Λεξιστορείν: Σα δεν ντρέπεσαι!

Το ρήμα ντρέπομαι προέρχεται από την αρχαία λέξη εντρέπομαι που είναι σύνθετη από το εν (μέσα) + τρέπομαι (στρέφομαι).

Η αρχική σημασία του ρήματος ήταν στρέφομαι «εν», δηλαδή μέσα μου, κλείνομαι στον εαυτό μου από φόβο, ενοχή ή δισταγμό.

Έτσι και σήμερα  το ρήμα (με την αποβολή του αρχικού «ε») ντρέπομαι και το παράγωγο του ντροπή έχει τη  σημασία του «είμαι συνεσταλμένος, διστάζω να κάνω κάτι» ή του «νιώθω άσχημα όταν κάνω κάτι άσχημο»