Πάσχα, τότε, στο μικρό Καστελλόριζο στις αρχές του 20ού αιώνα

Πάσχα, τότε, στο μικρό  Καστελλόριζο  στις αρχές του 20ού αιώνα

Πάσχα, τότε, στο μικρό Καστελλόριζο στις αρχές του 20ού αιώνα

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1093 ΦΟΡΕΣ

Παρουσίαση-σχολιασμός Κώστας Τσαλαχούρης Ένας από τους μεγαλύτερους λόγιους, ποιητές, εκπαιδευτικούς της Δωδεκανήσου είναι ασφαλώς ο Καστελλορίζιος Μιχαήλ Γ. Πετρίδης(1886-1973). Τον γνωρίζουμε περισσότερο ως αγωνιστή για την ελευθερία της πατρίδας του και μάλιστα πρωταγωνιστή, αφού όλα σχεδόν τα έγγραφα και ντοκουμέντα της επαναστάσεως του Καστελλορίζου, του Μαρτίου 1913, έχουν γραφτεί δια χειρός Πετρίδη. Επίσης ο Πετρίδης υπήρξε αντιπρόσωπος του Καστελλορίζου και ο επικεφαλής-ο μοναδικός-στις συνομιλίες με το υπουργείο των Εξωτερικών και με τον διευθυντή του Τμήματος Ανατολικών Υποθέσεων του Υπ.Εξ. Ίωνα Δραγούμη, του οποίου ήταν συνεργάτης. Έχει γράψει κείμενα σε όλα τα φιλολογικά περιοδικά της εποχής του, όπως επίσης και σε εφημερίδες. Μεταξύ άλλων έχει γράψει ποιητικές συλλογές όπως «Λογάκια», «Εξάστιχα» Α΄ και Β΄ σειρά, «Η νέα μας ποίηση», «Τραγούδια της γυναίκας», «Κυματισμός καρδιάς και νου» «Ψυχής αντίλαλοι», «Σπονδή στα λυτρωμένα Δωδεκάνησα», τα πεζά του «Πώς αγαπούν οι Τουρκάλλες», «Νιάτα που διψούν»-εδώ εμφανίζεται ως πεζογράφος δυνατός και άλλου βεληνεκούς, «Σύντομοι χαρακτηρισμοί των τωρινών μας λογοτεχνών (1927)», «Προς το λυτρωμό της-και άλλα διηγήματα», κριτικές, επιμέλειες εκδόσεων με κορυφαία την επίτομο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους κ.ά. Ιδού ένα δείγμα της γραφής του για το Πάσχα, που είδε το φως στις 17 Απριλίου 1905. Α΄ Το μερονύχτι το ποθητό φτάνει και φωνάζουν οι πετεινοί και χτυπούν οι καμπάνες και ξυπνά ο κόσμος κι ο κοσμάκης και με τα καλά του τα φορέματα και με την πασχαλιάτικη λαμπάδα στο χέρι πηγαίνει στην εκκλησιά ν’ ακούσει το εφτάχαρο «Χριστός Ανέστη». Και τους βλέπεις όλους ξυπνώντας να χαμογελούν και να χαίρουν σαν άνθρωποι, που τράβηξαν ένα πολύ μακρινό δρόμο, μα επιτέλους έφτασαν στο μέρος που ποθούσαν. Και γι’ αυτό τους ακούς να ψιθυρίζουν ή να τραγουδούν: Επέρασε η Σαρακοστή μ’ ελιές και με κρομμύδια κ’ επλάκωσεν η Πασχαλιά μ’ αυγά και με παιχνίδια Το Πάσχα είναι η πιο μεγάλη κ’ η πιο λαμπρή γιορτή και κάθε χριστιανού, προ πάντων, όμως, του Καστελλοριζιού. Γι’ αυτό η πιο μεγάλη ευχή και ο πιο κρυφός πόθος του ναύτη είναι να «κάμει Πασχαλιά στον τόπο του». Για το μεγάλο αυτό σταθμό της Χριστιανοσύνης, το Πάσχα, για την αγαπημένη αυτή σκόλη, που όχι μονάχα παιδιά αλλά και άντρες και γέροι όταν έρχεται χαιρούμαστε κι όταν φεύγει λυπούμαστε, για την Ανάσταση του Λυτρωτή μας, γίνουνται στο νησί μας μεγάλες και σημαντικές προετοιμασίες. Κάθε σπίτι θα βάψει κόκκινα τ’ αυγά του, θα κάμει «τις αυγούλες και τα κουλούρια του», θα συγυρίσει και θ’ ασπρίσει, θα παστρέψει και θα πλύνει και θα ράψει τα λαμπριάτικα ρούχα των παιδιών. Στον αυλόγυρο κάθε εκκλησιάς ο παπάς, κάτω από τη σκέπη του αστροστολισμένου ουρανού, μόλις φωνάξει το «Χριστός ανέστη» ακούει δίπλα του τουφεκιές μυριάδες. Κάθε παλληκάρι πάει στην εκκλησιά με το όπλο του και μ’ αυτό θα πυροβολεί από την αυγή της μεγάλης Κυριακής ίσα με τη νύχτα της λαμπρής Τρίτης για δόξα του Ναζωραίου που ανέστη. Γυρίζοντας ο κόσμος από την εκκλησιά κατά τα χαράγματα, τρώγει μ’ όρεξη τη σούπα και το βραστό του (το ψητό αρνί θα βγει από το φούρνο ύστερ’ από τον εσπερινό της Μ. Κυριακής), τρώγει το κόκκινον αυγό του, ξεκουράζεται λιγάκι, ψάλλει κάμποσες φορές το «Χριστός ανέστη» και την ώρα που θα ρίξει το πρώτο Πασχαλιάτικο γέλιο –στη γη μας ο ήλιος τα’ Απρίλη, βγαίνει «στις βίζιτες». Ο καθένας πρέπει να πάγει σ’ όλους τους συγγενείς να πει το «Χριστός ανέστη» και να τσακίσει ένα κόκκινο αυγό «για το χρόνο». Και θωρείς να λουλουδίζουν οι στράτες από τα ναυτόπουλά μας, τα χαρούμενα από τον αγώνα της βασανισμένης ζωής και θαλασσινής δουλειάς παλληκάρια μας, κ’ οι δρόμοι παράξενα και γλυκά να αντιλαλούν από τους τρασμαγεμένους χαιρετισμούς: -Χριστός ανέστη -Αληθώς ανέστη ο Κύριος. Β΄ Και τώρα θέλω νάχω μια δύναμη υπεράνθρωπη για μπορέσω να γράψω μ’ όλη την ξεχωριστή χάρη, μ’ όλο το λυρικό πάθος και μ’ όλην την ωμορφιά το πιο ζηλεμένο και πιο ονειρογέννητο έθιμο του νησιού μας, τον λαμπριάτικο χορό των κοριτσιώ μας. Πόσον αλύπητα τα καινούργια χρόνια μας θάπτουν τις παλιές ωμορφιές και πόσον τρομερά ο ψεύτικος πολιτισμός σκεπάζει τα πρωτινά έθιμά μας!.. Σ’ αυτόν τον αδυσώπητο σφετεριστή μας, θα έλεγα με την με την πικρότερη περιφρόνηση και τον φοβερότερο θυμό. -Πήγαινε κει που γεννήθηκες, ψευτοπολιτισμέ. Συ κρύβεις σκότη, ενώ ο αληθινός πολιτισμός ροδίζεται από μύρια φώτα. ʼφησέ μας να χαρούμε τη ζωή που και παιδιά περάσαμε και νέοι αγαπήσαμε και γέροι σαν περασμένο γλυκόνειρο ποθούμε. Εμείς αγαπούμε ακράδαντα και θέλομε πάντα να βλέπομε τους δικούς μας χορούς, τις δικές μας ολόχαρες κι αξέχαστες συνήθειες. Το κρύο σου δε θέλομε με κανένα τρόπο να μας αφαιρέσει τη θέρμη που έχομε στην ψυχή και που μας κάνει ν’ ανοιώνομε τη ζωή αλλιώτικη παρά οι ψευτοπολιτισμένοι, πιο γλυκιά δηλαδή και ολιγότερο μελαγχολική, τον κόσμο τον πιο όμορφο και τη συντροφιά το πιο ιερό πράγμα. Στα παλιότερα μα θαρρώ και φρονιμότερα χρόνια, τη Λαμπρή τραγουδώντας εχόρευαν στους αυλογύρους των εκκλησιών μας απ’ οχτώ έως είκοσι δύο χρονών κορίτσια· τώρα, όμως, χορεύουν απ’ οχτώ ίσαμε δεκατεσσάρων το πολύ χρονών. Γιατί; Γιατί τα πιο καινούργια κεφάλια λένε πώς είν’ άπρεπο αυτό το έθιμο, πώς το κατηγορεί ο ξένος κόσμος, πως είναι τέλος πάντων χωριάτικο κι όχι του πολιτισμού να χορεύουν μεγάλες κόρες μέσα στους αυλόγυρους των εκκλησιών αυτές τις μεγάλες ημέρες Αυτά τα θερμά κεφάλια εγώ θα τάστελλα να παν «να κουρεύουνται» και τις ψεύτικες αρμήνειες τους να τις λένε αλλού. Γιατί απ’ αυτούς τρέχει τον κίντυνο να χαθεί για πάντα σκληρά κι αλύπητα μια καλή κι αθώα συνήθεια, όπως χαθήκαν τόσες άλλες. Μα έννοια τους. Ας μη χαίρουνται οι εξωμότες αυτοί των αθώων παραδόσεων και των καλών εθίμων των γονιώ μας. Γιατί εμείς για πολύν ακόμα χρόνο θ’ ακούμε μ’ απερίγραπτη ευχαρίστηση και μ’ εθνική περηφάνεια τα κορίτσια μας να τραγουδούν την Ανάσταση στα «Χωράφια» τα ωραία εκείνα και τεχνικά κομμάτια της δημοτικής ποίησής μας, είτε δίστιχα είν’ αυτά είτε πολύστιχα. Και με χαρά θα βλέπουμε τους σαρδαναπάλους αυτούς και ξενομανείς νεωτεριστάδες να λυπούνται, γιατί δεν καταργούνται «τέτοιες σκουριασμένες συνήθειες» κατά τη φράση τους. Παράξενο πολύ μας φαίνεται, πώς αυτοί οι προκομμένοι «άνθρωποι του νέου κόσμου» δεν προσπαθούν να διώξουν απ’ το νησί μας κάτι ανοησίες ολέθριες και να ξεριζώσουν από τα στήθη των πατριωτών τους μερικές πρόληψες κακές, αλλά θέλουν να διώξουν τους εθνικούς χορούς και τα πατριαρχικά έθιμά μας και να φέρουν της Ευρώπης τα σκουπίδια, τα παλιοτράγουδα, δηλαδή που τραγουδούν τα δημόσια γύναια στο Παρίσι και την ψυχρότητα και ατονία που βλέπει κανείς στις σχέσες των πολιτισμένων. Κάθε πρωί των τριών ημερών της Λαμπρής θα συναχτούν μ’ ανυπομονησία τα ωμορφοντυμένα κορίτσια μας στις αυλές των εκκλησιών, που βρίσκονται στα «Χωράφια», την πλατεία του νησιού μας, όπου συνάζεται όλος σχεδόν ο κόσμος μας αυτές τις ημέρες της χαράς κι όπου γι’ αυτό στήνουνται προσωρινά ζαχαροπλαστεία, ταβέρνες, καφενεία κι άλλης λογής μαγαζιά για να καταφεύγουν οι άνθρωποι σ’ αυτά. Σε κάθε αυλή πιάνονται χέρι-χέρι με τα μαντήλια τα κορίτσια μας και κάμνοντας ένα μεγάλο κύκλο, αρχίζουν το χορό τον ωραίο που πρέπει να συνοδεύεται ρυθμικά με τραγούδι. Και θαρρείς ότι βλέπεις τα Χερουβείμ να ψάλλουν γύρω στη Δόξα του Πλάστη και νομίζεις ότι ακούς Μούσες που ξέφυγαν κρυφά από την Πιερία κ’ ήρθαν εδώ να γιορτάσουν την Πασχαλιά μας. Και του τραγουδιού η μελωδία των χαριτωμένων κοριτσιών μας ντύνει την ψυχή σου με μια γλυκιά συγκίνηση και μ’ ένα τρισμαγεμένο πάθος. Την αγάπη πώχουν τα κορίτσια μας στη μεγάλην αυτή σκόλη βλέπεις ζωγραφισμένη στο δίστιχο: Σαν τη μεγάλη Πασχαλιά νάταν οι μέρες ούλες π’ αλλάζουσιν οι κοπελιές σαν τις αρχοντοπούλες ʼλλοτε μέσα στα τραγούδια τους βλέπεις ένα παιχνιδιάρικο και αστείον ύφος, καθώς σ’ αυτά τα δίστιχα: Θαρρούσι του διαβόντοου οι γιοι, όσους μιλώ αγαπώ τους κ΄ εγώμαι παιχνιδιάρισσα και παίζω και γελώ τους Ερρίξα με στην αβανιά πως αγαπώ Τουρκάκι· Εγώ αγαπώ γραμματικό με το καλαμαράκι, ʼλλοτε λύπη για τα πάθη του αναστάντος Λυτρωτή Και αγανάχτηση κατά των εβραίων ως: Χριστέ μου, πώς σ’ εσταύρωσαν οι άνομοι Εβραίοι, Οι άνομοι και τα σκυλιά κ’ οι τρισκαταραμένοι! κι άλλες φορές έναν αρμονικό συνδυασμό της χαράς της Λαμπρής με τη χαρά του Έρωτα: Χριστός ανέστη, μάτια μου, έλα να φιληθούμε Να πεις κ’ εσύ, να πω κ’ εγώ ώσπου να βαρεθούμε Αλλά την ωμορφιά την άψογη και τη χάρη την ανεπιτήδευτη κρύβουν τα μεγάλα οπωσδήποτε δημώδη τραγούδια μας, που δεν είναι παρά γεμάτα απλότητα και ζωή ερωτικά δηγήματα, με πλοκή τεχνική καμωμένα-Είναι γνωστό πως και στην αρχαιότητα υπήρχαν τέτοια τραγούδια και μύθοι. Πρώτα-πρώτα ο Στησίχορος έχοντας αυτά υπ’ όψη, παρουσίασε έμμετρα πρωτότυπα ερωτικά δηγήματα στην Ελληνική φιλολογία (Βλέπε ελληνική γραμματολογία C.O. Mûller, μτφρ. Δ. Κυπριανού κεφ. ιδ΄ σελ 344). Αδύνατο, όταν τα’ ακούς από τα κορίτσια μας να ψάλλουνται, να μη σε καταλάβει κάτι σα μεθύσι και να μην κοιτάξεις τον καταγάλανο ουρανό, ζητώντας μιαν ελπίδα σου που χάθηκε. Για να με πιστέψετε σας φέρνω εδώ ένα κομμάτι από ένα δημοτικό τραγούδι μας, χωρίς μουσική, χωρίς κορίτσια χορεύοντας να το τραγουδούν και χωρίς το μυστήριο που του δίνει το περιβάλλον,-ένα ξερό κομμάτι τραγουδιού, ένα σκελετό, να πω καλύτερα. ……………………… Και παίρνω το στρατί-στρατί, γαρουφαλιά μου φουντωτή, στρατί το μονοπάτι Βάσανα πώχει η αγάπη! Το μονοπάτι μ’ έβγαλεν, -η αγαπώ μ’ ετρέλλανε- στης αγαπώ την πόρτα, που την ήξερα από πρώτα. Βρίσκω την πόρτα σφαλιστή -κλάψετε φίλοι μου πιστοί- και τα κλειδιά παρμένα. Ωχ! Αλλοίμονο σ’ εμένα. Και τους γειτόνους αρωτώ, πούνεν η νέα π’ αγαπώ; -Μέσα ’ναι και κοιμάται και εσένα συλλογάται. -Κόρη, αν κοιμάσαι ξύπνησε, κι αν κάθεσαι έβγα δε με έβγα και χαιρέτησέ με. Κι αν είσαι με τη μάνα σου, πάρε κ’ εμέν’ αντάμα σου, για με τον αδερφό σου, πάρε μ’ αγαπητικό σου. Κι αν είσαι με τον κύρη σου για μ’ άλλο παλληκάρι, κιτρολεμονιάς κλωνάρι… ………………………… Το πειότερα δημώδη τραγούδια, λόγια, παραμύθια παροιμίες, προλήψεις κ’ αινίγματα του νησιού μας, μ’ αγάπην εμάζεψε κ’ εδημοσίεψε σε πολλά περιοδικά ο πατριώτης μου Αχ. Σ. Διαμαντάρας. Ο κόσμος αφήνει τα καφενεία και τις ταβέρνες νάρθει νακούσει τα κορίτσια μας, που η λαλιά τους λες και κάνει καινούργιαν ανάσταση της αγάπης, της ζωής και του Έρωτα στις ψυχές των ανθρώπων. Οι γονέοι των κοριτσιών καμαρώνουν τα παιδιά τους, που ολόχαρα δεν κουράζονται να χορεύουν, αλλά το εναντίο παρακινούν η κάθε μια την άλλη να χορέψουν και να τραγουδήσουν πιο πολύ, ενθυμούμενες πως η Πασχαλιά θε θ’ αργήσει να τις αφήσει να φύγει. Χορέψετε καλά-καλά, κουντούρες μη λυπάστε, θε να περάσει η Πασχαλιά και θε να το θυμάστε. Γ΄ Τη δεύτερη και Τρίτη μέρα της Λαμπρής οι νιόπαντροι πρέπει να κάμουν «τέντα». Κ’ είν’ αυτή η τέντα μια σκηνή καμωμένη από ένα παννί καραβίσιο δεμένο πάνου σ’ ένα κουπί ή σε κανένα πινό· κάτω απ’ αυτή την τέντα, που θα στήσουν σε καμιά γωνιά των «Χωραφιών», θα καθίσει ο νιόγαμπρος κ’ η νιόνυφη κι όλοι οι συγγενείς τους κ’ εκεί θα φαν τα πασκαλιάτικα, θα πιούν στην «υγειά του Χριστού», θα ευθυμήσουν. Οι σκηνές αυτές σου θυμίζουν τη «σκηνοπηγία των Εβραίων» και τις σχετικές γιορτές τους. Κι ακούς το τραγούδι τους να χαϊδεύει το παννί και ταστεία τους-ταθώα και εξυπνότατα χωρατά τους-να σκορπίζουν γύρω γέλια, και ανέκδοτά τους να καλούν κάτω απ’ το παννί τη πτερυγοφόρα χαρά. Σ’ άλλη τέντα βλέπεις χορό, σ’ άλλην ακούς τραγούδια, σ’ άλλες αφουγκράζεσαι κανένα βιολί να γλυκαίνει τις ψυχές. Οι ναυτικοί-πρέπει να το πιστέψετε-αγαπούν με πάθος τη μουσική και μπορούν να σου χαρίσουν ό,τι έχουν, άμα τους παίξεις τεχνικά κανένα μεθυστικό κομματάκι στο βιολί. Κ’ η καθεμιά δοξαριά καινούργιο πονόψυχο γεννά στην καρδιά τους και νέα όνειρα γεννά στις ψυχές τους, από έρωτα και θάλασσα υφασμένα. Θα γλεντήσουν ίσαμε το βασίλεμα του ήλιου κ’ έπειτα θα παν στα σπιτάκια τους με τραγουδάκια. Τη Λαμπρή μόνο τανύπαντρα κορίτσια μας δεν παν στα «Χωράφια». Αυτά διασκεδάζουν αλλιώτικα. Κάμνουν στα έρημα αυτές τις ημέρες σοκάκια τους και στις αυλές τους κούνιες για να τραγουδήσουν. Κι αν τύχη να σε παρακινήσει κανένα αίστημα γλυκό ν’ αφήσεις τα «Χωράφια» και να πας μέσα στις γειτονιές, σε κάθε βήμα θ’ ακούς κ’ ένα νέο ρυθμό, σε κάθε γειτονιά και νέο τραγούδι, σε κάθε αυλή και κουνούργιο μέλος. Δ΄ Τη «Λαμπρή Τετράδη», περιδιαβάζοντας τα «Χωράφια», ούτε κόσμο θα δεις ούτε κορίτσια ούτε κίνηση ούτε τέντες. Η τρίμερη Πασκαλιά πάει και πάει. Μονάχα θωρείς μερικούς να χαλνούν τα προσωρινά κι άχρηστα πια καφενεία τους, άλλους τις ταβέρνες τους, κι άλλους τα ζαχαροπλαστεία τους, και να κουβαλούν τα ξύλα και τα καραβόπανα, που τα σκέπαζαν, και να τα φέρνουν στα μέρη τους. Τα ναυτόπουλά μας από την αυγή ξυπνώντας τρέχουν στα καράβια τους κι αρχινούν το «έγια λέσσα, έγια μόλα»· γιατί απ’ αυτή την ημέρα συνήθως αρχινούν να φεύγουν τα καράβια μας στο ταξίδι, αφήνοντας το λιμάνι μας, που με τόσην αγάπη τα κρατούσε στον κόρφο του όλο το διάστημα του χεροχειμώνα. Μ. Γ. Πετρίδης Καστελλόριζο 17.4.1905

Διαβάστε ακόμη

Επιστήμονες ανακάλυψαν νέο είδος εντόμου σε σπηλιά στο Καστελλόριζο

Ο βομβαρδιστής από την Σύμη….

Νικόλας Πασπάλης – Φτωχόπαιδο από το Καστελόριζο ξενιτεύτηκε στην Αυστραλία για να βρει την τύχη του και έγινε ο πλουσιότερος καλλιεργητής μαργαριταριών στον κόσμο (pics+vid)

Η περιοδεία της Παναγίας της Σκιαδενής τη Σαρακοστή και τη Λαμπροβδομάδα: Θαυματουργές ιάσεις – πετρωμένα καράβια

Μ. Κολεζάκης: Η σημασία της 31ης Μαρτίου 1947 μέσα από τον τύπο της εποχής

Ν. Στ. Μανούσης: Η ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων και η στιγμή της συλλογικής λύτρωσης

Al Bowlly: Ο Έλληνας από τη Ρόδο που έγινε ο πρώτος «ποπ σταρ» στον κόσμο

Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα: Τα Ιταλικά του Μανώλη