερίς. 1975 Ανασκαφή εις “Άφωτη” Καρπάθου, περ. Πρακτικά Αρχαιολ. Εταιρείας. 1979 Ιχνογράφημα της Τήλου, περ. Δωδεκανησιακά χρονικά. 1980 Τα Δωδεκάνησα (12041522), Ιστορία Ελληνικού Έθνους, (εκδ. Εκδοτική Αθηνών). 1981 Ιδεολογική και κοινωνική διαστρωμάτωση στη Ρόδο τον 15ο αι., περ. Δρόμος. 1988 Τοιχογραφίες. Άρθρο στην ομαδική έκδοση “Οι θησαυροί της Μονής Πάτμου”, σελ. 57105 (εκδ. Εκδοτικής Αθηνών). 1992 Τοπογραφικά προβλήματα της μεσαιωνικής αγοράς της Ρόδου και του νότιου τείχους του Κολλάκιου “Versus Civitatem”, Πρακτικά επιστ. συνάντησης για Μεσαιωνική Πόλη. 1992 Η απεικόνιση της ποινής της διαπόμπευσης στην εκκλησία του Αγ. Νικολάου στα Τριάντα Ρόδου, “Ευφρόσυνον” στο Μανόλη Χατζηδάκη. 1994 Σχεδίασμα της αρχαιολογίας και τέχνης της Καλύμνου από τα παλαιοχριστιανικά χρόνια μέχρι το τέλος της Ιπποτοκρατίας (1522) εκδ. Ι. Μητρ. Λέρου, Καλύμνου. 1997 Το ιστορικό των επεμβάσεων στο Οχυρωματικό Σύνολο της πόλης της Ρόδου, Πρακτικά του 4ου Διεθνούς Συνεδρίου για τη Συντήρηση των Μνημείων της Μεσογείου, τ.4, σ.555 574. 1998 Τhe Building Materials of the Monuments of the medieval City of Rhodes, Incomarech Raphael 97/E/412. Compatible Materials for the protection of European Cultural Heritage, Pacte 56, Αθήνα 1998, σ. 247 257. 1999 Μάστορες, Πρωτομάστορες και Μηχανικοί των Μεσαιωνικών Οχυρώσεων της Ρόδου, ΔΧΑΕ, περιοδ. Δ’. Τ.Κ’ (1998), Αθήνα 1999, σ. 149 164. 2000 Η Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Ρόδος. Η Αντίσταση μιας Ελληνιστικής πόλης, Ρόδος 2400 χρόνια. Η πόλη της Ρόδου από την ίδρυσή της μέχρι την κατάληψη από τους Τούρκους (1523). Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο, Ρόδος, 2429 Οκτωβρίου 1993, Αθήνα 2000, σ. 299 308. 2000 Το μεσαιωνικό εργαστήριο επεξεργασίας ζάχαρης της Ρόδου (με κ. Μ. Μιχαηλίδου), Τεχνογνωσία στη Λατινοκρατούμενη Ελλάδα. Ημερίδα / 8 Φεβρουαρίου 1997. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2000, σ. 3649. 2000 Η Μνημειακή εκλεκτική Ζωγραφική στη Ρόδο στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αι. (υπό εκτυπ. Ακαδημία Αθηνών).