Ρόδος: Δεν έβρισκε κλειδαρά και του άνοιξε... διαρρήκτης για να μπει στο σπίτι του!

Θα μπορούσε να είναι θαυμάσιο ευθυμογράφημα, αλλά δεν είναι. Ούτε τραγωδία βέβαια είναι, παρά την ταλαιπωρία του συντοπίτη μας. Όμως «τραγέλαφος» σίγουρα είναι, αλλά ταυτόχρονα και «διδακτική ιστορία»….

Συμπολίτης μας, ευυπόληπτος και επιτυχημένος επαγγελματίας, το Σαββατόβραδο, γύρω στις 12 παρά είκοσι κοντά μεσάνυχτα, επέστρεφε στο σπίτι του, στο ιδιόκτητο διαμέρισμά του στο κέντρο της πόλης μας.

Η ατυχία του ξεκίνησε, όταν μπλόκαρε η κλειδαριά της κεντρικής εισόδου της πολυκατοικίας και δεν μπορούσε ν’ ανοίξει. Με το κινητό του, τηλεφώνησε στη γυναίκα του, η οποία κατέβηκε για να του ανοίξει από μέσα πλέον. Φευ, ούτε εκείνη τα κατάφερε.

Ο φίλος συμπολίτης,  κατάφυγε στην  Πυροσβεστική Υπηρεσία, ορθά σκεπτόμενος πως οι πυροσβέστες μας, πανέτοιμοι και πρόθυμοι πάντα, σίγουρα θα είχαν τα μέσα ν’ ανοίξουν την κλειδαριά της κεντρικής εισόδου μιας πολυκατοικίας, όπως σίγουρα θα έκαναν σε περίπτωση πυρκαγιάς.

Η Πυροσβεστική Υπηρεσία όμως, του είπε ότι δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο, και του έδωσαν τηλέφωνα κάποιων κλειδαράδων. Επέστρεψε στην πολυκατοικία ο συμπολίτης μας, και άρχισε να καλεί τους κλειδαράδες που του είχαν συστήσει από την Πυροσβεστική.

Κανένας όμως από τους οκτώ, δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματά του, προφανώς επειδή ήταν πλέον περασμένα μεσάνυχτα Σαββάτου. Σκέφτηκε λοιπόν ο καταπονημένος Ροδίτης φίλος, μετά από τηλεφωνική συνεννόηση με τη γυναίκα του, για να μην ξυπνήσουν τα παντρεμένα παιδιά του και κατατρομάξουν μέσα στη μαύρη νύχτα, να ζητήσει δωμάτιο σε κοντινό ξενοδοχείο, να περάσει την προβληματική νύχτα. Και πάλι ατύχησε: δεν υπήρχε δωμάτιο ελεύθερο.

Ο νυχτερινός υπεύθυνος του ξενοδοχείου, τον γνώριζε και για να τον εξυπηρετήσει του είπε να δει αν κάποιο από τα δωμάτια του προσωπικού ήταν ελεύθερο. Και πάλι ατύχησε ο φίλος μας, καθώς απλώς αναστατώθηκαν οι αναπαυόμενοι νυχτερινοί εργαζόμενοι, και μάλιστα όταν μέσα στην μαύρη νύχτα την ξύπνησαν με χτυπήματα στην πόρτα της, η καμαριέρα τρομαγμένη έβαλε τις φωνές και αναστάτωσε το ξενοδοχείο.

Ο εξυπηρετικός νυχτερινός υπεύθυνος του ξενοδοχείου, πρότεινε στον ταλαίπωρο ‘φίλο’ να του δανείσει κάποια μαξιλάρια και να κοιμηθεί πρόχειρα στην επιχείρησή του. Ο συμπολίτης μας, αρνήθηκε ευγενικά και σκέφτηκε να καταφύγει στην Αστυνομία.

Στην Αστυνομία, τον άκουσαν με προσοχή και του είπαν ότι δεν μπορούν να τον βοηθήσουν, παρά μόνον να του δώσουν τα τηλέφωνα τριών κλειδαράδων.

Ο «συμπολίτης» μας, επέστρεψε στην πάντα μπλοκαρισμένη πόρτα της πολυκατοικίας του κι άρχισε να καλεί τους κλειδαράδες που του συνέστησαν από την Αστυνομία. Οι δύο πρώτοι, δεν απάντησαν. Ήδη η ώρα ήταν πλέον 3.30 ξημερώματα Κυριακής.

Ο τρίτος κλειδαράς, απάντησε. Ήταν ένας Αλβανός και έδειξε πρόθυμος να τον βοηθήσει. Όμως, πριν προφτάσει να του δώσει τη διεύθυνση του σπιτιού, άδειασε η μπαταρία του κινητού του κι έκλεισε το τηλέφωνο!

Μέσα στην απελπισία του, άρχισε πάλι να σπρώχνει την πόρτα με όση δύναμη είχε, προσπαθώντας φευ, να γυρίσει το κλειδί στην κλειδαριά. Μέσα στην απελπισία του, είδε να σταματάει ένα μηχανάκι στο ρείθρο του πεζοδρομίου και να κατεβαίνει ο αναβάτης του, που ευγενικά και με ενδιαφέρον τον  ρώτησε: «Τι συμβαίνει φίλε; Θες καμιά βοήθεια»; Απελπισμένος ο «συμπολίτης» μας, του εξήγησε την ταλαιπωρία του.

Ο «αναβάτης» του δίκυκλου, τον καθησύχασε λέγοντάς του: «Μην ανησυχείς φίλε. Είμαι διαρρήκτης, έχω τα εργαλεία μου μαζί μου και θα σου ανοίξω την πόρτα, στο ‘άψε σβήσε’». Έμεινε  εμβρόντητος ο «συμπολίτης» μας κι ακόμα περισσότερο, όταν τον είδε ν’ ανοίγει μια τσάντα που είχε στο δίκλυκλό του και να βγάζει τα «σύνεργα του επαγγέλματός του»!

Σε κλάσματα δευτερολέπτου ξεμπλόκαρε την κλειδαριά και του άνοιξε  την πόρτα, παραμερίζοντας μάλιστα ευγενικά για να περάσει ο ιδιοκτήτης. 

Ο  «συμπολίτης» μας, τον ευχαρίστησε και προθυμοποιήθηκε να τον πληρώσει για τον ‘κόπο’ του. Και πάλι ο «διαρρήκτης» -δεν μάθαμε αν ήταν «περαστικός διαρρήκτης» ή ο «διαρρήκτης της γειτονιάς», ευγενικά δεν δέχτηκε, καβάλλησε το δίκυκλό του κι εξαφανίστηκε μέσα στο σκοτάδι.

Μέχρι σήμερα, ο συμπολίτης μας, αναρωτιέται, ποιος προστατεύει και βοηθάει τους πολίτες, από μικρά ή μεγάλα προβλήματα, ποιος συνδράμει στην επίλυση των προβλημάτων των πολιτών, ποιος είναι υπεύθυνος και συνειδητοποιημένος Έλληνας πολίτης, ποιος δείχνει πραγματικό ενδιαφέρον για το πρόβλημα του «γείτονα».

Σίγουρα δεν φταίνε μόνον οι θεσμοί, αλλά και οι άνθρωποι που υπηρετούν τους θεσμούς – τους θεσμούς που στόχο έχουν την προσφορά υπηρεσίας στον πολίτη. Ο ‘ευγενικός διαρρήκτης’, έφερε στο νου, τον Λήσταρχο Νταβέλη, που δρούσε στην περιοχή της Πεντέλης, κλέβοντας τους πλούσιους για να βοηθάει τους φτωχούς… ενώ ο σύγχρονος ‘διαρρήκτης’, θα μπορούσε στην υλιστική εποχή που ζούμε, να απαντήσει στον ταλαίπωρο φίλο ‘συμπολίτη’: «Φίλε, δεν θέλω να μου δώσεις τίποτε… θα τα πάρω αργότερα μόνος μου»…