Γιώργος Νικητιάδης: «Απαραίτητη προϋπόθεση για να σωθεί η χώρα, να ομονοήσουμε πρώτα»

Για την πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η χώρα μας, μίλησε με συνέντευξη που παραχώρησε στη  «Ροδιακή» ο πρώην υπουργός τουρισμού και βουλευτής Δωδεκανήσου κος Γιώργος Νικητιάδης.

Ο κος Νικητιάδης, μίλησε για οβιδιακές μεταμορφώσεις της κυβέρνησης σε ότι αφορά τις θέσεις για τα μνημόνια και σημείωσε ότι μόνο αν καταφέρουμε να ομονοήσουμε, θα μπορέσει να βρεθεί λύση στο πολύπλοκο αδιέξοδο.

Ο πρώην υπουργός, απάντησε καταθέτοντας τη δική του άποψη για το τι έφταιξε που φθάσαμε εδώ που φθάσαμε σήμερα, μίλησε για την κατάσταση στον τουρισμό, για τις προκλήσεις της Τουρκίας και βέβαια (και με την ιδιότητα του νομικού) για την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ στα ραδιοτηλεοπτικά δεδομένα της χώρας μας.

Αναλυτικά η συνέντευξη έχει ως εξής:

Κύριε υπουργέ...
Ποια είναι η άποψή σας για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η χώρα και η κοινωνία μας; Υπάρχει ελπίδα άραγε να αντιστραφεί αυτό που σήμερα βιώνουμε και έχει γονατίσει για τα καλά πλέον τον Ελληνικό Λαό;

Δυστυχώς, σε λίγο καιρό μπαίνουμε στον έβδομο χρόνο που η χώρα μας κυβερνιέται με μνημόνια και το αδιέξοδο παραμένει. Δεν θέλω να αποδεχθώ ότι η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Κύπρος που κατάφεραν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα να βγουν από τα μνημόνια, είναι καλύτερες από εμάς.  Είναι όμως προφανές, ότι οι χώρες αυτές κάνανε αυτό που εμείς είμαστε ανίκανοι να κάνουμε.

Αντιμετώπισαν το πρόβλημα όλα τα κόμματα μαζί, ενώ τα δικά μας κόμματα με οβιδιακές μεταμορφώσεις μια εμφανίζονται μνημονιακά και μια αντιμνημονιακά χωρίς να ομονοούν στα αυτονόητα.

Ελπίδα συνεπώς υπάρχει, αρκεί τα κόμματα να συναποφασίσουν όλα μαζί μια κοινή γραμμή διεξόδου από την κρίση. Αν η μεγάλη πλειοψηφία των κομμάτων συμφωνούσε σε δέκα προτάσεις-προτεραιότητες που θα στήριζαν όλοι χωρίς ροζ υποσημειώσεις και αστερίσκους, να είστε βέβαιοι ότι ο Λαός θα ακολουθούσε, όσο σκληρά μέτρα και αν πρότειναν. Αρκεί να ήταν μέτρα που θα έβγαζαν τη χώρα από την κρίση.

 

Ευθύνες υπάρχουν για αυτή την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα; Κι αν ναι πώς επιμερίζονται αυτές;

Το ζητούμενο δεν είναι πιστεύω ο επιμερισμός ευθυνών. Ο καθένας μας λίγο πολύ έχει το μερίδιο της δικής του ευθύνης σε ατομικό επίπεδο, αλλά η κυρία ευθύνη ανήκει στα κόμματα και στους πολιτικούς που είχαν την υποχρέωση αφενός να δημιουργήσουν συνθήκες για να μην οδηγηθούμε ποτέ στη κρίση,   αφετέρου αφού φθάσαμε εκεί, να την ξεπεράσουμε γρήγορα, όπως έκαναν άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Στην κεντρική πολιτική σκηνή, πως αποτιμάτε αυτές τις εξελίξεις που βλέπουμε (και καμιά φορά τρομάζουμε κιόλας) ανάμεσα στα πολιτικά μας κόμματα; Έτσι ήταν πάντα το κοινοβούλιο και ο πολιτικός μας βίος;

Σε καμία περίπτωση δεν ήταν το κοινοβούλιο έτσι παλαιότερα. Λυπάμαι που το λέω, αλλά το επίπεδο του κοινοβουλίου σήμερα δεν αντανακλά ούτε τον πολιτισμό μας , ούτε την δημοκρατία που θα θέλαμε, ούτε τη παραγωγή πολιτικής που τόσο έχει ανάγκη ο τόπος. Έχετε δίκιο να τρομάζετε και αυτό αποτελεί τραγωδία για την πολιτική μας ζωή. Και ποιος δεν τρομάζει με την χυδαιότητα που εκπέμπει το φασιστικό απόστημα που πάει να ριζώσει μέσα στη καρδιά της δημοκρατίας μας;

Τον τομέα του τουρισμού και τον γνωρίζετε πολύ καλά και τον έχετε υπηρετήσει ως αρμόδιος υφυπουργός. Ποια  είναι τα σημερινά δεδομένα που δημιουργούνται και για τα Δωδεκάνησα και για τη χώρα μας;

Ο τουρισμός μας δυστυχώς τα τελευταία χρόνια πορεύεται χωρίς μπούσουλα. Κανένας σχεδιασμός, καμιά στρατηγική, κανένα όραμα. Όλα στον αυτόματο πιλότο.

Για πρώτη φορά όπως θα είδατε και εσείς, την ώρα που η χώρα έχει μια ελαφρά αύξηση στις αφίξεις, τα έσοδα μειώνονται.

Στη Δωδεκάνησο, τα πράγματα φαίνονται ακόμη πιο δύσκολα. Με την κατάργηση των μειωμένων συντελεστών του ΦΠΑ, με το προσφυγικό χωρίς κανένα έλεγχο, αν δεν οργανωθούμε στα νησιά μας και εάν δεν αντιδράσουμε με θετικές ενέργειες, τα πράγματα θα χειροτερεύσουν.

Έχω πει πολλές φορές ότι χρειάζονται για κάθε τουριστικό προορισμό, επεξεργασμένα σχέδια με στρατηγική για την τουριστική ανάπτυξη.

Οι ατομικές πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα είναι μεν θετικές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αρκούν. Χρειάζεται μελέτη και σχέδιο.

Δείτε για παράδειγμα πόσο λαθεμένα λειτουργούμε σήμερα που απλώς διαπιστώνουμε όλοι, ότι είχαμε αύξηση στις αφίξεις, αλλά μείωση στα έσοδα. Σωστά συμφωνούμε.

Θα γίνει κάποια ανάλυση για να δούμε τι έφταιξε; θα αναζητήσουμε ως χώρα τις αιτίες για να μην ξαναπάθουμε τα ίδια; Θα κάνει επιτέλους κάτι σοβαρό αυτό το κράτος  για τον τουρισμό εκτός από το βύζαγμά του;

 

Πολλοί είναι εκείνοι που επισημαίνουν ότι οι όποιες επενδύσεις γίνουν στον τομέα του τουρισμού, από μόνες τους δεν πρόκειται να λειτουργήσουν προς όφελος της χώρας μας, αν προηγουμένως δεν ξεκαθαρίσει με κάθε λεπτομέρεια, τι έχει να κερδίσει ο τόπος μας από αυτές. Κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση οι εξελίξεις;

Η επισήμανση που κάνετε είναι σωστή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η κάθε επένδυση που γίνεται στον τόπο μας δεν βάζει το δικό της πετραδάκι για την συνολική ανάπτυξη που θέλουμε. Συμφωνώ λοιπόν με το ό,τι χρειαζόμαστε μελέτες που θα δείχνουν που στοχεύουμε και θα αναδεικνύουν πως θα κερδίσουμε περισσότερα, αλλά δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι, επειδή δεν υπάρχουν οι μελέτες αυτές, πρέπει να ανακόψουμε και κάθε επένδυση.

Υπάρχουν πρωτοβουλίες που από μόνες τους έδωσαν ώθηση στον τουρισμό, χωρίς να μελετηθεί από το κράτος      (που έπρεπε) το όφελος. Δείτε τι γίνεται στην Καλαμάτα με το Costa Navarino και θα συμφωνήσετε μαζί μου.

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής τι γίνεται; Η προκλητικότητα των γειτόνων η οποία ποτέ βεβαίως δεν σταμάτησε να επιδεικνύεται στο πλαίσιο της επεκτατικής τους πολιτικής, σχετίζεται άραγε με το γεγονός ότι η Τουρκία έχει βαλτώσει τουριστικά  τον τελευταίο χρόνο και επιχειρεί να μεταφέρει και σε εμάς το πρόβλημα;

Εκτιμώ ότι οι κινήσεις της Τουρκίας σήμερα, σχετίζονται με τις μεγάλες γεωπολιτικές αλλαγές που συντελούνται  στην ευρύτερη περιοχή των νοτιοανατολικών συνόρων της.

Οι αλλαγές αυτές, σε συνδυασμό με το «Καθεστώς Ερντογάν» που επιδιώκει να καθιερώσει τον Τούρκο Πρόεδρο ως τον μεγάλο θεμελιωτή μιας σύγχρονης μεγάλης Τουρκίας, αποτελούν ένα κράμα επικίνδυνης πολιτικής που δεν επιτρέπει σε εμάς, σε καμία περίπτωση να εφησυχάζουμε.

Απεναντίας, οφείλουμε αφενός να διαλαλούμε, όπως έγραψα σε πρόσφατο άρθρο μου στην Huffington Post  που δημοσιεύσατε και εσείς, την Ελληνικότητα των νησιών μας, αφετέρου να είμαστε σε διαρκή επιφυλακή και ετοιμότητα.

Ας μην ξεχνάμε τον Ιούλιο Καίσαρα που ορθώς είχε πει ότι για να έχεις ειρήνη πρέπει να προετοιμάζεσαι για πόλεμο.   

 

Την  πρόσφατη  απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκρινε ως αντισυνταγματικό, χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις, το νόμο «Παπά» πως την είδατε;

Ως νομικός και έχοντας μελετήσει τα δεδομένα αρκετό καιρό πριν, δεν είχα καμία αμφιβολία για την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του νόμου «Παπά», που καταργούσανε το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και έθεταν στο περιθώριο χωρίς περίσκεψη όπως θα έλεγε ο ποιητής, μια ανεξάρτητη αρχή, ένα τόσο σοβαρό θεσμό.            

Το δυστύχημα είναι, ότι με τις δηλώσεις των εκπροσώπων της κυβέρνησης, ο θεσμικός κατήφορος συνεχίζεται. Αυτό πραγματικά με θλίβει. Η κυβέρνηση δεν είχε κανένα λόγο να ακολουθήσει την τακτική που ακολούθησε.

Αν ο σκοπός της (που και αυτό είναι θλιβερό όταν μιλάς για ΜΜΕ) ήταν να συγκεντρώσει 250 εκατομμύρια, μπορούσε κάλλιστα να προκηρύξει οκτώ άδειες  θέτοντας ως πρώτη τιμή εκκίνησης τα 35 εκατομμύρια και να τα συγκεντρώσει.

Ούτε αυτό θα ήταν νόμιμο και συνταγματικό βεβαίως, αλλά θα διασφάλιζε για την κυβέρνηση αυτό που λέμε «έξωθεν καλή μαρτυρία».

Κακά τα ψέματα όμως. Όπως εξήγησα πιο πάνω, ένα από τα «κακά» της μοίρας μας είναι η έλλειψη συνεναιτικής διάθεσης απ’ όλα τα κόμματα για τα μεγάλα θέματα. Θα προσθέσω εδώ άλλο ένα μεγάλο «κακό»  του «Έθνους».

Την έλλειψη θεσμών και την έλλειψη σεβασμού που θα πρέπει να έχουμε προς αυτούς. Δυστυχώς όσα δήλωσε η κα Γεροβασίλη για το Συμβούλιο της Επικρατείας δείχνουν ακριβώς το αντίθετο.

Και αποτελεί αισχύνη αυτό όταν γίνεται από μια κυβέρνηση που επαγγέλλεται την Δημοκρατία και της οποίας πολλά από τα παλιότερα και ιδίως ιστορικά στελέχη έχουν δεινοπαθήσει, πότε με την έλλειψη θεσμών και πότε με την παραβίαση αυτών.