Δουλεύει από τα 11 του χρόνια  και στα 14 έκανε δυό δουλειές!

Είδα το βιογραφικό του στο Facebook. Το είχε αναρτήσει  ένας ξάδελφός του. Διαβάζοντάς το  αισθάνθηκα πως κάτι έχει αυτό το βιογραφικό!  

Λες και βγάζει όλο το παράπονό του. Το παράπονο εκείνου  που δεν έζησε παιδική ηλικία για να δουλέψει από τα 11 του όταν πέθανε ο πατέρας του, που στα 14 του χρόνια δούλευε σε δυό δουλειές και μετά 3 χρόνια εδώ, ενάμιση εκεί… και ξανά απ΄ την αρχή. Κι αυτό το παράπονο σαν να γίνεται φωνή.

Το μοίρασε παντού, το έκανε φέιγ βολάν σχεδόν, περπατάει όλη την πόλη με τα πόδια, δεν μπαίνει στα λεωφορεία βαριέται να τα περιμένει, βιάζεται γιατί οι ανάγκες τρέχουν, κι ο Νεκτάριος Δημητραδιού, που ζει με τη μητέρα του, είναι ο άντρας του σπιτιού.

Σ΄ εμάς που έχουμε… προβλήματα και το μυαλό μας τους δίνει μεγάλες διαστάσεις είναι αφιερωμένη η κουβέντα με το Νεκτάριο. Δέχτηκε αμέσως να μου μιλήσει χωρίς να με ρωτήσει τίποτα και θα ερχόταν με τα πόδια οπουδήποτε για να με βρει, όσο μακριά κι αν ήταν απ΄ το Ροδίνι όπου ζει.

Από πόσο χρονών δουλεύεις;
Ξεκίνησα από 11 χρονών,  σ΄ έναν άνθρωπο που μ΄ έμαθε να δουλεύω, τον Περικλή Φρατζή. Θείο τον έλεγα. Είχε εστιατόριο και μου μαθε να δουλεύω στην κουζίνα, στο σέρβις, και σε ό,τι άλλο ήταν για το καλό μου.

Ήσουν παιδί και δούλευες! Γιατί;
Πέθανε ο μπαμπάς μου όταν ήμουν 10 χρονών,  έπρεπε να δουλέψω. Στα 14 μου δούλευα σε δύο δουλειές, στο εστιατόριο και  σε τζούνιορ πάρτι. Έμεινα στο εστιατόριο μέχρι τα 17 μου, μέχρι που το έκλεισε ο άνθρωπος γιατί βγήκε στη σύνταξη.

Σχολείο δεν πήγαινες;
Πήγαινα το βράδυ σχολείο. Γυμνάσιο και Λύκειο πήγα νυχτερινό. Το τελείωσα και πήγα και δύο χρόνια στον ΟΑΕΔ, για θερμουδραυλικός.

Τι έκανες τα λεφτά που δούλευες;
Κάποια έδινα στη μητέρα μου, κάποια για τα έξοδά μου, έδινα και στον αδελφό μου τον μικρότερο που μου ζητούσε γιατί είχε  ένα πρόβλημα τότε. Υπήρχε μία σύνταξη του μπαμπά μου, αλλά πήρε κάποια δάνεια ο αδελφός μου και τα λεφτά πάνε όλα εκεί, μέχρι και σήμερα, ξεπληρώνουμε εμείς. Ζει στην Κρήτη τώρα ο αδελφός μου.  

Πού αλλού δούλεψες;
Δούλεψα στο φούρνο της Εθνικής Αντιστάσεως όταν είχε τον προηγούμενο ιδιοκτήτη.
Ξενύχτι πολύ έχει ο φούρνος! Το άντεξα. Όμως κάποια στιγμή τον πούλησε σε άλλον και δεν συνέχισα. Πήγα στη λαϊκή αγορά. Πουλούσα, ξεφόρτωνα... Ήμουνα με τον αδελφό της μητέρας μου. Τέσσερις το πρωί σηκωνόμουνα Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο… και τις άλλες μέρες δεν καθόμουνα όπου έβρισκα κανένα μεροκάματο πήγαινα, κανένα κήπο, κανένα φυλλάδιο να μοιράσω, που μου έδινε κανένα μαγαζί. Στη λαϊκή ήταν καλά. Τώρα όταν πηγαίνω μου λένε άνθρωποι που με αγαπήσανε «γιατί σε χάσαμε, Νεκτάριε»…

Στρατό πήγες, πώς ήταν εκείνη η περίοδος για σένα;
Πήγα όταν ήμουνα 22-23 χρονών, προσπαθούσα να παίρνω αναβολές για να δουλέψω. Παρουσιάστηκα στην Αυλώνα. Μου έδωσαν τα ξαδέλφια μου λεφτά. Έφυγα από τη Ρόδο με 700 ευρώ και μετά από ενάμιση μήνα γύρισα πίσω να συνεχίσω τη θητεία μου στη Ρόδο και είχα ακόμα 500 ευρώ στην τσέπη. Το μόνο μου έξοδο την ημέρα ήταν 50 λεπτά, για τον καφέ.  Κρατούσα πισινή. Στη Ρόδο όταν ήρθα, ήμουνα φαντάρος στο Γεννάδι . Ό,τι και να προέκυπτε για δουλειά μέσα στο στρατόπεδο έλεγα «εγώ, εγώ…»… Με συμπαθήσανε, ήμουνα ήσυχος, κι ακόμα και μέχρι σήμερα με χαιρετάνε. 

Μετά το στρατό πού δούλεψες;
Τότε ξεκινάει το μαρτύριό μου. Πήγα σ΄ ένα σουβλατζίδικο. Οι σκλάβοι ξέρεις πως είναι; Δουλειά 12 ώρες, 13 ώρες, 14… Σέρβις, λάντζα, να γεμίσω τα ψυγεία…, και μου διναν 10 με 15 ευρώ την ημέρα. Και βρισιές. Ο ιδιοκτήτης μου έλεγε ότι ήμουνα το παιδί του κλώτσου και του μπάτσου. Και άντεξα, άντεξα τρία χρόνια, μέχρι που έκλεισε κι αυτό. Όσο δούλευα εκεί σχολούσα και έπαιρνα τους δρόμους, μοίραζα παντού το βιογραφικό μου. Στου «Πάππου» πήγα και συμπλήρωσα δύο φορές την ίδια φόρμα, μήπως και χάθηκε η πρώτη. 

Δυσκολεύτηκες εκείνη την εποχή, στερήθηκες πολλά;
Θυμάμαι σε μία φάση της ζωής μου, η μητέρα μου ήταν στο χωριό γιατί ήταν άρρωστη η γιαγιά μου, και τρεφόμουνα ένα μήνα μόνο με ρύζι. Και παραπάνω ήτανε. Έβραζα ρύζι, που είχε στο σπίτι και κάθε μέρα έτρωγα ρύζι, ρύζι, ρύζι. Αν έκανα κανένα μεροκάματο έπαιρνα και κάτι άλλο.  Τότε, ένας καλός μου φίλος ο Μηνάς Αλεξίου που είναι υδραυλικός, μ΄ έπαιρνε μαζί του στις δουλειές και μου έδινε μεροκάματο. Μετά, μου γνώρισε ένα συνεργάτη του, το Γιάννη Νάκκα, ηλεκτρολόγο. Το καλοκαίρι με πήρε στα καρπούζια που καλλιεργεί, στην Απολακκιά. Με αντάμοιβε πολύ καλά κι αυτός. Πάνω απ΄ όλα είναι άνθρωπος. Και όταν έχει πολύ δουλειά με παίρνει μαζί του, στα ηλεκτρολογικά.

Τώρα, σε ποια φάση είσαι;
Ψάχνω, όπου βρίσκω μεροκάματο πάω. Έχω όρεξη, ό,τι δουλειά κάνω την αγαπάω  και δεν με νοιάζουν οι πολλές ώρες ή πόσο βαριά είναι. 

Η ιδανική δουλειά για σένα ποια θα ήταν;
Να δουλεύω σε μια κουζίνα μέσα. Γίνεται;

Αν ξεκινούσες τώρα πάλι και πήγαινες σ΄ εκείνα τα παιδικά χρόνια και τα πρώτα νεανικά, τι θα ήθελες να αλλάξεις πως θα τα χειριζόσουν τα πράγματα;
Πίστεψέ με, αν ήμουνα σε ηλικία να πηγαίνω σχολείο ακόμα θα διάβαζα περισσότερο για να δώσω πανελλήνιες και να πάω στο πανεπιστήμιο. Τότε όμως δεν είχα μυαλό για διάβασμα, κι έπρεπε και να δουλέψω.

Θα υπήρχαν όμως και καλές στιγμές, τι θυμάσαι τι νοσταλγείς από τότε;
Όταν ήμουν στους προσκόπους. Στο 1ο Σύστημα Πόλεως Ρόδου, υπαρχηγός αγέλης. Ήμουνα στους προσκόπους από 7 χρονών, απ΄ όταν ζούσε ο πατέρας μου. Ήμασταν πολύ καλά τότε. Ήταν συντηρητής σε ξενοδοχείο. Αν ζούσε εκείνος θα περνούσα κι εγώ παιδική ηλικία. Αλλά πάντοτε  σκέφτομαι θετικά, μπορώ να έχω μια δουλειά τώρα; Αυτό έχει σημασία.