«Κι αν τύχει και πεθάνω και τα φτιάξει μ’ άλλον, στον ύπνο της θα πάω σαν δράκουλας...»!

Για τον Πέτρο Καστρουνή και τη γυναίκα του τη Σέβα, για τον έρωτά τους, τα πειράγματά τους, τις αγκαλιές τους, άκουσα πολλές φορές. Για το μεγάλο πάρτι που τους έκανε η όμορφη οικογένειά τους πέρυσι όταν έκλεισαν τα πενήντα χρόνια ευτυχισμένου γάμου, για τα πυροτεχνήματα που έπεσαν και πώς να μην πέσουν άλλωστε, δεν συμβαίνουν αυτά... Για το τάβλι που παίζουν οι δυό τους καθημερινά και τσακώνονται και πειράζονται για το ότι κάνουν κούνια στην παιδική χαρά που έφτιαξαν για τα εγγόνια τους... 
Αυτό που έζησα όμως όταν τους γνώρισα αφού τους έπεισε η κόρη τους η Αναστασία να μιλήσουν ήταν ακόμα πιο έντονο όταν με δέχτηκαν στο σπίτι τους, απόγευμα Σαββάτου, με κεράσματα και πειράγματα. Κι όταν ο κ. Πέτρος... φούντωσε πάλι... μετά από 52 με 53 χρόνια όταν  θυμήθηκε πως πήγαν να την παντρέψουν  μ’ άλλον, είπα «δεν περιγράφω άλλο...» ...Αυτή είναι μια ιστορία που αξίζει να ειπωθεί!

 

 

Τι αγαπημένοι που είστε!
Δόξα τω Θεώ. Οι καλές στιγμές μας υπερτερούν όλα αυτά τα χρόνια. Κάναμε και μια μεγάλη οικογένεια, τέσσερα παιδιά, οκτώ εγγόνια, ένα δισέγγονο και κλείσαμε 50 χρόνια γάμου, το προηγούμενο καλοκαίρι. Μας κάνανε ένα πολύ μεγάλο πάρτι τα παιδιά στον κήπο μας, με πολύ κόσμο, με αγαπημένους φίλους, κι έπεσαν και πυροτεχνήματα. Ήρθαν οι τουρίστες γύρω μας, μας χειροκροτούσαν, τραβούσαν βίντεο…

Πότε την είδατε πρώτη φορά την κυρία Σέβα;
Ήμουνα 19 χρονών εγώ, από τη Σάλακο. Το 1958 κατέβηκα στη Ρόδο, στα 17 μου χρόνια. Όλη η οικογένεια  πήγαμε και μείναμε σ΄ ένα σπίτι,  στην Ψαροπούλα. Ο πατέρας μου ήταν εργολάβος, κι έπιανε δουλειές κυρίως στην περιοχή του Αγίου Νικολάου όπου γινόταν τότε η ανοικοδόμηση της περιοχής. Εκεί γνώρισα μια μέρα τη Σέβα. 

Πώς έγινε αυτή η γνωριμία;
Περπατούσα το δρόμο από τη Μητρόπολη προς τον Άγιο Νικόλα, στο αριστερό πεζοδρόμιο. Ήταν στενό με δέντρα πυκνά, κι ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση η Σέβα και δεν χωράγαμε να περάσουμε. Ήταν 14 χρονών, αλλά ψηλή δεν κατάλαβα ότι ήταν τόσο μικρή. Της γέλασα εγώ και με είπε «αλήτη», που της έκλεινα το πέρασμα. Ήταν αρκετό για να τη σταμπάρω. Της είπα «αυτό που μου είπες, θα το πληρώσεις»!

Αλλά χαθήκατε μετά.
Βρήκα σύνδεσμο την αδελφή της, την Ειρήνη που ήταν πιο προσιτή.  Ήταν Απόκριες και πήγαμε στο Ροδίνι. Ήμουνα με τρεις φίλους μου εγώ, τη βλέπω ερχόταν από απέναντι. Είχα στην τσέπη μου κομφετί. Εκείνη γελούσε με την παρέα της, της έριξα στο στόμα τα κομφετί. Δεν είπε κουβέντα για να μην την πάρει χαμπάρι ο μπαμπάς της. Πέρασε ο καιρός και όταν μετά εγώ δούλευα στην οδό Καναδά, ανακάλυψα ότι η Σέβα και η αδελφή της έπαιρναν μαθήματα ραπτικής, κάπου απέναντι. Με είδαν που τις παρακολουθούσα και μια μέρα η Σέβα ήρθε και μου ξεφούσκωσε τα λάστιχα του ποδηλάτου μου. Τότε το ποδήλατο ήταν μεταφορικό μέσο πολύτιμο, ήσουν άλφα γαμπρός… Μιλάμε για το 1960.

Τότε γίνατε ζευγάρι;
Το 1962 έφυγα φαντάρος, στο Ναυτικό. Ήταν έρωτας από μακριά, στη σκέψη. Μετά την ορκωμοσία μου, στην πενθήμερη άδεια, την είδα τυχαία στο δρόμο, στην Παλιά Πόλη. Και τη χαιρέτησα. Όταν μετά από καιρό τα φτιάξαμε, μου είπε ότι εκείνη την ημέρα γυρνούσε από την Αβησσυνέζα (γνωστή κυρία της εποχής που έλεγε τον καφέ), η οποία της είπε «σκέφτεσαι ένα «Π». Τώρα που θα βγεις έξω θα τον δεις, αυτόν θα παντρευτείς»!  «Μα, είναι στρατιώτης, είπε εκείνη, πως θα τον δω;»…  Κι όμως ήμουν με άδεια και με είδε.

Και οι συμπτώσεις συνεχίστηκαν!
Μια μέρα, τη συνάντησα τυχαία στο δρόμο και της είπα «θα ‘ρθω να σε ζητήσω από τη μάνα σου»… Μου λέει, «δεν προλαβαίνεις, έβγαλα εισιτήριο, φεύγω στην Αθήνα»... «Τι να κάνεις;»... «Πάω στη θεία μου...». Και ανακαλύπτω ότι  εκεί την περίμενε ενδιαφερόμενος που την είδε και του άρεσε! Της λέω «δεν θα πας, στείλε την αδελφή σου...».  (Στο σημείο αυτό ο κύριος Πέτρος εκνευρίζεται και ζητάει από την κόρη του Αναστασία που μας παρακολουθεί να του βάλει ένα ουίσκι γιατί «τα ξαναθυμήθηκε...»...! Αφού ήπιε μια γουλιά συνέχισε την αφήγηση)… Μου λέει, «δεν θα κάτσω πολύ 2-3 εβδομάδες…»… Φεύγει. Και κάνει 2,5 μήνες να γυρίσει πίσω!

Τι κάνατε εσείς εκείνο το διάστημα, την περιμένατε να γυρίσει;
Στο διάστημα εκείνο έκανα εργασίες στο σπίτι μιας άλλης κοπέλας που με ήθελε για γαμπρό. Το απέφευγα, αλλά βλέποντας ότι η Σέβα καθυστερούσε αν και δεν ήθελα να είμαι με άλλη, αρραβωνιάστηκα.

 Δε θέλατε, αλλά την αρραβωνιαστήκατε  την άλλη!
Βέβαια, ήρθε παπάς, ευλόγησε τις βέρες, ο θείος μου ήταν δάσκαλος έβγαλε και λόγο... Γρήγορα κατάλαβα ότι δεν πρόκειται να ευτυχήσουμε, ήταν αυταρχικό άτομο και απαιτητικό.

Η Σέβα το έμαθε ότι αρραβωνιαστήκατε;
Γυρίζει η Σέβα, πρέπει να το ‘μαθε, χωρίζω εγώ… Εφόσον χώρισα ο νους μου στη Σέβα! Πρώτη φορά τη φίλησα πίσω από ένα φορτηγό, κι όταν γύρισε σπίτι της όπως είπε μετά, πήγε στον καθρέφτη να δει αν λείπει κανένα κομμάτι από τα χείλη της. Κι αυτό να το γράψεις.


Θα το γράψω! Ο έρωτας δεν είναι πολύ ευαίσθητο πράγμα για να κρατήσει τόσο πολύ; Όλα αυτά τα χρόνια;
Είναι , γι αυτό χρειάζεται φροντίδα. Το παν είναι να μην υπάρχει απόσταση ανάμεσα στο ζευγάρι. Κι ο έρωτας τότε γίνεται με τον καιρό συντροφικότητα, συνεννόηση, χιούμορ, πειράγματα. Εγώ την σκουντάω δήθεν ότι είμαι από την άλλη πλευρά, κι όταν γυρνάει ξαφνικά της δίνω ένα πεταχτό φιλί. Την έχω αγκαλιά, την πειράζω, την αγγίζω. Παίρνουμε τα καρεκλάκια μας και πάμε και καθόμαστε πίσω από τον Ευαγγελισμό και βλέπουμε τη θάλασσα το ηλιοβασίλεμα ή τα βράδια. Αγοράζαμε και καλαμπόκι από κει και τρώγαμε, αλλά τον διώξανε τον καλαμποκά, λες κι ήταν αυτός το πρόβλημα. Μας είδε μια μέρα η Αντωνία Ματσίγκου, η φίλη η δική σου και της Αναστασίας, δεν μας ήξερε ακόμα, μας έβγαλε φωτογραφία, της κάναμε εντύπωση. Στα 20 χρόνια γάμου, της έκανα έκπληξη του Αγίου Βαλεντίνου, αγοράζοντάς της ένα αυτοκίνητο χωρίς να ξέρει να οδηγεί.

Πολλά κάνετε μαζί με την κυρία Σέβα. Και παίζετε και τάβλι και κάνετε κούνια…
Της έμαθα τάβλι να παίζουμε μαζί, αντί να πηγαίνω στο καφενείο. Το πρωί φτιάχνω τον καφέ μας και έτοιμο το τάβλι, περιμένει. Για να την ξυπνήσω ανοίγω τα παντζούρια στην κρεβατοκάμαρα, γκρινιάζει, αλλά το τάβλι είναι έτοιμο. Κούνια κάνουμε στην παιδική χαρά που φτιάξαμε για τα εγγόνια μας. Δεν ήταν όλα τα χρόνια εύκολα, μη νομίζετε. Και οικονομικές δυσκολίες περάσαμε και δύσκολα γενικά είχαμε, κι εγώ με τις δουλειές μου έχτιζα σ΄ όλη την Ελλάδα, αλλά δεν υπήρχε η απόσταση που σας είπα, ήμασταν ένα, κι είχαμε και τα γλέντια μας και τις εκδρομές μας…

Εσείς τα καταφέρατε, δεν συμβαίνει συχνά αυτό!
Είμαστε τυχεροί που βρήκε ο ένας τον άλλο παρόλο που εκείνη δεν το παραδέχεται. Καμιά φορά μου λέει «πού σε βρήκα...». Της λέω «Ήθελες καλύτερο;...». Τη θέλανε πολλοί, κι ένας ξενοδόχος, αλλά την κατάφερα εγώ.

Αν ξαναγεννιόσασταν την ίδια επιλογή σε γυναίκα θα κάνατε; Σκεφτείτε το καλά πριν  απαντήσετε!
Την ίδια. «Κι αν χωρίσουμε, της έλεγα, θα σε ξαναπαντρευτώ...»! Και τώρα της  λέω : «Όταν πεθάνω και δω ότι τα ‘φτιαξες με άλλον, θα ‘ρθω στον ύπνο σου, σαν δράκουλας...».