Γρηγόρης Δημητριάδης: Ο πλανήτης σείεται, η Ευρώπη ομφαλοσκοπεί
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 118 ΦΟΡΕΣ
Του Γρηγόρη Δημητριάδη
Η ΕΕ μπορεί να αποτύχει διατηρώντας όλες τις υπηρεσίες και τις τελετουργίες της. Να συνεδριάζει κανονικά ενώ άλλοι καθορίζουν το μέλλον της. Αυτό θα είναι το βαρύτερο κατηγορητήριο για τις σημερινές ηγεσίες: ότι γνώριζαν τι διακυβευόταν και προτίμησαν την αναβολή και τη στρεψοδικία. Η Ευρώπη πρέπει να σοβαρευτεί πριν να είναι αργά.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση κινδυνεύει να εθιστεί από την αδράνειά της να συνηθίσει την αδυναμία της. Να θεωρεί φυσιολογικό ότι συζητά περισσότερο από όσο αποφασίζει και εξαγγέλλει περισσότερα από όσα πραγματοποιεί. Η σύνοδος της 15ης–16ης Οκτωβρίου προσέφερε ακόμη ένα δείγμα: χωρίς συμφωνία για τον επόμενο πολυετή Προϋπολογισμό –με κίνδυνο δραστικών περικοπών για την αγροτική οικονομία και την πολιτική συνοχή–, με αντιπαραθέσεις για ενέργεια και μετανάστευση και με ανοιχτό το ζήτημα της πρόσθετης χρηματοδότησης της Ουκρανίας. Και όλα αυτά με φόντο έναν εκρηκτικό διεθνή ορίζοντα. Σημεία των καιρών: η λήξη των εργασιών της συνόδου κορυφής συνέπεσε με το ξέσπασμα διαμαρτυρίας αλλά και ανεξέλεγκτης βίας στη Γαλλία, εκεί όπου η κοινωνική δυσαρέσκεια συναντά τη δημοσιονομική επιδείνωση και τη χωρίς προηγούμενο πολιτική πόλωση. Επιστρέφοντας οι πρωθυπουργοί της Ιταλίας, του Βελγίου και της Πορτογαλίας βρέθηκαν και αυτοί αντιμέτωποι με μεγάλες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στις χώρες τους.
Αν ρωτηθεί ένας ευρωπαίος πολίτης τι αποφάσισαν οι 27, μάλλον θα δηλώσει άγνοια. Βεβαίως, συμπεράσματα υπήρξαν –μετά από έναν μαραθώνιο διαφωνιών, διαξιφισμών, αντικρουόμενων προτάσεων, ακόμα και εχθρότητας. Εδώ υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση: η διαπραγμάτευση έχει μετατραπεί σε μόνιμο καταφύγιο αποποίησης ευθυνών. Κάθε κυβέρνηση προσέρχεται με τις κόκκινες γραμμές της, τις εκλογικές αγωνίες της, τις απαιτήσεις της. Το ευρωπαϊκό συμφέρον αναζητείται στο υπόλοιπο που απομένει όταν και αν ικανοποιηθούν οι εθνικές επιφυλάξεις. Αλλιώς, φύγαμε για την επόμενη σύνοδο και έχει ο Θεός! Στο μεταξύ οι κρίσεις αλληλοτροφοδοτούνται. Ο πόλεμος επηρεάζει την ενέργεια, η ακριβή ενέργεια τη βιομηχανία, η οικονομική πίεση την κοινωνική ανασφάλεια και η ανασφάλεια την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση. Η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα προβλήματα που οι θεσμοί και οι κυβερνήσεις της εξακολουθούν να διαχειρίζονται αποσπασματικά – με άγνοια κινδύνου, θα έλεγα. Την ίδια ώρα που η Ευρώπη ομφαλοσκοπεί, κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές, παραπληροφόρηση και οικονομικοί εκβιασμοί μπορούν να προκαλέσουν ζημιές πριν καν συμφωνηθεί μια αποτελεσματική ευρωπαϊκή απάντηση. Η πρόσφατη σύνοδος αναγνώρισε την εντατικοποίηση υβριδικών επιθέσεων.
Αλλά η αναγνώριση της απειλής δεν ισοδυναμεί με την εξουδετέρωσή της. Οι αντίπαλοί της μπορούν να δημιουργούν τετελεσμένα γρηγορότερα από όσο εκείνη οργανώνει την αποτροπή τους. Στη διεθνή πολιτική η καθυστέρηση πληρώνεται με απώλεια επιρροής, μεγαλύτερη εξάρτηση και ετεροχρονισμένες αποφάσεις που κοστίζουν πολύ περισσότερο. Το βαρύτερο κατηγορητήριο βρίσκεται στην ίδια την οικονομία. Εδώ υπάρχει μια ευρωπαϊκή αυτοϋπονόμευση. Ζητάμε επιχειρήσεις ικανές να ανταγωνιστούν αμερικανικούς και κινεζικούς κολοσσούς διατηρώντας φραγμούς που δυσκολεύουν την ανάπτυξή τους. Καταγγέλλουμε τον προστατευτισμό των άλλων, ενώ προστατεύουμε εθνικές αγορές, επαγγελματικές περιχαρακώσεις και κανονιστικές ιδιαιτερότητες. Οι κυβερνήσεις χειροκροτούν την ευρωπαϊκή κλίμακα, αρκεί να μη θιγούν εκείνοι που ωφελούνται από τη μικρή, εθνική κλίμακα. Ομως είναι καιρός που οι εκθέσεις Ντράγκι και Λέτα έχουν αφαιρέσει το άλλοθι της άγνοιας και της μακαριότητας. Ο Ντράγκι προσδιόρισε πρόσθετες επενδυτικές ανάγκες περίπου 750-800 δισ. ευρώ ετησίως.
Ο Λέτα πρότεινε βαθύτερη ενιαία αγορά, Ενωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και μια «πέμπτη ελευθερία» για γνώση και καινοτομία. Ενέργεια, κεφάλαια, έρευνα, τεχνολογία: οι βασικές κατευθύνσεις είναι γνωστές. Τι απέγιναν οι εκθέσεις αυτές; Σε ποια συρτάρια των Βρυξελλών αραχνιάζουν; Και αυτό την ώρα που οι πολίτες και οι επιχειρήσεις δεν περιμένουν να ζήσουν από την ενσωμάτωση περίτεχνων προτάσεων σε αμφίβολης αξιοπιστίας προγράμματα, αλλά απαιτούν επενδύσεις που πραγματοποιούνται, εμπόδια που καταργούνται, ενέργεια που γίνεται προσιτή. Το κρίσιμο έλλειμμα βρίσκεται στην πολιτική βούληση να θιγούν συμφέροντα και να κατανεμηθεί το κόστος. Ποιος, όμως, αναλαμβάνει αυτό το κόστος; Η Ευρώπη θέλει περισσότερη άμυνα, τεχνολογική αυτονομία, ενεργειακή ασφάλεια και κοινωνική συνοχή. Οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να συμφωνήσουν σε αντίστοιχη κοινή χρηματοδότηση. Ετσι, εξαγγέλλονται φιλοδοξίες χωρίς επαρκές οικονομικό υπόβαθρο και κατόπιν η ανεπαρκής υλοποίηση παρουσιάζεται σαν τεχνική δυσκολία. Πρόκειται για πολιτική επιλογή: δεσμεύσεις σήμερα, λογαριασμός αύριο, ευθύνη διάχυτη. Η εύκολη καταγγελία της «γραφειοκρατίας των Βρυξελλών» εξυπηρετεί όλους όσοι αποφεύγουν αυτή τη συζήτηση.
Οι απαιτούμενες διαδικασίες είναι συχνά περίπλοκες. Αλλά στο τραπέζι των μεγάλων αποφάσεων κάθονται πρωθυπουργοί και πρόεδροι. Αυτοί αρνούνται, παζαρεύουν, αναβάλλουν. Και όταν επιστρέφουν στις πρωτεύουσές τους εμφανίζουν τις επιτυχίες ως εθνικές κατακτήσεις και τις αποτυχίες ως ευρωπαϊκές επιβολές. Ετσι υπονομεύουν οι ίδιοι τη νομιμοποίηση της Ενωσης που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται. Και ναι, οι ισχυρότερες χώρες είναι που έχουν μεγαλύτερη ευθύνη. Η κληρονομιά Μέρκελ απαιτεί αυστηρή αποτίμηση, ιδιαίτερα για την ενεργειακή σχέση με τη Ρωσία. Η υποστήριξη του Nord Stream 2, παρά τις πολιτικές αντιρρήσεις, δείχνει πόσο εύκολα μια εθνική οικονομική σκοπιμότητα μπορούσε να υπερισχύσει των ευρωπαϊκών ανησυχιών ασφαλείας. Η κυρία Μέρκελ πρόταξε το συμφέρον της χώρας της πάνω από το ευρωπαϊκό. Τελικά και η Γερμανία συγκαταλέγεται στους μεγάλους χαμένους της ευρωπαϊκής στασιμότητας… Βέβαια, η ευθύνη δεν περιορίζεται σε ένα πρόσωπο. Συνολικά, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αποδέχθηκαν ένα μοντέλο επικίνδυνων εξαρτήσεων. Και σήμερα ανακαλύπτουν ότι η οικονομική ισχύς δεν αρκεί όταν η ασφάλεια, η τεχνολογία ή οι κρίσιμες προμήθειες εξαρτώνται από αποφάσεις άλλων. Σε αναμονή μιας (ακόμη) έκτακτης συνόδου κορυφής, δεν γίνεται να μη συνυπολογιστούν οι συνέπειες από έναν εξαντλητικό εκλογικό κύκλο μέχρι το τέλος του 2027.
Η αρχή γίνεται με τις πρόωρες εκλογές στην Ισπανία τον προσεχή Νοέμβριο, αλλά ακολουθούν οι προεδρικές εκλογές στη Γαλλία την άνοιξη, οι βουλευτικές στην Ιταλία, στην Πολωνία και, βεβαίως, στη χώρα μας. Ας συνυπολογιστούν και οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, που ασφαλώς θα επηρεάσουν το ευρωπαϊκό περιβάλλον. Ηδη, οι επερχόμενες ευρωπαϊκές εκλογές προβάλλονται ως εμπόδιο στη συμφωνία για τον Προϋπολογισμό 2028-2034, αλλά υπάρχει και ένα θεμελιώδες ερώτημα: αν πριν από τις εκλογές αποφεύγονται οι δύσκολες αποφάσεις και μετά τις εκλογές οι συσχετισμοί που θα προκύψουν είναι δυσμενείς, πότε ακριβώς θεωρούμε ότι μπορεί να κυβερνηθεί η Ευρώπη; Η δημοκρατία απαιτεί ηγεσίες που κατανοούν τις αναγκαίες επιλογές και διεκδικούν εντολή γι’ αυτές. Η μόνιμη υποχώρηση στον φόβο του εκλογικού κόστους αφήνει το πεδίο στις δυνάμεις που εκμεταλλεύονται την αποτυχία και την αδράνεια – δυνάμεις κατεξοχήν ευρωσκεπτικιστικές. Βλέπουμε τις κοντόθωρες πρακτικές σε δύο χώρες-ατμομηχανές της ευρωπαϊκής ενοποίησης, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Στη Γαλλία, οι προβλέψεις κάνουν λόγο για «μονομαχία» Λεπέν και Μελανσόν στις προεδρικές, ενώ στη Γερμανία καλπάζει το AfD. Κάποιοι θεωρούν τις εξελίξεις αυτές πιστοποίηση μιας προεξαγγελθείσας αποτύχιας. Οπότε εγείρεται για πολλοστή φορά το ερώτημα: Μήπως επιβάλλεται πλέον ο περιορισμός της ομοφωνίας στα πεδία όπου παράγει συστηματική ακινησία; Περίπου το 80% του νομοθετικού έργου του Συμβουλίου αποφασίζεται ήδη με ειδική πλειοψηφία.
Ομως το βέτο παραμένει σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η εξωτερική πολιτική και ο πολυετής προϋπολογισμός. Ναι, η προστασία των μικρών κρατών είναι αναγκαία. Ομως η δυνατότητα ενός κράτους να ακινητοποιεί όλους τους άλλους απαιτεί ριζική επανεξέταση. Χρειάζεται επίσης η καλλιέργεια της ευρωπαϊκής συνείδησης από τις ίδιες τις κυβερνήσεις – και όχι κάποιο είδος εθνικής περιχαράκωσης. Απαιτείται ενδυνάμωση της αλληλεγγύης, που όμως συνεπάγεται υποχρεώσεις για τους αποδέκτες κονδυλίων και για όσους ωφελούνται από την ενιαία αγορά. Δεν μπορεί η ΕΕ να εκθειάζεται μόνο όταν εξυπηρετούνται εθνικές ανάγκες και εισπράττονται τα κονδύλια, και να θεωρείται προβληματική όταν έρχεται η ώρα να ληφθούν κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον της Ευρώπης. Τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα επιβαρύνουν την κρίση όταν ανταμείβουν την πρόκληση και την ασημαντότητα, παραμερίζοντας την επάρκεια και τον έλεγχο.
Η εξασθένηση της ζωντανής μνήμης του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου –με τους τελευταίους μαχητές να φεύγουν πλέον από τη ζωή– ίσως ευνόησε τη μακαριότητα και την απάθεια στις επερχόμενες απειλές. Αλλά και μόνο όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία καταργούν κάθε δικαιολογία άγνοιας του ολέθρου. Η ΕΕ μπορεί να αποτύχει διατηρώντας όλες τις υπηρεσίες και τις τελετουργίες της. Να συνεδριάζει κανονικά ενώ άλλοι καθορίζουν το μέλλον της. Αυτό θα είναι το βαρύτερο κατηγορητήριο για τις σημερινές ηγεσίες: ότι γνώριζαν τι διακυβευόταν και προτίμησαν την αναβολή και τη στρεψοδικία. Η Ευρώπη πρέπει να σοβαρευτεί πριν να είναι αργά. Γιατί πλέον το ερώτημα για αυτήν δεν είναι αν βρίσκεται σε κρίση, αλλά, όπως επισήμανε και ο γάλλος φιλόσοφος Εντγκάρ Μορέν, αν θα μεταμορφωθεί ή θα αποσυντεθεί.
Πηγή: Protagon.gr
ΦΩΤΟ CreativeProtagon

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News