«Και μετά είπα… δες πόσα παιδιά με βοηθάνε …πάμε να σβήσουμε τη φωτιά…»

Στη δύσκολη φωτιά που ξέσπασε στο Μόντε Σμιθ, το μεσημέρι της προηγούμενης Παρασκευής, μία ήταν η κουβέντα όταν πια η μάχη κερδήθηκε με τις λιγότερες δυνατές απώλειες: οι πολλοί, οι ορμητικοί, οι ριψοκίνδυνοι που έσπευσαν να βοηθήσουν δίπλα στους πυροσβέστες και τις εθελοντικές ομάδες. Κι όπως κάθε φορά που οι άνθρωποι ενώνονται για ένα σκοπό έτσι κι εκείνη την ημέρα οι Ροδίτες απέδειξαν ότι μια σπίθα χρειάζεται για να πάρουν μπρος.

Κι ο Ηλίας Μαντικός, γιος του Ντίνου, συζητήθηκε για τη μάχη που έδωσε δίπλα σε πυροσβέστες και πολίτες, για την εμπειρία που έδειχνε να έχει, για τη ψυχή που δίνει το ρυθμό την ώρα εκείνη της μάχης με τις φλόγες.

Όταν του τηλεφώνησα νόμιζε ότι μου είπαν οι συνάδελφοί του πυροσβέστες να του κάνω πλάκα. Και μετά το ξάφνιασμά του, τα πειράγματά τους, κι η σεμνότητα ενός ανθρώπου που λειτουργεί με το συναίσθημα και μόνο, σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του.

Επειδή οι ήρωες της καθημερινότητας είναι κάποιοι τέτοιοι που δεν τους πέρασε ποτέ απ΄ το μυαλό μάλιστα ότι μπορεί να είναι ξεχωριστοί, ας δώσουμε βήμα σας αυτούς, το αξίζουν.

Σε ποιες συνθήκες σας βρήκε η φωτιά που ξέσπασε στο Μόντε Σμιθ;

H φωτιά που ξέσπασε την Παρασκευή στις 13:20, με βρήκε σ΄ ένα όχημα μικρό, να έχουμε πάει για την κοπή ενός δέντρου στο ξενοδοχείο «Sunwing». Είχε πέσει λόγω των πολύ ισχυρών ανέμων που έπνεαν εκείνη την ημέρα. Στη διαδρομή προς το ξενοδοχείο, ακούσαμε από τον ασύρματο ότι έχει φωτιά στις Κάτω Πέτρες. Πριν μισή ώρα δυνάμεις της Πυροσβεστικής είχαν σπεύσει στην Προφύλια για φωτιά, κι αυτό σημαίνει ότι ήταν μειωμένη η δύναμη της Υπηρεσίας.

Η φωτιά είχε ξεσπάσει στην πλαγιά στο Μόντε Σμιθ, που είχε πεύκα. Δεκατρία λεπτά αργότερα, κι αφού αντιμετωπίσαμε το περιστατικό με το δέντρο και σπεύδαμε για το Μόντε Σμιθ, ήδη από το Κορακόνερο φαινόταν ο καπνός που έβγαινε.

Μεγάλος όγκος καπνού που πήγαινε προς την πόλη. Φτάνουμε, είχε πολίτες πολλούς, άλλοι που ήρθαν για να δουν, άλλοι για να βοηθήσουν. Αυτό το μπούγιο με τα ιδιωτικά αυτοκίνητα δεν μας βοηθούσε να πλησιάσουμε ενώ με μια αλλαγή της φοράς των ανέμων θα μπορούσε να κυκλώσει η φωτιά τους πολίτες. Το ξεκίνημά της ήταν ακριβώς δίπλα στο δρόμο, στις Κάτω Πέτρες.

Λένε, όσοι βρέθηκαν κοντά ότι εσείς ειδικά ριχτήκατε στη μάχη της φωτιάς και τη δώσατε με μεγάλη ορμή αυτή τη μάχη, δίπλα σε πολίτες που ήρθαν για βοήθεια.

 Λένε για μένα, δείχνουν εμένα, αλλά ήταν άλλοι έξι πολίτες που με βοηθούσαν και κρατούσαν τη μάνικα για να φτάσω στο σημείο που έπρεπε, να κάνω κατάσβεση. Ήταν δύσβατο το σημείο, βραχώδες, θάμνοι, γκρεμοί, απ΄ όλα είχε μέχρι να κατέβω στο σημείο της φωτιάς, 40 μέτρα κάτω. Άξιοι, σήκωσαν τη μάνικα και με στήριξαν πραγματικά, ουσιαστικά, για να φτάσω κάτω. Αυτοί τώρα οι άνθρωποι δε δίνουν συνέντευξη, δίνω εγώ. Κι αυτοί δεν πληρώνονται, εγώ είμαι πυροσβέστης πενταετούς θητείας. Έσπευσε μεγάλη δύναμη πυρός, πολύ γρήγορα.

Ήρθαν αυτοκίνητα με πολλούς τόνους νερό. Η πρώτη εκτίμηση, που ήταν καθοριστική για να μην εξαπλωθεί η φωτιά ήταν του Αξιωματικού Υπηρεσίας Βαγγέλη Κατσιδώνη και είχε ως αποτέλεσμα να πιαστεί γρήγορα η φωτιά. Ο Κατσιδώνης, ζήτησε το ελικόπτερο. Δεν σηκώνεις τόσο εύκολα ελικόπτερο. Είναι 6.000 ευρώ το κόστος να το σηκώσεις, να το στείλεις σε φωτιά. Η απόφαση ήταν έγκαιρη και σωστή. Μετά τον Δεκαπενταύγουστο ήρθε στη Ρόδο το ελικόπτερο για να μείνει για ένα διάστημα, αν δεν ερχόταν χωρίς τη στήριξη του ελικοπτέρου ίσως να ήταν διαφορετική η εξέλιξη.

Παραδίπλα μας ήταν το Αρχαίο Στάδιο. Ο άνεμος βέβαια έφερνε τη φωτιά προς την πόλη, κι όχι προς την Ανάληψη. Οι θερμοκρασίες ήταν πάρα πολύ υψηλές. Υπάρχει μία άσπρη κολόνα φωτισμού που βρίσκεται μετά τον κυκλικό κόμβο, ανάμεσα στους φοίνικες η οποία έχει παραμορφωθεί τόσο από τη θερμότητα, που λες και έχει γίνει ανάγλυφο, έγινε έργο τέχνης. Οι θερμοκρασίες ήταν τόσο μεγάλες που έσπασαν το σμάλτο της πέτρας στα πεζοδρόμια. Τα άρβυλά μας καίγανε, πόσο ν΄ αντέξουν κι αυτά.

Οι πολίτες που έσπευσαν, αυτό κάνει εντύπωση σ΄ αυτή τη φωτιά.

Όταν βλέπεις πολίτη με παντόφλα και βερμούδα να ΄ρχεται να σε βοηθήσει, η θέλησή του είναι τόσο μεγάλη, αλλά μπορεί να σε φέρει σε δυσκολότερη θέση, να προστατεύεις κι εκείνον. Εγώ προστατεύομαι με τον εξοπλισμό που μου παρέχει η υπηρεσία μου. Εκείνος;  Αλλά μπαίνουν στη φωτιά, κι εγώ τους θαυμάζω για την αυταπάρνηση που δείχνουν. Με τον Τζιτζικά, τον υποδιοικητή μου, οκτώ φορές ήρθε το ελικόπτερο, κι άδειασε το νερό πάνω μας. Την όγδοη, λέω στον Τζιτζικά που  έδινε τις οδηγίες πού να ρίξουν το νερό, του λέω «ρίχνει που ρίχνει θάλασσα πάνω μας, ας μας ρίξει και κανένα ψάρι…»…

Αυτό ήταν το κωμικό, μετά την ένταση όταν πια βλέπεις ότι τη φωτιά την έχεις πιάσει. Είναι μεγάλες στιγμές όταν πια βλέπεις ότι έχεις κερδίσει τη μάχη. Μέτωπο τη λες τη φωτιά, είναι πολεμικός όρος το «μέτωπο», γι αυτό λες ότι κέρδισες τη μάχη γιατί όταν έχεις φωτιά, έχεις πόλεμο. Ήτανε 50 πυροσβέστες, και λένε για εμένα. Δεν έκανα εγώ κάτι παραπάνω από κάποιον άλλο.
 


Ήταν και κάποιος δίπλα σας, πολίτης, που πραγματικά έδινε μεγάλη μάχη, ποιος ήταν; 

Δεν ξέρω, δε συστήνεσαι εκείνη την ώρα. Κι έλεγα, αν παραπατήσει… Και μετά είπα, δες πόσα παιδιά με βοηθάνε, δες,… δεν είσαι, ρε παιδί μου, μόνος σου. Αλλά να σου πω κάτι;  Αδρεναλίνη στο φουλ, αυτό το «όλοι μαζί». Ούτε το ποιος είσαι, ούτε το πώς είσαι, ούτε αν είσαι εργάτης ή πλούσιος. Ένας όλοι. Είναι το προσόν του Έλληνα, στα δύσκολα, όλοι μαζί.

Λένε, για να δώσουν έμφαση ότι η φωτιά στο ξεκίνημά της σβήνει και με ένα ποτήρι νερό!

Τα πρώτα λεπτά είναι τα σημαντικά. Η έγκαιρη ειδοποίηση και η σωστή τοποθέτηση του οχήματος στη φωτιά είναι ικανά να τη θέσουν γρήγορα υπό έλεγχο. Στη Ρόδο τα τελευταία χρόνια οι πυρκαγιές είναι πολλές, εμείς δεν τις αφήνουμε να γίνουν μεγάλες. Η υπηρεσία μου, η Πυροσβεστική, δίνει μεγάλη μάχη με το διοικητή μου τον Ηλία Τσιάπουρα, που τον θυμάμαι στη φωτιά της Απολακκιάς, πριν δύο χρόνια με την ίδια φανέλα τρία μερόνυχτα, άγρυπνο να μην έχει φύγει ούτε στιγμή, ένας εξαίρετος άνθρωπος και αξιωματικός.

Είναι η δεύτερη φορά που υπηρετεί στη Ρόδο, η πρώτη ήταν το 1988-94, κι έπαιζε και μπάλα εδώ μάλιστα τότε στις τοπικές ομάδες. Σ΄ αυτή τη δουλειά είμαστε ομάδα, διοικητής, αξιωματικοί, οι μόνιμοι, οι εποχικοί- συμβασιούχοι, η ΕΤΑΙΠΡΟΦΥΚΑ, οι εθελοντικές ομάδες, όλοι μαζί γινόμαστε ένας. Και οι εθελοντές, με την τσέπη τους, με τη βενζίνη τους…

Είναι κάποια φωτιά που τη φοβηθήκατε όλα αυτά τα χρόνια; 

Δε φοβήθηκα καμία φωτιά, αλλά στη φωτιά των Λαέρμων όταν βρέθηκα στο πυροφυλάκιο ψηλά, με το Γιώργο Παυλή δίπλα μου, αξιωματικό της ΠΥΡ, ο κόμπος μου στάθηκε στο λαιμό γιατί όταν αντίκριζα το υδροπλάνο να ρίχνει τους τόνους το νερό, μου φαινόταν σα να ρίχνει ποτηράκι, σ΄ ένα μεγάλο χωράφι που καίγεται. Ήθελα να κλάψω, αλλά δεν έπρεπε να κλάψω. Και το 1987 που κάηκε το ένα τρίτο της Ρόδου, νεαρός εγώ τότε και πήγα εθελοντής, και το 1992 μια άλλη μεγάλη φωτιά…

Είστε πολλά χρόνια στην Πυροσβεστική και δεν έχετε μόνιμη θέση!

Από το 1999 μπήκα, 33 χρονών ήμουν τότε, ήμουνα μεγάλος, έπρεπε να είμαι μέχρι 29  χρονών και με Ολυμπιακό μετάλλιο για να μπω στην Πυροσβεστική, αλλιώς έπρεπε να είμαι μέχρι 26 χρονών. Τώρα στα 18 χρόνια υπηρεσίας, πάλι μεγάλος είμαι. Τουλάχιστον δεν μπορεί να μου αφαιρέσει κανένας τη λέξη «εμπειρία» αν και σ΄ εμάς κάθε μέρα μαθαίνεις, γιατί καμιά φωτιά ποτέ δεν είναι ίδια. Από 12 χρονών είμαι στην οικοδομή. Δόξα τω Θεώ, δεν υπάρχει νύχτα που να μη σταυρώσω τη γυναίκα, τα παιδιά μου, να τους πω «σ΄ αγαπώ».

Το πρωί που σηκώνομαι και φοράω τα άρβυλα, τη φανέλα με το εθνόσημο, από εκείνη τη στιγμή δεν είμαι εγώ. Είσαι αυτός που θα προστατεύσει, θα υποστηρίξει, θα σώσει. Αυτά είναι τα συναισθήματα. Κι απ΄ την άλλη, να σου πω Ροδούλα;  Αισθάνομαι ότι κάνω ένα χόμπι, το καθήκον μου σαν άνθρωπος και με πληρώνουν γι αυτό. Κι αυτό το ίδιο, το αισθάνονται πολλοί άνθρωποι μέσα στην Υπηρεσία μας.