Alessandro De Rosa: «Ο Ennio Morricone ήταν ένα παιχνιδιάρικο παιδί κάτω από τον μανδύα ενός ενήλικα»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 76 ΦΟΡΕΣ
Δεκαεπτά χρόνια μαθητείας, δημιουργίας, φιλίας και μιας σχέσης που συνεχίζεται μετά τον θάνατο
Γράφει ο Ευάγγελος Χριστόφορος Τυρόγλου,
λογοτεχνικός μεταφραστής-συντάκτης
Εν αναμονή του 19ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ρόδου, στο μυαλό πολλών από εμάς στριφογυρίζει η περσινή έκδοση του Φεστιβάλ, στα πλαίσια του οποίου ζήσαμε δυο σπάνιες και ανεπανάληπτες βραδιές τόσο σε ουσία όσο και σε διεθνή λάμψη: από τη μια, ένα αφιέρωμα στον απόλυτο θρύλο της κινηματογραφικής και όχι μόνο μουσικής, Ennio Morricone, με το παγκοσμίου φήμης κουαρτέτο του Σταύρου Λάντσια, και από την άλλη, την προβολή μιας πολυβραβευμένης ταινίας ντοκιμαντέρ για τον Ιταλό συνθέτη. Πίσω από αυτά τα μικρά θαύματα κρύβεται η ιδρύτρια και καλλιτεχνική διευθύντρια κ. Πηνελόπη Σερδάρη, η οποία, μαζί με τους πολύτιμους συνεργάτες της, φροντίζει σχεδόν δύο δεκαετίες τώρα να μας παρουσιάζει πολιτιστικά δρώμενα παγκοσμίου βεληνεκούς.
Πέρυσι λοιπόν, ως μέρος του Φεστιβάλ, το Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης Ρόδου, με την αρωγή της Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου κ. Σουσάνας Καρδούλια, φιλοξένησε την αριστουργηματική ταινία του Giuseppe Tornatore “ENNIO: THE MAESTRO”, ένα αφιέρωμα-ωδή στον μέγιστο Ennio Morricone, ο οποίος μετοίκησε έξι χρόνια πριν. Συγκινητική φιγούρα ο άνθρωπος στον οποίον ο Ennio εμπιστεύθηκε τη συγγραφή της «βιογραφίας» του, ο Alessandro De Rosa, που με παραίνεση του σκηνοθέτη έσπευσε στο νησί των ιπποτών για να προλογίσει την ταινία.

Κατέφθασα στο Μουσείο σχεδόν μία ώρα πριν από την έναρξη της προβολής. Στην κεντρική αίθουσα εκδηλώσεων απλωνόταν μια τεράστια οθόνη, στο φόντο της οποίας ένας νέος αδύνατος άνδρας με τζιν παντελόνι και πάνινα παπούτσια περιφερόταν με γοργά βήματα, ελέγχοντας και την παραμικρή λεπτομέρεια. Δεν τον έκανες πάνω από 25, αλλά στην ουσία είχε ήδη κλείσει τα 39, όπως θα μου αποκάλυπτε αργότερα. Απόφοιτος του Βασιλικού Ωδείου της Χάγης στην ενορχήστρωση και τη διεύθυνση ορχήστρας, ραδιοφωνικός παραγωγός του ιταλόφωνου τμήματος της Ελβετικής Ραδιοφωνίας, συγγραφέας, διευθύνων σύμβουλος νέων ταλέντων της εταιρείας Pastelle Music και συνεργάτης της Irene Grandi, ο Alessandro De Rosa γνωρίζει τα τερτίπια της μουσικής όσο λίγοι. Επίσημες συνεντεύξεις δίνει πολύ σπάνια, όμως δέχθηκε να μιλήσει αποκλειστικά στη ΡΟΔΙΑΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ. «Θα θέλατε να πούμε δυο κουβέντες για τον Ennio»; του χαμογέλασα μετά το τέλος της προβολής, φοβούμενος ότι θα αρνηθεί. Με κοίταξε με αφοπλιστική παιδικότητα, και απλώς είπε ναι. Ορίσαμε το ραντεβού γι’ αυτήν τη συνέντευξη σε κλάσματα δευτερολέπτου.

Το επόμενο πρωί κατέφθασα στο λόμπι του Ξενοδοχείου Mediterranean, και πριν καν προλάβω να πάρω ανάσα, εμφανίστηκε σχεδόν στάζοντας με μαγιό και πετσέτα. «Απόψε το βράδυ γυρίζω στο βροχερό Μιλάνο», γέλασε. «Θα ήταν αμαρτία να μην περάσω την ημέρα μου σ’ ετούτη την υπέροχη θάλασσα. Δώστε μου ένα λεπτό να κάνω check out, και κατεβαίνω αμέσως».
Ο Alessandro είναι άνθρωπος της εποχής του: νευρώδης, στακάτος, με τη σβελτάδα κάποιου που καταδιώκει τον χρόνο και συγχρόνως καταδιώκεται απ’ αυτόν. Είναι ακριβής και ευγενικός. Το βλέμμα του μαρτυρά ότι δίνει ευκαιρίες, αλλά δεν χαρίζεται σε κανέναν. Αν και κατάγεται από την Κατάνια της Σικελίας, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μιλάνο. Όσο κι αν δεν θέλει να το παραδεχθεί, οι βόρειες καταβολές του είναι εμφανείς: εργασιομανής, και σχεδόν εμμονικός με την τελειότητα. Πίσω όμως απ’ αυτό το προσωπείο, τα μάτια του διηγούνται την παράλληλη ιστορία ενός αιώνιου εφήβου διατεθειμένου να πέσει στα βαθιά για να αποκομίσει εκείνη τη συγκίνηση της πρώτης φοράς, το άπιαστο που συνάμα συναρπάζει και δυσκολεύει.
Καθίσαμε στον καναπέ, και η εξιστόρησή του άρχισε λες και δεν θα τέλειωνε ποτέ. Χειμαρρώδης και γλαφυρός, μας ξεδίπλωσε στιγμές από τα δεκαεπτά υπέροχα χρόνια που πέρασε δίπλα στον μέντορά του, τον Ennio Morricone.
Και πριν καλά-καλά ξεκινήσει η ηχογράφηση της κουβέντας μας, τον ρώτησα το αυτονόητο.

Συχνά σας αποκαλούν «επίσημο βιογράφο» του Ennio Morricone. Συμφωνείτε μ’ αυτόν τον χαρακτηρισμό;
Όχι, δεν είμαι ο επίσημος βιογράφος του με την κλασική έννοια του όρου. Είμαι όμως κάποιος που συμπορεύτηκε μαζί του τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια της ζωής του. Ο ίδιος με εμπιστεύθηκε, με άφησε να τον γνωρίσω σε βάθος. Το βιβλίο αυτό αποτελεί το απόσταγμα των συναντήσεών μας στο σπίτι του στη Ρώμη, την ιστορία της ζωής του ειδωμένη από τα δικά του και τα δικά μου μάτια.
«Ο συνθέτης έχει μια λευκή σελίδα, όλο κι όλο», λέει ο Ennio προς το τέλος της αφιερωματικής ταινίας του Giuseppe Tornatore. Αυτή η λευκή σελίδα μπορεί να αποτελέσει φόβητρο για τον εκάστοτε δημιουργό. Ποια πιστεύετε ότι ήταν η κινητήριος δύναμη που τον ωθούσε να γεμίζει αυτές τις ατέλειωτες λευκές σελίδες;
Desperazione. Η απόγνωση, κυρίως. Στο να δώσει σάρκα και οστά, μορφή στο άμορφο. Βλέπετε, δεν ήταν δική του απόφαση να γίνει συνθέτης. Ήθελε να γίνει γιατρός ή επαγγελματίας σκακιστής. Η ιδέα της ενασχόλησής του με τη μουσική προέρχεται από τον πατέρα του, ο οποίος του είπε, «Θα μάθεις τρομπέτα, θα με βοηθάς να βγάζουμε το ψωμί μας». Όπως είδαμε και στο ντοκιμαντέρ, αυτό για τον Ennio δεν σηματοδότησε την αρχή αλλά το τέλος. Κατά μία έννοια, ήταν κάτι που του φόρεσαν. Από εκεί κι ύστερα, αισθάνθηκε υποχρεωμένος να κάνει το καλύτερο δυνατόν σε ένα πεδίο που κάποιος άλλος επέλεξε γι’ αυτόν.
Κι όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε ν’ απολαμβάνει τη διαδικασία της γραφής. Ήταν κάτι σαν βίτσιο, ας πούμε, ένα πάθος. Όταν βαριέσαι, κάθεσαι και γράφεις. Το αντιμετώπιζε και λίγο σαν παιχνίδι. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ένας Morricone; [γέλια] Εννοώ, ως συνθέτης, δημιουργείς σε καθημερινή βάση. Όπως ο δάσκαλός μου, ο Boris Porena, που εμφανίζεται επίσης στο ντοκιμαντέρ. Αφιέρωνε οκτώ με δώδεκα ώρες ημερησίως στη σύνθεση και τη συγγραφή βιβλίων. Το ίδιο και με τον Ennio. Ήταν η καθημερινότητά του, κάτι το ενστικτώδες.

Για να γυρίσω όμως στην ερώτησή σας, αυτό που τον παρακινούσε ήταν η ιδέα της επιτυχίας, της επιβίωσης, να κάνει ένα όνομα συνεισφέροντας στην ιστορία της μουσικής. Να δηλώσει με τον τρόπο του ότι είναι ζωντανός. Σαν τον Picasso, που έβαζε πάντα μια τελεία μετά το όνομά του όταν υπέγραφε τα έργα του, ένα είδος υπόμνησης του «Εγώ», του «υπάρχω». Ο Ennio αντιμετώπιζε τη δουλειά του ως ιεροτελεστία απέναντι στον θάνατο.
Εξίσου σημαντικό όμως ήταν για εκείνον να μπορεί να ζει την οικογένειά του. Ως πρωτότοκος γιος, έπρεπε να συνεισφέρει κι αυτός στους γονείς του. Και με την πάροδο των χρόνων, άρχισε ν’ απολαμβάνει τη μουσική, ν’ ανακαλύπτει αθέατες πτυχές του εαυτού του με στοχαστική διάθεση.
Στην αφιερωματική ταινία του Giuseppe Tornatore, όπως άλλωστε και στο βιβλίο σας, ο Ennio επιστρέφει συχνά σ’ εκείνη την αίσθηση της απόρριψης, της πληγωμένης περηφάνειας που βίωσε πολύ νωρίς στη ζωή του. Σε κάποιο σημείο της ταινίας μάλιστα, η συγκίνησή του είναι εμφανής, κάτι που παρατήρησα και σε σας όταν, στην συγκεκριμένη σκηνή, σκύψατε το κεφάλι. Πιστεύετε ότι κατάφερε τελικά να ξεπεράσει το αίσθημα της απόρριψης που τον καταδίωκε πριν φύγει από τη ζωή;
Έχω την αίσθηση πως ναι, νομίζω όμως ότι το αρχικό τραύμα ήταν παρόν. Ξέρετε, οι πληγές του παρελθόντος πάντα ελλοχεύουν. Θυμάμαι τότε που τον πρωτογνώρισα, αν και ήμουν πολύ νέος. Μπορούσα να διακρίνω την ανασφάλειά του σε αρκετές στιγμές. Μεγαλώνοντας κι ο ίδιος, γνώριζε την μέχρι τότε πορεία του, αλλά αισθανόταν και το βάρος των χρόνων, την αναπόφευκτη κούραση. Κάτι είχε αλλάξει. Ήταν πιο ευάλωτος.
Ο Ennio εξωθούσε τον εαυτό του να είναι πολύ αυστηρός, πολύ ακριβής και εξαιρετικά απαιτητικός με τους ανθρώπους. Παρόλα αυτά, υπήρχε και η άλλη όψη την οποία εξέφραζε μέσα από τη μουσική του: η θηλυκή του πλευρά, η εξόχως συναισθηματική. Όταν μου μιλούσε για τη ζωή του, τον κατέκλυζε συχνά το συναίσθημα. Είχε την ικανότητα να καταδύεται στο παρελθόν και να φέρνει στην επιφάνεια τα συγκαλυμμένα και τα απόκρυφα.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αυτή του η ικανότητα οξύνθηκε ακόμα περισσότερο. Πιστεύω ότι πάντοτε βρισκόταν σε αρμονία με τον εσώτερο εαυτό του. Αυτό άλλωστε ήταν κάτι που έμαθα απ’ αυτόν. Προέρχομαι, βλέπετε, από μια οικογένεια τόσο διαφορετική απ’ τη δική του. Για παράδειγμα, ο πατέρας μου δεν θα σου πει ποτέ ότι διαφωνεί. Ο Ennio ήταν ακριβώς το αντίθετο. Όταν διαφωνούσε, το καταλάβαινες αμέσως. Ήταν ξεκάθαρος.
Και ξαναγυρίζω σ’ αυτό που είπα πριν: προσέγγιζε το συναίσθημα μ’ έναν παράξενο τρόπο. Αν και είχε στενή σχέση με τον συναισθηματικό του κόσμο, προτιμούσε να τον εκφράζει κυρίως μέσα από το έργο του. Αυτό είναι κάτι παραπάνω από εμφανές στη μουσική του, ένα σήμα κατατεθέν, θα ’λεγε κανείς.
Ο Stravinsky είχε πολλά κοινά με τον Ennio: του άρεσαν τα αστεία, όμως η μουσική του δεν υπήρξε ποτέ επιφανειακή. Ο Ennio ήταν ένα παιχνιδιάρικο παιδί υπό τον μανδύα ενός ενήλικα. [μικρή παύση] Δεν ξέρω τελικά αν κατάφερα να απαντήσω στην ερώτησή σας.

Τα καταφέρατε, και με το παραπάνω. Ας γυρίσουμε όμως λίγο πιο πίσω, είκοσι χρόνια πριν. Η τελευταία φορά που είδα τον Ennio ήταν στην Αθήνα, στο Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού το καλοκαίρι του 2005. Αυτό που έμεινε ανεξίτηλο στην μνήμη μου ήταν τα μακριά του δάχτυλα καθώς χόρευαν πάνω στην μπαγκέτα, κι εκείνη η έμφυτη συστολή, το ντροπαλό του χαμόγελο. Πιστεύετε ότι αυτό το χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του τον προστάτευσε από την αδηφάγα μουσική βιομηχανία;
Θεωρώ πως ναι. Αν και δεν ήταν μονάχα αυτή η έμφυτη συστολή που αναφέρατε. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να κάνει μουσική. Θυμάμαι, είχαμε παρευρεθεί στην επίσημη τελετή των βραβείων David di Donatello το 2015 στην Ρώμη [Σ.τ.μ. τα αντίστοιχα βραβεία Oscar της Ιταλικής Ακαδημίας Κινηματογράφου] την περίοδο που τακτοποιούσαμε τις τελευταίες λεπτομέρειες πριν την έκδοση του βιβλίου. Εκεί είχε ανακοινωθεί επίσημα και η συνεργασία του Ennio με τον Quentin Tarantino για την επικείμενη ταινία του. Φτάσαμε τελευταία στιγμή στην τελετή για να βραβεύσει ο Ennio τον Tarantino για δύο παλιά έργα του σκηνοθέτη. Δεν θα ξεχάσω το πόσο έξω απ’ τα νερά του ήταν, τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του, η Μαρία. Πατούσαν τα πόδια τους γερά στην γη, δεν είχαν καμία σχέση με το star system, η λέξη τούς ήταν άγνωστη. Οι περισσότεροι ήταν εκεί για να επιδειχθούν. Ο Ennio με την γυναίκα του όμως είχαν έρθει για να κάνουν απλώς την δουλειά τους και να γυρίσουν σπίτι.

Γι’ αυτό ακριβώς χρησιμοποίησα την λέξη «βιομηχανία». Διότι είναι ένας άλλος πλανήτης.
Ο Ennio ήταν απόλυτα προσηλωμένος στο δημιουργικό κομμάτι της σύνθεσης και της ενορχήστρωσης. Αυτό άλλωστε αντιπροσώπευε την ζωή του την ίδια, την καθημερινότητά του. Για μένα, το φυσιολογικό είναι να σηκωθώ από το κρεβάτι και να φάω πρωινό. Γι’ αυτόν, ήταν ν’ αρχίσει να γράφει με το που ξυπνούσε. Όλα αυτά βέβαια περιγράφονται στο βιβλίο με μεγαλύτερη γλαφυρότητα. Εδώ όμως καλό θα ήταν να υπογραμμίσουμε και το γενικό πλαίσιο της τότε εποχής, και εννοώ την εκβιομηχάνιση της Ιταλίας μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Οι συνθήκες ήταν τελείως διαφορετικές, είχαμε τις απαρχές της καταναλωτικής κοινωνίας που περιέγραψε και ο Pasolini στο έργο του. Τα πάντα τελούσαν εν τη γενέσει, έπρεπε να δημιουργήσεις μετά τον όλεθρο του πολέμου, ν’ αναπτυχθείς. Το ίδιο συνέβη και με την μουσική βιομηχανία. Αναπτυσσόταν κι εκείνη παράλληλα με τους καλλιτέχνες, οπότε η εξέλιξη αυτή συμβάδιζε και με τις οικονομικές απολαβές. Σε αντίθεση με το τώρα, που απλώς σε χρησιμοποιούν. Για παράδειγμα, το βιβλίο που έγραψα για τον Ennio, χωρίς να θέλω να περιαυτολογήσω. Αν έγραφα το ίδιο βιβλίο την δεκαετία του 1960, οι εκδότες θα έλεγαν, «ποιος είναι αυτός ο νέος που συνεργάζεται με ολόκληρο Morricone»; Το βιβλίο μου όντως πούλησε στην Ιταλία, όμως δεν μου ζήτησαν να γράψω ένα δεύτερο. Χαρακτηριστικό μιας βιομηχανίας που βασίζεται περισσότερο στο στιγμιαίο κέρδος παρά στον άνθρωπο. Τα βλέπω αυτά τα πράγματα και με την ιδιότητά μου ως συνθέτης, ραδιοφωνικός παραγωγός και manager. Ο Ennio στην εποχή του έπρεπε να δουλέψει σκληρά, να βγάλει ένα-δύο-τρία άλμπουμ πριν καταφέρει να κάνει συναυλίες και ραδιοφωνικές εμφανίσεις. Την έχτιζε την καριέρα του βήμα-βήμα. Τώρα, μετά από ένα πετυχημένο single, σε περιμένει η τηλεόραση και το διαδίκτυο. Παρόλα αυτά, για να είμαστε λίγο πιο δίκαιοι, δεν νομίζω ότι η μουσική βιομηχανία του σήμερα είναι τόσο σατανική. Μπορεί κανείς να λειτουργήσει μέσα στα πλαίσια της εποχής επινοώντας νέους τρόπους, παρά τις αντίξοες συνθήκες και την κατάρρευση των αξιών.

Οπότε, για τον Ennio και την εποχή του, η δημιουργία μπορούσε να αναδειχθεί πολύ πιο εύκολα.
Όχι μόνο να αναδειχθεί, αλλά και να διατηρηθεί σε βάθος χρόνου μέσω ευκαιριών. Το ίδιο ίσχυε και με τους κινηματογραφικούς παραγωγούς με τους οποίους συνεργαζόταν ο Ennio, όπως ο παραγωγός του Pasolini, ο Alfredo Bini. Οι άνθρωποι αυτοί επένδυαν τα χρήματά τους όχι μόνο με σκοπό την απολαβή κερδών αλλά και για την προώθηση της καλλιτεχνικής αξίας των έργων. Η ίδια φιλοσοφία διακατείχε και τον Pasolini. Αν και οι ταινίες του δεν έχαιραν τότε μεγάλης εμπορικής απήχησης, ο ίδιος επιθυμούσε διακαώς τον Ennio να ντύνει μουσικά τα έργα του. Η ποιότητα πάνω απ’ όλα. Ο Morricone, ο Pasolini, ήταν όλοι τους παιδιά του πολέμου, ήταν mecenatti, ένα είδος μισθοφόρων με την καλή έννοια, όχι όπως οι Μέδικοι. [γέλια]
Παρά το σαρωτικό του χάρισμα, ο Ennio ήταν στην ουσία ένας απλός, προσγειωμένος άνθρωπος, ακριβώς όπως δείχνετε κι εσείς. Θεωρείτε ότι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που σας επέλεξε;
Πρώτα απ’ όλα, το στοιχείο που μας συνέδεε ήταν η ίδια η μουσική. Το γιατί με διάλεξε παραμένει ακόμα και τώρα ένα μυστήριο για μένα. Κάποιες φορές νομίζω ότι έκανε την λάθος επιλογή. [γέλια]

Με συγχωρείτε, ίσως να μην έπρεπε να θέσω αυτή την ερώτηση.
Όχι, όχι, θα προσπαθήσω να σας απαντήσω. Αναρωτιέμαι συχνά αν αυτό που είδε σε μένα είναι όντως πραγματικό. Για παράδειγμα, δεν γράφω μουσική ανελλιπώς, όπως εκείνος. Ενίοτε, αισθάνομαι ότι τον προδίδω, ότι δεν είμαι εξολοκλήρου συνθέτης σαν αυτόν. Είμαι, βλέπετε, ένας διαφορετικός άνθρωπος. Όποτε μπορώ βέβαια, γράφω μουσική, αλλά όχι σε καθημερινή βάση. Για να ξαναγυρίσω όμως στην ερώτησή σας, αν αναγνώρισε κάτι σε μένα, αυτό ήταν περισσότερο η μουσική και λιγότερο η προσωπικότητά μου. Το μόνο που είδε τότε ήταν έναν δεκαεννιάχρονο να του χτυπάει την πόρτα με το θράσος της νιότης και να του ζητάει να τον ακούσει. Πολύ πιθανόν να αντήχησε μέσα του η απόγνωση που ένιωθα, ένα στοιχείο που μας συνέδεε άλλωστε. Ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό μας το οποίο αναπτύχθηκε με την πάροδο των ετών ήταν η αίσθηση που είχαμε κι οι δυο για το σωστό και το λάθος. Μοιραζόμασταν τις ίδιες αρχές περί ελευθερίας και ηθικής. Αντιτασσόμασταν σθεναρά σε οποιαδήποτε μορφή καταπίεσης, κάτι που καθρεφτίζεται ολοζώντανα στα μουσικά του έργα.

Θυμάμαι την μουσική που έγραψε προς τιμήν των θυμάτων του τρομοκρατικού χτυπήματος της 11ης Σεπτεμβρίου στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης.
Ακριβώς. Ο Ennio ήταν πολύ ευαίσθητος με τον πόνο των άλλων. Ίσως να είδε και σε μένα κάτι από τον εαυτό του. Θα παραμείνει, ωστόσο, ένα μυστήριο το πώς εξελίχθηκε η σχέση μας σε βάθος χρόνου. Αυτό που συνέτεινε στην εξέλιξη αυτή ήταν, πιστεύω, και η μαθητεία μου δίπλα στον Boris Porena, για τον οποίον έτρεφε απεριόριστο θαυμασμό. Να λοιπόν εγώ, διανύοντας τότε την πρώτη μου νιότη, να βρίσκομαι ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο γίγαντες της τέχνης που ήταν τόσο όμοιοι μεταξύ τους κατά κάποιον τρόπο. Προσπάθησα επίσης να τους φέρω σε επαφή την περίοδο που ο Ennio αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας και νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση. Ο Boris Porena τού είχε γράψει μια επιστολή όταν διάβασε το προσχέδιο του βιβλίου. Πήγα αμέσως στο νοσοκομείο και διάβασα στον Ennio το γράμμα, το οποίο δεν ήταν ακριβώς γράμμα αλλά λεπτομερείς σκέψεις που κατέγραφε ο Boris σε καθημερινή βάση. Αυτό έγινε τον Απρίλιο του 2014, δύο χρόνια πριν από την επίσημη έκδοση του βιβλίου στην Ιταλία. Υπάρχει κι ένα δεύτερο βιβλίο για τον Ennio που παραμένει ανέκδοτο, και ελπίζουμε να βγει στα πλαίσια των εορτασμών των εκατό χρόνων από την γέννησή του. Για να ξαναγυρίσω όμως στο 2014, ο Boris Porena διάβασε προσεκτικά το προσχέδιο του βιβλίου. Καταλάβαινε κάποια πράγματα πολύ καλύτερα για την παιδική και εφηβική ηλικία του Ennio, για την μαθητεία του πλάι στον θρυλικό μαέστρο Petrassi. Έτσι, μέσω του Boris Porena, ο Ennio συνειδητοποίησε ότι το μόνο που ήθελα ήταν να τον βοηθήσω να επιλύσει αυτή την εσωτερική σύγκρουση που τον ταλάνιζε χρόνια. Ίσως να ακούγεται περίεργο, αλλά στην ουσία βοηθήσαμε ο ένας τον άλλον.

Οπότε, κατά μία έννοια, ήταν ο σωτήρας σας και ήσασταν ο δικός του.
Εκείνος έσωσε τον εαυτό του. Όμως, αυτό που μου αναγνώρισε σε ό,τι αφορά την συγγραφή του βιβλίου, χωρίς να θέλω να ευλογήσω τα γένια μου, είναι ότι για πρώτη φορά στην ζωή του έκανε απολογισμό του παρελθόντος, προσπαθώντας συνάμα να συσχετίσει το έργο του με την ίδια του την ύπαρξη. Να ανασύρει από το μακρινό παρελθόν ό,τι τον τρόμαζε, ό,τι αποτελούσε τροχοπέδη. Τούτο το βιβλίο ήταν ένα είδος ψυχοθεραπείας για τον ίδιο. Από την πρώτη στιγμή που άρχισα να δουλεύω μαζί του, τα παλιά τραύματα από την εφηβεία του ήταν εμφανή. Ο Ennio με εμπιστεύθηκε. Μου έδωσε την ευκαιρία να πορευθώ δίπλα του. Δώσαμε ο ένας στον άλλον μια ευκαιρία να προσεγγίσουμε τα πράγματα με νέους τρόπους, κάτι που όντως συνέβη σαν από θαύμα.
Miracolo a Milano. [γέλια]
Miracolo a Roma. [γέλια] Ήταν ένα θαύμα. Ό,τι αρχικά φάνταζε σύνθετο, αποδείχθηκε απλό. Συνήθως, ένας παππούς δεν εξομολογείται τις πιο μύχιες σκέψεις του στο εγγόνι του, αλλά στην περίπτωση του Ennio κατέστη εφικτό. Συνδεθήκαμε στενά, με αίσθημα ισοτιμίας και αμοιβαίου σεβασμού.

Κατά την διάρκεια συγγραφής του βιβλίου, τι ήταν αυτό που σας άγχωσε περισσότερο;
Συχνά φοβόμουν ότι η όλη διαδικασία θα έπεφτε στο κενό. Τότε δεν είχε βρεθεί καν εκδότης, ήταν απλώς μια προφορική συνεννόηση μεταξύ εμού και του Ennio. Υπήρχε όμως αμοιβαία εμπιστοσύνη, η βάση όλων, άλλωστε. Γνωρίζαμε κι οι δυο ότι έπρεπε να ρισκάρουμε. Επίσης, το γεγονός ότι είμαι κι εγώ συνθέτης διευκόλυνε πολύ τον Ennio. Από το προσχέδιο κιόλας του βιβλίου, αισθανόταν ότι μπορούσε να εμβαθύνει στο επάγγελμά του, στην τέχνη του. Θυμάμαι, έγραφα το πρώτο μέρος λες και ήταν η δική μου αυτοβιογραφία, με πλούσιο ανεκδοτολογικό υλικό από τον πόλεμο και τα μεταπολεμικά χρόνια. Σταδιακά, μπορούσες να δεις την προσωπικότητα του Ennio να ξεδιπλώνεται, να αποκαλύπτεται σε όλες της τις εκφάνσεις. Ο ίδιος όμως περίμενε κάτι άλλο. Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι μόνο το πρώτο μέρος θα δρούσε αυτοβιογραφικά. Το δεύτερο μέρος θα ήταν ό,τι ήθελε εκείνος. Χρειαζόμουν βέβαια περισσότερο χρόνο. Μετά από δυόμιση χρόνια συναντήσεων, μου έλεγε και μου ξανάλεγε: «Πότε θα διαβάσω επιτέλους το δεύτερο μέρος»; Του τόνιζα ότι έπρεπε να το δουλέψω περισσότερο, ο χρόνος δεν μου έφτανε.
Καταλάβαινε όμως ότι αυτή σας η προσέγγιση οφειλόταν στην τελειομανία σας και στην δυσκολία του όλου εγχειρήματος, στην προσπάθεια επίτευξης ενός ποιοτικού αποτελέσματος.
Προφανώς. Σε κάποια στιγμή, μου είπε αυτό που του είχε πει ο Pasolini: «Είσαι ελεύθερος να κάνεις ό,τι θέλεις». Έτσι, στο τέλος μου έδωσε απόλυτη ελευθερία, κάτι εξίσου τρομαχτικό. Αντιμετώπιζε την προσπάθειά μου με μεγάλο σεβασμό. Μερικές φορές βέβαια έκανε σαν μικρό παιδί, δεν κρατιόταν να διαβάσει την τελική εκδοχή. Από τις 9 Μαΐου του 2005 που του έκανα την πρόταση μέχρι το 2015 που τελείωσε το βιβλίο είχαν μεσολαβήσει ήδη δέκα ολόκληρα χρόνια. Στις 8 Μαΐου του 2015 πήγα στο σπίτι του με την ολοκληρωμένη εκδοχή. Ο Ennio άρχισε να το διαβάζει αμέσως, και ύστερα από περίπου ένα πεντάωρο μου είπε ότι ήταν πανευτυχής για το αποτέλεσμα. Εκείνη την νύχτα την πέρασα στο αυτοκίνητο έξω απ’ το σπίτι του κλαίγοντας μέχρι το ξημέρωμα. Ήταν το τέλος μιας απίστευτης διαδρομής. Πριν φύγω, του είπα: «Ennio, συνέχισε να διαβάζεις, κι όταν το τελειώσεις, πάρε με τηλέφωνο. Αν εξακολουθεί να σου αρέσει, βγες στο παράθυρο και κάνε εκείνο το σήμα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων όταν ήθελαν να χαρίσουν την ζωή σε κάποιον. Αν όχι, τότε θ’ ακούσεις στις ειδήσεις για έναν νέο που έδωσε τέλος στην ζωή του πέφτοντας στα παγωμένα νερά του Τίβερη. Όλη μου η ύπαρξη κρέμεται πάνω σου». Σκέτο δράμα. [γέλια] Την επομένη το πρωί μού τηλεφώνησε. «Άκου», μου είπε, «έκανες κάτι εντελώς αναπάντεχο. Έγραψες το καλύτερο βιβλίο που έχει βγει μέχρι στιγμής για μένα».
Τούτο το βιβλίο λοιπόν αποτελεί περισσότερο μια συζήτηση με τον ίδιον τον συνθέτη παρά μια αμιγώς αυτοβιογραφική εξιστόρηση. Αναρωτιόμουν στην αρχή αν θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω πρώτο ή τρίτο ενικό στην αφήγηση. Αν γινόταν χρήση μόνο του πρώτου ενικού, τότε θα ήταν σαν να το είχε γράψει ο ίδιος ο Ennio, πράγμα που δεν του άρεσε καθόλου. Έτσι αποφάσισα ότι το κλειδί του όλου εγχειρήματος θα ήταν ένας διάλογος, μια συζήτηση μεταξύ μας.

Υπήρξε κάποια στιγμή που η αμφιβολία για το τελικό αποτέλεσμα και οι δυσκολίες σάς ανάγκασαν να πείτε, «σταματάω εδώ, μάλλον δεν θα τα καταφέρω»;
Καλή ερώτηση. Εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι όλ’ αυτά τα χρόνια της ενασχόλησης με το βιβλίο, ο Ennio ήταν απίστευτα πολυάσχολος. Εγώ, από την άλλη, σπούδαζα ακόμα ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας στην Ολλανδία. Από οικονομικής άποψης, ήταν δύσκολο να πετάω κάθε τρεις και λίγο για Ρώμη. Ευτυχώς που έχω καλούς φίλους εκεί και με φιλοξενούσαν. Κάποιες φορές, ο Ennio έχανε την αίσθηση της γεωγραφικής απόστασης. Μ’ έπαιρνε λοιπόν τηλέφωνο και μου έλεγε: «Alessandro, μπορείς να είσαι στο σπίτι μου σήμερα το απόγευμα ή αύριο το πρωί»; Μ’ έπιαναν τα γέλια. «Μα Ennio», του απαντούσα, «βρίσκομαι στην Ολλανδία».
Από την άλλη, πώς μπορείς να πεις όχι στον μαέστρο;
[γέλια] Ακριβώς. Του είπα λοιπόν: «Το βιβλίο αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για μένα. Αν είναι και για σένα, τότε θα πρέπει να βρούμε την χρυσή τομή». Το κατάλαβε αμέσως και ζήτησε συγγνώμη για όλα αυτά τα θέματα τεχνικής φύσεως στην επικοινωνία μας. Από εκεί κι ύστερα, όλα άλλαξαν προς το καλύτερο. Άλλη μια δύσκολη στιγμή ήταν όταν ο ίδιος έδωσε την επίσημη σφραγίδα του, χαρακτηρίζοντας το βιβλίο ως το καλύτερο που είχε γραφτεί γι’ αυτόν. Ως εκ τούτου, στο κάδρο έπρεπε να μπει ο ατζέντης του, η οικογένειά του και οι εκδότες. Εγώ, από την άλλη, ήμουν νέος και παντελώς άγνωστος, γεγονός που δυσχέραινε την όλη κατάσταση. Ήταν πιο τρομαχτικό ακόμα και απ’ την περίοδο που έγραφα το βιβλίο.

Αλήθεια;
Ναι. Η διαδικασία έκδοσης ήταν απαιτητική και περίπλοκη, ούτως ώστε να γίνουν όλα σωστά και με απόλυτο σεβασμό στο έργο και την προσωπικότητα ενός Ennio Morricone. Ο Ιταλός εκδότης, ο Mondadori, επιχείρησε επίσης να μην συμπεριληφθεί το όνομά μου στο εξώφυλλο.
Μα είστε ο συγγραφέας.
Κι όμως! Δεν φοβάμαι να μιλήσω ανοιχτά γι’ αυτό το θέμα. Οφείλω να υπερασπιστώ τον εαυτό μου.
Έχετε κάθε δικαίωμα ως δημιουργός του βιβλίου.
Ως συνδημιουργός. Το πόνημα ανήκει στον Ennio κατά το ήμισυ. Του χρωστάω πολλά γιατί χάρη σ’ αυτόν το όνομά μου τυπώθηκε στο εξώφυλλο δίπλα στο δικό του. Σκορπιός κι αυτός στο ζώδιο, όπως κι εγώ. [γέλια] Η σχέση που χτίσαμε όλ’ αυτά τα χρόνια στο τέλος νίκησε τις αμφιβολίες, τις φατρίες της μουσικής βιομηχανίας, τα συμφέροντα των εκδοτικών οίκων και τον άκρατο καταναλωτισμό. Όταν χάνεις τον αληθινό σου στόχο, όταν δεν ξέρεις πια για ποιον λόγο κάνεις αυτό που κάνεις, τότε χάνεις τα πάντα.
Παρά την ασυγκράτητα δημιουργική του φύση κι εκείνη την αίσθηση του άπειρου που διατρέχει τα έργα του, ο Ennio ήταν προσκολλημένος στην ακρίβεια. Ρολόγια παντός τύπου στο σπίτι και στο γραφείο του, χρονόμετρα, μετρήσεις και υπολογισμοί. Κατά την γνώμη σας, πώς συνάδουν όλα αυτά με το αίσθημα της αιωνιότητας που αποπνέει η μουσική του;
Ο μουσικολόγος Sergio Miceli, ο οποίος υπήρξε και ο πρώτος βιογράφος που ασχολήθηκε με τον Ennio Morricone, μού άφησε το αρχείο του λίγο πριν πεθάνει. Του χρωστώ βαθιά ευγνωμοσύνη. Ο Sergio έκανε, αν θυμάστε, μια σύντομη εμφάνιση στο ντοκυμανταίρ που είδαμε εχθές. Θα σας πω λοιπόν κάτι πολύ ενδιαφέρον. Ο άνθρωπος αυτός χάρισε κάποτε στον Ennio ένα έργο τέχνης, μια περίεργη κατασκευή μέσα στην οποία υπήρχε ένα ρολόι με σμπαραλιασμένα γρανάζια και διαλυμένους δείκτες, λες και είχε προηγηθεί έκρηξη. Μια έκρηξη του χρόνου εις το διηνεκές, η χρονική στιγμή που υπάρχει και συγχρόνως δεν υπάρχει. Κάπως έτσι προσέγγιζε τα πράγματα ο Ennio. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και στο βιβλίο που έγραψα μαζί του: αυτή η δυναμική ακινησία, τρόπος του λέγειν, η κίνηση και η στατικότητα την ίδια στιγμή. Αυτό βέβαια αποτελεί φιλοσοφικό ερώτημα. Ο Ennio προσπαθούσε να βρει την ισορροπία ανάμεσα στο γίγνεσθαι και στο είναι, ένα μεταφυσικό ζήτημα στο οποίο δεν υπάρχει συγκεκριμένη απάντηση. Σύμφωνα με τον Ennio, κάθε στιγμή οφείλει να ασπάζεται την αιωνιότητα. Ο ίδιος έδινε όλο του το είναι με ό,τι καταπιανόταν. Όταν λοιπόν ένα μουσικό έργο γίνεται μέρος μιας ταινίας, τότε περνά στην αιωνιότητα. Ο τρόπος με τον οποίον ο Ennio προσέγγιζε την σύνθεση σχετιζόταν με το υπερβατικό. Ο Μπαχ έκανε ακριβώς το ίδιο. Έγραφε βέβαια μουσική αφιερωμένη στον Θεό. Ο Ennio, από την άλλη, πίστευε μεν στον Θεό αλλά στηριζόταν πρωτίστως στην δύναμη της μουσικής ως κάτι χειροπιαστό. Συγχρόνως όμως αισθανόταν την ύπαρξη ενός στοιχείου μυστικιστικού.

Θυμάμαι στο ντοκιμαντέρ κάποιον που είπε χαρακτηριστικά ότι αν υπάρχει Θεός, τότε ο Ennio είναι μία από τις εκφάνσεις του.
Αυτός ήταν ο Roland Joffe, ο σκηνοθέτης της ταινίας “The Mission”, με την θρυλική πλέον μουσική του Ennio. Την έχετε ακούσει, ελπίζω.
Και ποιος δεν την έχει ακούσει! Το πιστεύετε ότι αυτή είναι η μόνη μουσική που με κάνει να κλαίω;
Η δύναμη της αντίστιξης, κάτι που μόνον ένας συνθέτης αυτού του βεληνεκούς μπορεί να πετύχει! Δεν είναι βέβαια μοναχά οι νότες αυτές καθεαυτές που δημιουργούν συγκινησιακή φόρτιση. Είναι και το υπερβατικό στοιχείο για το οποίο μιλήσαμε πριν λίγο, το παράδοξο που δεν επιδέχεται ανάλυσης.
Τι σας λείπει περισσότερο απ’ αυτόν σε προσωπικό επίπεδο;
*Τον σκέφτομαι σχεδόν κάθε μέρα. Ούτως ή άλλως, η ενασχόλησή μου με την παρουσίαση της μουσικής του και του βιβλίου δεν μου αφήνει περιθώρια να τον ξεχάσω. Ακόμα και τώρα που έφυγε, είναι σαν να δουλεύω μαζί του. Περιοδεύουμε με τους συνεργάτες μου αρκετά συχνά σε όλη την Ιταλία με συναυλίες και κινηματογραφικές προβολές αφιερωμένες στο έργο του. Αυτό όμως που μου λείπει πραγματικά είναι η φιλία μας. Για να είμαι ειλικρινής, περισσότερο μου λείπουν όσα δεν κάναμε παρά όσα κάναμε. Και η συνειδητοποίηση ότι δεν θα ξαναδουλέψουμε ποτέ πια μαζί. Δεν μπορώ να τον πάρω τηλέφωνο να του πω αυτά που με βασανίζουν. Το τέλος είναι αναπόφευκτο για όλους μας. Όταν όμως φεύγουν άνθρωποι μεγάλης ηλικίας που κουβαλούν ένα παρελθόν στις πλάτες τους, γινόμαστε φτωχότεροι. Εξελισσόμαστε μαζί τους όσο ζουν, και ο θάνατός τους είναι φυσικό να μας επηρεάζει άμεσα.
Μου λείπουν πολύ, ο Ennio και ο Boris [Σ.τ.μ. Porena]. Οι άνθρωποι αυτοί μου έδωσαν την ευκαιρία να συναντηθώ με την καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου. Δεν είναι εύκολο να βρεις τόσο ανοιχτούς ανθρώπους με τους οποίους να μπορείς να συζητάς τα πάντα.*
Και μάλιστα από την παλιά χρυσή εποχή στην οποία η καλλιτεχνική δημιουργία είχε σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Όταν οι αξίες ήταν διαφορετικές.
Ακριβώς. Για μένα, η αίσθηση της προοπτικής ήταν πάντα πολύ σημαντική. Στην σημερινή κοινωνία του υπερκαταναλωτισμού, η προοπτική λείπει. Όλα είναι πια στιγμιαία και σχεδιασμένα να ξεχνιούνται αμέσως. Εγώ θέλω να θυμάμαι το πέρασμα του χρόνου, τί διαφορετικό είχε, τί άλλαξε, τί χάσαμε και τί κερδίσαμε. Αυτό ακριβώς μου λείπει περισσότερο απ’ τον Ennio: ο χρόνος που κουβαλούσε στις πλάτες του.
Σχεδιάζετε στο άμεσο μέλλον να προχωρήσετε στην έκδοση και του δεύτερου βιβλίου σας για τον Ennio;
Το βιβλίο είναι έτοιμο στο μεγαλύτερο μέρος του. Πρέπει βέβαια να γίνει επιμέλεια και να περαστούν οι τελικές διορθώσεις. Αυτή την περίοδο βρίσκομαι σε μια διαρκή συζήτηση με τον εαυτό μου. Θέλω πολύ αυτό το δεύτερο βιβλίο να είναι ισάξιο του πρώτου, όμως με ταλανίζει και η αμφιβολία. Βλέπετε, ο Ennio δεν είναι πια εδώ. Δεν μπορούμε να πάρουμε αποφάσεις από κοινού. Βέβαια, έχουμε ήδη συμφωνήσει σε αρκετά πράγματα πριν από τον θάνατό του, αλλά μου είναι ακόμα δύσκολο να εκδώσω κάτι δικό του εν τη απουσία του.
Καταλαβαίνω. Δεν είναι εδώ για να σας δώσει την ευχή του, την επίσημη σφραγίδα του.
Εκτός όλων των άλλων, προκύπτουν δεκάδες πράγματα τεχνικής φύσεως. Παραδείγματος χάριν, σκέφτομαι να χρησιμοποιήσω στην αφήγηση τρίτο πρόσωπο αντί για πρώτο ενικό. Κάτι τέτοιο θα μου προσέφερε ίσως μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Δεν είμαι σίγουρος όμως αν θα ήταν και η πιο σοφή επιλογή, μιας και έχουμε την πλήρη απομαγνητοφώνηση των λεγομένων του Ennio σε πρώτο ενικό πρόσωπο. Πραγματικά, θα ήταν κρίμα να θυσιάσουμε αυτή την αμεσότητα.
Μιλώντας για αμεσότητα, ο Ennio θεωρούσε τη σύζυγό του, τη Μαρία, ως την πιο άμεση σχέση του σε βάθος δεκαετιών. Της ήταν απόλυτα αφοσιωμένος. Έχετε κρατήσει επαφή μαζί της;
Ναι! Ευτυχώς είμαστε σε διαρκή επικοινωνία. Τηλεφωνιόμαστε σχεδόν κάθε βδομάδα. Είμαι ένας από τους λίγους ανθρώπους που γνώρισε τον Ennio σε βάθος, και η ίδια θεωρεί ότι κουβαλάω ένα μέρος του που ζει ακόμα. Η Μαρία είναι σπάνιο πλάσμα. Της έχω μεγάλη αδυναμία. Αναγνωρίζουμε ο ένας στα μάτια του άλλου την αόρατη παρουσία του. Συγκινούμαι πολύ όταν το σκέφτομαι.
Είστε απίστευτα τυχερός! Ξέρετε, είχα μεγάλη αγωνία γι’ αυτήν την συνέντευξη. Σε ελάχιστο χρόνο έπρεπε να σκεφτώ έξυπνες ερωτήσεις, αλλά δυσκολεύτηκα πολύ. Τα ερωτήματά μου είναι μάλλον απλά και ελλιπή. Τί να πρωτορωτήσει κανείς για το σύμπαν του Ennio άλλωστε;
Αυτό που μόλις είπατε για τις έξυπνες ερωτήσεις… Η απλότητα είναι το κλειδί όλων. Όπως είδαμε και εχθές στο ντοκιμαντέρ, δυο άνθρωποι σαν κι εμάς κάθονται αντίκρυ και απλώς συζητούν. Η μόνη διαφορά είναι η παρουσία της κάμερας, ή, στην δική μου περίπτωση με τον Ennio, το μικρόφωνο. Ξέρετε, το βιονικό χέρι παρατεταμένο. [γέλια] Η απλότητα λοιπόν είναι η αρχή όλων. Και έχει αποτέλεσμα.
Με το τέλος αυτής της φράσης, ο Alessandro κοίταξε διακριτικά το ρολόι του. «Θα ήθελα να μείνω κι άλλο σ’ αυτόν τον παράδεισο, αλλά η πτήση μου είναι σε λίγες ώρες. Θα μου κάνετε μια χάρη»;
«Ευχαρίστως», του απάντησα.
«Έχω μεγάλη αδυναμία στις σπανακόπιτες. Πού μπορώ να βρω»;
«Ελάτε, θα σας πάω εγώ».
Αφήσαμε το Ξενοδοχείο Mediterranean και κατευθυνθήκαμε προς την πόλη. Στο ύψος του Ευαγγελισμού, χτύπησε το τηλέφωνό του. Ήταν η Irene Grandi από το Μιλάνο. Ξαφνικά ο τόνος της φωνής του άλλαξε, έγινε πιο στακάτος, πιο διαδικαστικός. Μίλησαν αρκετά λεπτά για τις τελευταίες λεπτομέρειες του επικείμενου δίσκου της, μέχρι που φτάσαμε στις σπανακόπιτες. Τα μάτια του ξαφνικά άστραψαν. «Θα πάρω πολλές, θα πάρω και για το ταξίδι», γέλασε. «Αν ζούσα στην Ελλάδα, θα έτρωγα μόνο σπανακόπιτες».
Σφίξαμε το χέρι. Τον είδα να ξεμακραίνει κάτω από τον υγροκίτρινο ήλιο του νησιού, κουβαλώντας μια σακούλα γεμάτη σπανακόπιτες και μια πετσέτα θαλάσσης για μια τελευταία βουτιά.
Το ίδιο βράδυ, διάβασα το δελτίο καιρού, όπως κάνω πάντα. Η πρόγνωση για το Μιλάνο ήταν άσχημη: αναμένονταν ακραία καιρικά φαινόμενα, με καταρρακτώδεις βροχές και ισχυρούς ανέμους σε όλη την Λομβαρδία. «Ευτυχώς που πήρε μαζί του τις αγαπημένες του σπανακόπιτες», σκέφτηκα. «Αυτές μάλλον θα τον βοηθήσουν». Αργά την νύχτα, τόλμησα να του τηλεφωνήσω για να βεβαιωθώ ότι έφτασε καλά.
«Βρέχει ανελέητα. Η πτήση μου είχε καθυστέρηση πέντε περίπου ώρες. Ήταν ένα μακρύ-μακρύ ταξίδι», μου απάντησε, και έκλεισε το τηλέφωνο.
Το βιβλίο των Alessandro De Rosa και Ennio Morricone με τίτλο «ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΕΚΕΙΝΟΝ ΤΟΝ ΗΧΟ: Η μουσική μου, η ζωή μου» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μετρονόμος σε μετάφραση Άννας Νούση.
[Η συνέντευξη του Alessandro De Rosa πραγματοποιήθηκε στα αγγλικά και τα ιταλικά την Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2025, στο φουαγιέ του ξενοδοχείου MEDITERRANEAN της Ρόδου, και ηχογραφήθηκε στην πλατφόρμα iPad Voice Memos. Το κείμενο προσαρμόσθηκε στην ελληνική γλώσσα από τον συντάκτη.]

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News