Γράφει ο
Νίκος Μορόπουλος


Ο Νικόλαος Μαυρής ήταν ο νονός μου. Τον έχω στην καρδιά μου και ενθυμούμαι πολύ καλά τις συναντήσεις μας. Επίσης έχω αρκετά από τα βιβλία του. Σε αυτό το κείμενο συνυπάρχουν προσωπικές αναμνήσεις, στοιχεία βιογραφικά και αποσπάσματα από τα γραπτά του Δρος Νικ. Γ. Μαυρή (όπως πολύ συχνά υπέγραφε τα κείμενά του). Αυτονόητα, αυτή είναι μια προσωπική ματιά.

Θέλω να εκφράσω αυτήν την αύρα που ανέπνεε ο Νικόλαος Μαυρής και είχα την τύχη να απολαύσω.
Γεννήθηκε στην πόλη Zagazig της Αιγύπτου το 1899, γιος του γιατρού Γεωργίου Μαυρή από την Κάσο, ένα μικρό νησί στη νοτιοανατολική γωνιά του Αιγαίου, χωμένο ανάμεσα στην Κρήτη και την Κάρπαθο.

Το Zagazig είναι μια πόλη στο Δέλτα του Νείλου, περίπου 50 μίλια βόρεια του Καΐρου και θεωρείται το κέντρο της εμπορίας βαμβακιού και σιτηρών της Αιγύπτου.
Μερικές φορές ο ΝΓΜ αναφερόταν στην περίοδο της ζωής του που έζησε στην Αίγυπτο. Πάντοτε με πολλή αγάπη και νοσταλγία.
Την θεωρούσε την πιο “αθώα” περίοδο της ζωής του. Εκείνες τις στιγμές ανέφερε και μερικές αραβικές λέξεις χωρίς πάντα να τις μεταφράζει.
Ητανε τόσο ωραίος ο ήχος των αραβικών λέξεων, αντηχούσαν σαν μουσική!
Σε άρθρο της, η Φωτεινή Τομάη στην εφημερίδα “Το Βήμα”, μας ενημερώνει σχετικά με τον ελληνισμό της Αιγύπτου:

«Κατά το τέλος του 18ου αιώνα ο ελληνισμός της Αιγυπτου δεν ξεπερνούσε τις 2.000. Η κατάσταση άλλαξε ριζικά μέσα σε ένα αιώνα. Σύμφωνα με μια πρώτη επίσημη απογραφή της Αιγύπτου το 1907, οι κατέχοντες επισήμως την ελληνική υπηκοότητα κάτοικοι της χώρας ανήρχοντο σε 132.947. Το διάστημα μεταξύ 1880 και 1920 σημειώθηκε η μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη των Ελλήνων της Αιγύπτου. Δημιουργήθηκαν κοινότητες με προεξάρχουσα εκείνη της Αλεξανδρείας, αλλά και του Καΐρου, σύλλογοι και εμπορικά σωματεία, αδελφότητες, ενώ ιδρύθηκαν νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία ακόμη και φιλανθρωπικά σωματεία για την ενίσχυση με συσσίτια των αδυνάμων να συντηρηθούν οικονομικά. Γενικά ο ελληνισμός της Αιγύπτου ανεδείχθη σε κυρίαρχη από οικονομικής πλευράς δύναμη, με έντονη πνευματική και κοινωνική δράση, λαμπρύνοντας την ίδια του την πατρίδα, την Ελλάδα, στη φιλόξενη γη της Αιγύπτου, μιας χώρας με μακραίωνη επίσης ιστορία».

Στον πρόλογο του πρώτου τόμου της Δωδεκανησιακής βιβλιογραφίας του εκδόθηκε το 1965 (βλέπε και παρακάτω) και απέσπασε το βραβείον της Ακαδημίας Αθηνών το 1957, ο ΝΓΜ αναφέρει:

«Εχει μια μικρή ιστορία το βιβλίο αυτό. Μια ιστορία που αρχίζει πριν από πολλά χρόνια, όταν ο γράφων-νεαρός τότε μαθητής του γυμνασίου στο Κάιρο-ενδιαφερόμενος για την ιστορία της ιδίαιτερας του πατρίδας, ερευνούσε διάφορα συγγράμματα και περιοδικά, ιδίως στην εκεί Εθνική βιβλιοθήκη, με τον σκοπό και την ελπίδα να βρει κάτι σχετικό με την ιστορία της Κάσου».
Από τα γυμνασιακά του χρόνια λοιπόν ξεκινάει το μεγάλο ταξίδι της βιβλιογραφικής έρευνας, που τόσα πολλά απέδωσε και στα Δωδεκάνησα αλλά και στην Ελλάδα.
Είναι χαρακτηριστική η πρόταση με την οποία ο ΝΓΜ κλείνει τον πρόλογο:
«Ετσι γράφτηκε το βιβλίο αυτό, που για μένα δεν είναι απλώς ένα βιβλίο αλλά ένα αληθινό βίωμα, αφού τόσα χρόνια το έζησα και με έζησε».

Από την Αίγυπτο στην Αμερική
Το πρόθεμα “Δρ.” στο όνομά του, οφείλεται στο ότι ο ΝΓΜ ήταν ιατρός. Σπούδασε ιατρική στην Αθήνα από το 1918 έως το 1923.
Το 1923 επιστρέφει στην Αίγυπτο, όπου παραμένει μέχρι το 1925.
Το 1925 πηγαίνει στο Παρίσι όπου εξειδικεύεται στην οφθαλμιατρική και παρακολουθεί μαθήματα φιλολογίας και νομικής.
Το 1935 παντρεύεται την Ιουλία Νικολάου, κόρη κασιώτη εφοπλιστή, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά.
Το 1936 εγκαθίσταται οικογενειακώς στην Αθήνα, όπου θα παραμείνει μέχρι το 1940.
Στις 15 Απριλίου 1936 ιδρύει μαζί με επτά άλλους δωδεκανήσιους διανοούμενους την Εταιρία Δωδεκανησιακών Μελετών.

Το “Πρακτικόν Ιδρύσεως Εταιρίας Δωδεκανησιακών Μελετών” αναφέρει:
«Εν Αθήναις σήμερον την 15ην Απριλίου 1936 ημέραν Τετάρτην και ώραν 7 μ.μ. οι υπογεγραμμένοι Δωδεκανήσιοι διανοούμενοι συνελθόντες εν τη οικία του Δρος Νικ. Μαυρή απεφασίσαμεν την ίδρυσιν οργανώσεως υπό την επωνυμίαν “Εταιρία Δωδεκανησιακών Μελετών” οι σκοποί και οι κατευθύνσεις της οποίας καθορισθήσονται δια του καταστατικού της υπό την έκγρισιν άπαντων των ιδρυτών.
(ακολουθούν τα ονόματα και οι υπογραφές των ιδρυτών)
Μιχ. Μιχαηλίδης Νουαρος
Δρ. Νικ. Γ. Μαυρής
Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης
Βάσσος Βαρικας
Ανδρέας Παπανδρέου
Αναστάσιος Φράγκος
Γεώργιος Θ. Γεωργιάδης
Βάσσος Χανιώτης»

Η φωτοτυπία του Πρακτικού περιλαμβάνεται στον έκτο τόμο του περιοδικού συγγράμματος “Δωδεκανησιακόν Αρχείον”, 1976.
Ο ΝΓΜ αναφέρει (σ. 187):«...η ωραία εκείνη προσπάθεια δεν είχεν άμεσον συνέχειαν. Ολη η προσοχή και η δραστηριότης των συμπατριωτών μας τότε, ήτο εστραμμένη κυρίως και πρωτίστως προς τους απελευθερωτικούς μας αγώνας. ...μόνο μετά την απελευθέρωσιν των νησιών μας και την ενσωμάτωσιν των επραγματοποιήθη η ΔΙΛΕ (Δωδεκανησιακή Ιστορική και Λαογραφική Εταιρία)».
(Σημείωση δική μου: Η ΔΙΛΕ θα επανασυσταθεί το 1948 και θα εκδώσει την “Δωδεκανησιακή Βιβλιογραφία” του ΝΓΜ).
Ο ΝΓΜ δεν θα παραμείνει στην Αθήνα για πολύ. Μετά από μια σύντομη παραμονή στο Παρίσι και με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ΝΓΜ μεταβείνει στην Αμερική.
Αμερική.

Αναπτύσσει δραστηριότητα υπεράσπισης των υπό κατοχήν Δωδεκανήσων, διδάσκει μαθήματα νεοελληνικής λογοτεχνίας σε Πανεπιστήμια των Η.Π.Α. (όπως το Κολούμπια, της Νέας Υόρκης) και εκδίδει το περιοδικό Βυζαντινά-Μεταβυζαντινά.

Η πρώτη μεγάλη του επιτυχία στην Αμερική ήταν η άρση του χαρακτηρισμού της Δωδεκανήσου ως “εχθρών” από το Αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών.
Από το 1912 τα Δωδεκάνησα ήσαν υπό Ιταλική κατοχή, σαν αποτέλεσμα μιας συνθήκης ανάμεσα στην Τουρκία και την Ιταλία.

Με δεδομένη την εμπόλεμη κατάσταση ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ιταλία, ήταν φυσικό επακόλουθο να θεωρούνται όλοι οι Δωδεκανήσιοι “εχθροί”, λόγω της Ιταλικής κατοχής, την οποίαν όμως αρχικά παρέβλεψαν οι Αμερικάνοι. Ο ΝΓΜ υπέβαλε και παρουσίασε αναφορά σχετική με το θέμα, και έπεισε τους Αμερικανούς δια το ορθόν του αιτήματός του να πάψουν να θεωρούνται οι Δωδεκανήσιοι ως “εχθροί αλλοδαποί”.

Η αναφορά που υπέβαλε ο ΝΓΜ εξεδόθη το 1942 σε μπροσούρα με τον τίτλο “THE DODECANESIANS ARE NOT ENEMY ALIENS”.
(Οι Δωδεκανήσιοι δεν είναι εχθροί αλλοδαποί).

Η επόμενη μεγάλη μάχη που έδωσε ο ΝΓΜ αφορούσε ένα κορυφαίο Ιταλό αντιφασίστα, τον κόμη Σφόρτσα, και τις απόψεις του σχετικά με την επανένωση των Δωδεκανήσων με την Ελλάδα. Η έκδοση του γνωστού φυλλαδίου «Sforza contra Sforza » που κυκλοφόρησε κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, ανάγκασε τον ίδιο τον Sforza να παραδεχθεί την ελληνικότητα των νήσων.
Ο Ιταλός κόμης Sforza 1922 έγινε υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας το 1920, και αμέσως σχεδόν απέρριψε το σύμφωνο Βελιζέλου - Τιτόνι (προκατόχου του) που προέβλεπε την παράδοση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα.

Ο Σφόρτσα ήταν αντιφασίστας και το 1926 έφυγε από την Ιταλία, έχοντας παραιτηθεί από το κυβερνητικό του αξίωμα το 1922, με την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία. Από το 1940 έζησε για λίγο στην Αγγλία και μετά στην Αμερική, όπου παρέμεινε μέχρι το 1943, οπότε επέστρεψε στην Ιταλία μετά την κατάρρευση του Μουσολίνι.
Την περίοδο 1947-1951 διετέλεσε και πάλι υπουργός Εξωτερικών. Απεβίωσε το 1952.

Ο ΝΓΜ ήταν πολύ θορυβημένος επειδή ο Σφόρτσα στην Αμερική δεν είχε λάβει σαφή θέση για την επανένωση των Δωδεκανήσων με την Ελλάδα. Το φυλλάδιο που εξέδωσε το 1943 είχε σκοπό να ασκήσει πίεση στον Σφόρτσα για να λάβει μια θέση θετική για την επανένωση, κάτι που τελικά έγινε. Ο κόμης Σφόρτσα παραδέχθηκε δημόσια την ελληνικότητα των Δωδεκανήσων καισ τη Νέα Υόρκη συγκαλείται Πανδωδεκανησιακό Συνέδριο (1943), σε ψήφισμα του οποίου κηρύσσεται η Ένωση των Δωδεκανήσων με την Ελλάδα.

Μετά από την αποχώρηση των Ιταλών τα Δωδεκάνησα (1943) πέρασαν στη γερμανική κατοχή και το 1945 παραδόθηκαν προσωρινά σε βρετανική στρατιωτική κατοχή έως τις 31 Μαρτίου 1947, οπότε παραδόθηκαν στην ελληνική στρατιωτική διοίκηση.
Από το φυλλάδιο αυτό θεωρώ πολύ ενδιαφέρον και το παραθέτω, το ακόλουθω απόσπασμα (η μετάφραση από το αγγλικό πρωτότυπο είναι δική μου):

«Για περισσότερους από τέσσερις αιώνες υπό Οθωμανική ηγεμονία, αυτά τα νησιά (τα Δωδεκάνησα) ήταν πλήρως αυτόνομα. Η μόνη τους σύνδεση με την Υψηλή Πύλη ήταν η πληρωμή ενός ετήσιου φόρου που αποτελούσε και την έμμεση παράδοση της Οθωμανικής εξουσίας. Η κατοχή των νησιών από τους Ιταλούς το 1912 στη διάρκεια του Ιταλο-Τουρκικού πολέμου, χαρακτηρίσθηκε από τον τότε υπουργό Εξωτερικών της Ιταλίας κ. Τζιαλίτι σαν “προσωρινή” και “οφειλόμενη σε στρατωτικούς λόγους”.

Στην εισαγωγή του πρώτου μέρους του πρώτου τόμου στα “Βυζαντινά-Μεταβυζαντινά”, ο ΝΓΜ γράφει (η μετάφραση από το αγγλικό πρωτότυπο είναι δική μου):

«Αισθανόμεθα ότι η δημιουργία των “Βυζαντινών - Μεταβυζαντινών”, μιας περιοδικής έκδοσης αφιερωμένης αποκλειστικά στις σπουδές με θέμα το Βυζάντιο και τη Σύγχρονη Ελλάδα, τεκμηριώνεται πλήρως από την σοβαρή ερευνητική δραστηριότητα και το ενδιαφέρον πολλών γενεών Αμερικανών ερευνητών που ασχολούνται με το Βυζάντιο και τη Σύγχρονη Ελλάδα... Η δραστηριότητα του διακεκριμένου Ρώσου ερευνητή καθηγητή Α.Α. Βασιλιέφ στο Ουισκόνσιν από το 1925 και Ντάμπαρτον Οακς πρόσφατα, έδωσε μεγάλη ώθηση στις Βυζαντινές σπουδές στην Αμερική, και τους έδωσε επίσης ευρύτερο και πιο συστηματικό χαρακτήρα με την έμπνευσή του».

Απελευθέρωση - Πολιτικός Γενικός Διοικητής Δωδεκανήσου
Τέλος στις αρχές του 1948, σύμφωνα με νόμο, τα Δωδεκάνησα αποτέλεσαν Γενική Διοίκηση με έδρα τη Ρόδο και πρώτο «Πολιτικό Γενικό Διοικητή Δωδεκανήσου» το Ν. Μαυρή.
Ο ΝΓΜ παραιτήθηκε στις αρχές του 1950, για να πάρει μέρος στις πρώτες βουλευτικές εκλογές της 5 ης Μαρτίου του 1950 με δικό του συνδυασμό, την «Ανεξάρτητον Πολιτικήν Ένωσιν Δωδεκανήσου» χωρίς να εκλεγεί.

Στις εκλογές της 9 ης Σεπτεμβρίου του 1951 εκλέχτηκε βουλευτής Δωδεκανήσου με τον «Ελληνικόν Συναγερμόν» του Αλέξ. Παπάγου.
Διετέλεσε ξανά Γενικός Διοικητής Δωδεκανήσου την περίοδο Δεκέμβριος 1952 – Απρίλιος 1954.

Μετά τη λήξη της θητείας του το 1954 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Για την περίοδο της διοίκησης των Δωδεκανήσων, ο φίλος του ΝΓΜ Κώστας Αγαπητίδης αναφέρει σε ομιλία (1982) αφιερωμένησ τον ΝΓΜ τις ακόλουθες σημειώσεις του ΝΓΜ:
«Ο ψυχικός παράγων θα είναι από τα δυσκολώτερα πράγματα που θα με απασχολήσουν. Η πολύχρονος, δηλαδή, σκλαβιά, υπό την οποίαν έζησαν οι Δωδεκανήσιοι, επέφερε τραύματα ψυχικά, δια την επίλυσιν των οποίων θα εμφυσηθεί νέα πνοή. Είμαι ακόμα κατάπληκτος από τον στρατωτικόν χαιρετισμόν μερικών κατοίκων, και παιδιών ακόμα. Προδίδει αυτό μιαν συνήθειαν κτηθείσαν από την τρομοκρατικήν βίαν και την πίεση, την ακσηθείαν υπό των κατακτητών και του λαού».

Η Μούσα της βιβλιογραφίας
Μετά τα Δωδεκάνησα και την Κάσο, η μεγάλη αγάπη του ΝΓΜ ήταν αναμφισβήτητα η βιβλιογραφία.
Η αγάπη αυτή συνοδευόταν από ταλέντο και ικανότητα.

Η “Δωδεκανησιακή Βιβλιογραφία” αποτελεί το πρώτο μεγάλο βιβλιογραφικό έργο του ΝΓΜ.
«Η ιδική μας προσπάθεια απέβλεψεν εις τον καταρτισμόν μιας συστηματνικής και εξαντλητικής, ει δυνατον, βιβλιογραφίας ήτις θα περιελάμβανε - αυτό θα ήτο το ιδεώδες - όλα τα σχετικά με την Δωδεκάνησον δημοσιεύμετα, εις οιανδήποτε γλώσσαν, εις οιανδήποτε εποχήν και επί οιουδήποτε θέματος και αν εγράφησαν... Εάν όμως η επιθυνητή πληρότης μιας βιβλιογραφίας δεν εξαρτάται πάντοτε από την δικήν μας θέλησιν και προσπάθειαν, η ακρίβεια των δημοσιευομένων, αποτελεί αντιθέτως, ιδικήν μας και μόνον ιδικήν μς υποχρέωσιν και ευθύνην. Δια τον λόγον αυτόν η περιγαφή των λημμάτων εγένετο, κατά κανόνα, εξ αυτοψίας. Τα ολίγα δε εξ αυτών των οποίων κατέστη δυνατή η εξ αυτοψίας περιγραφή, διαρκίνονται των άλλων εκ του αστερίσκου (*) όστις προηγείται του σχετικού λήμματος» (σελίδα κε’ του πρώτου τόμου).

Ο πρώτος τόμος εκδόθηκε το 1965 στην Αθήνα. Ενας δεύτερος τόμος εκδόθηκε αργότερα, ενώ μέχρι σήμερα παραμένει ανέκδοτος ο τρίτος τόμος. Οπως αναφέρει ο συγγραφέας στην σελίδα κε’ του πρώτου τόμου:

«Ολόκληρον το περισυλλεγέν υλικόν αποτελούμενον από δέκα, περίπου, χιλιάδας λήμματα γραμμένα εις 18 γλώσσας εκτός της Ελληνικής, απεφασίσθη, δια να είναι πλέον εύχρηστον, να εκδοθεί εις τρεις αυτοτελείς τόμους».

Το δεύτερο μεγάλο βιβλιογραφικό έργο του ΝΓΜ είναι η ίδρυση και λειτουργία της Βιβλιογραφικής Εταιρείας της Ελλάδας. Με το πάθος και την επιμονή του η Βιβλιογραφική Εταιρία της Ελλάδος εξέδωσε την Ελληνική Βιβλιογραία για μερικά χρόνια.
Στον πρόλογο της Ελληνικής Βιβλιογραφίας 1976,. που εκδόθηεκ το 1977, ο ΝΓΜ γράφει:
«Εδώ, θα θέλαμε μόνο να τονίσωμε και πάλι, την ανάγκη να τηρείται, ο ατυχώς μη τηρούμενος νόμος για την υποχρεωτική κατάθεση στην Εθνική Βιβλιοθήκη όλων των εκτυπουμένων εντύπωση στη χώρα μας... Μια είναι, εν τούτοις, η σωτήρια, η μοναδική λύση για να έχουμε πλήρη Γενική Βιβλιογραφία στον τόπο μας; να προχωρήσει η Πολίτεια στη δημοσίευση του νέου νόμου “Depot Legal”.

Αυτός ο νόμος ψηφίστηκε τελικά το 20013. Σύμφωνα με αυτόν (Ν.3149/2003) τα υλικά που κατατίθεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη είναι κάθε αντικείμενο που δημιουργείται για να αποθηκεύσει ή να μεταφέρεθ, με οποιοδήποτε μέσο, πληροφορέις σε χειρόγραφο, έντυπη, γραφική, ψηφιακή, οπτική, ακουστική ή οποιαδήπτοε άλλη δυνατή μορφή.

Στο τέλος του Πρόλογου του 1976, ο ΝΓΜ αναφέρεται και στην μητέρα μου:
«Στην υπεύθυνη της συντάξεως, φιλόλογο κύριο Παναγιώτα Μοροπούλου, ξεχωριστός εκφράζουμε ευχαριστίες. Γιατί με δική της πρωτοβουλία, ανέλαβε να διευρύνει τις έρευνες και αναζητήσεις που πιο πάνω αναφέραμε, παρ’ όλους τους κόπους - σωματικούς και πνευματικούς - που μια τέτοια προσπάθεια προϋποθέτει. Εργάσθηκε επικεφαλής του συνεργείου μας και επέτυχε τελικά μια πληρότητα που υπερβαίνει κάθε προηγούμενη αλλά και με ακρίβεια πάντα, και με ιδιαίτερη επιμέλεια στη σύνταξη και εμφάνιση του τόμου τούτου».

Ο πρόλογος του ΝΓΜ έχει ημερομηνία “Οκτώβριος 1977”. Τον Απρίλιο 1977 πέθανε ο πατέρας μου.).
Η τελευταία χρονιά που επιμελήθηκε ο ΝΓΜ ήταν το 1977. Η εκδόση καθυστέρησε δύο χρόνια.
Ενα τεράστιο έργο βιβλιογραφίας του ΝΓΜ δεν έχει εκδοθεί ακόμη και ίσως δεν εκδοθεί ποτέ.

Είναι η Ελληνική Βιβλιογραφία 1864-1897.
(Σημείωση δική μου; Ο ΝΓΜ άφησε την τελευταία του πνοή το 1978).
Ενα άλλο δείγμα βιβλιογραφικής τεχνικής του ΝΓΜ παρουσιάζεται στο τεύχος 47 του “Ερανιστή” με τίτλο “Βιβλβία ουδέποτε εκδοθέντα”, Αθήνα 1970.
Το ακόλουθο απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό:

«Οπως έγινε γνωστόν, δενε ίναι σπάνιαι οι περιπτώσεις των αναδρομικών, ιδίως, βιβλιογραφιών εις τας οποίας έχουν παρεισφρύσει τίτλοι “βιβλίων” τα οποία όμως εις την πραγματικότητα ουδέποτε εξεδόθηκαν.
Τα βιβλία αυτά δια τα οποία, καθ’ όσον γνωρίζω, δεν έχομεν ημείς ειδικόν όρον, ονομάζουν οι γάλλοι Editions supposees, οι αγγλοσάξωνες Biblbiographical ghosts και οι γερμανοί vermutete Ausgade.

Ο πλέον συνήθης (λόγος για την παρουσία “ανύπαρκτων βιβλίων”) οφείλεται εις την τυχόν υπάρχουσαν διαφοράν χρονολογίας μεταξύ της σελίδας τίτλου (εσωφύλλου) και του εξωφύλλου. Η διαφορά αυτή μπορεί να είναι ενός έτους ή και περισσότερων ετών...
Εις την δημιουργίαν ανύπαρκτων εκδόσεων συμβάλλει επίσης η ύπαρξις εις ένα βιβλίον δύο τίτλων, ενός ελληνικού και ενός ξενόγλωσσου...

Ανάλογα προβλήματα δημιουργούνται επίσης όταν πρόκειται περί αχρονολογήτων βιβλίων.
Ούτως, επί παραδείγματι, έχομεν εις την βιβλιογραφίαν των Γκίνη-Μέξα τα εξής δύο λήμματα που αφορούν το ίδιον βιβλίον.

«5384, - Διάλογος μεταξύ Ιωάννου και Δημητρίου. Μέρος πρώτην (sic). Ο Σολωμός και οι υποψήφιοι του. Εις 8ον, σελ. 43. Ανευ έτους, αλλά πιθανώς το 1851. Φ.Μ. (ιχαλόπουλος).
«6886 - Διάλογος μεταξύ ιωάννου και Δημητρίου. Μέρος πρώτην (sic). Ο Σολωμός και οι υποψήφιοι του. Εις 8ον, σελ. 43. Ανευ τοπου και έτους, αλλά πιθανώτατα εν Ζακύνθω τω 1856. ΑΟΒ.Κ. Ι/ΙΙ)»

Οδός Νεοφύτου Βόμβα 3
Από τις ζωηρώτερες αναμνήσεις μου αοφορύν τις επισκέψεις στοσ πίτι του ΝΓΜ στο Κολωνάκι, οδός Νεοφύτου Βόμβα 3, στη δεκαετία του 1960.
Φθάναμε με την μητέρα μου στο σπίτι (και γραφείο) του ΝΓΜ γύρω στις 5 το απόγευμα.
Ηταν ένα ευρύχωρο μεγάλο διαμέρισμα στον δεύτερο όροφο. Δεν υπήρχε γυμνός τοίχος, παρά μόνον στην κουζίνα και την τουαλέτα.

Ολοι οι άλλοι τοίχοι ήταν καλυμμένοι από βιβλιοθήκες που στενάζανε κάτω από τα βάρη των βιβλίων που κρατούσαν.

Το πρελούδιο της συνάντησης ήτανε μια συζήτηση ανάμεσα στον ΝΓΜ και την μητέρα μου, συνήθως με θέαμ το πάθος του, τη βιβλιογραφία, αλλά και τη λαογραφία.
Σύντομο πρελούδιο όμως, για να προλάβουμε το θέατρο: Ιψεν, Στρινμπεργκ, Ντυρενματ.
Δεν θυμάμαι καλά. Πάντα απογευματινή παράσταση, που τελείωνε λίγο μετά τις 8.
Και μετά το θέατρο με τα πόδια πηγαίναμε στο Εστιατόριο ΚΟΡΦΟΥ, στην οδό Κριεζώτου, που δεν υπάρχει πια.

(Σημειώνω ότι το εστιατόριο έκλεισε περί το 1975. Το κτήριο κατεδαφίστηκε και έγινε πάρκινγκ αυτοκινήτων).
Το τυπικό γεύμα είχε βραστά κολοκυθάκια (στην εποχή τους), φέτα σφυρίδα κα κρεμ καραμελέ για επιδόρπιο.

Οι σερβιτόροι με τα κολλαριστά σακκάκια και την μαύρη γραβάτα εκινούντο ως σε χορογραφία. Παλαιά σχολή, άλλα ήθη εκείνη την εποχή.
Το ηεύμα ήταν και το πιο ζωντανό για μένα κομμάτι, αφού είχα την ευκαιρία να μιλήσω με τον νονό, κι ατυός είχε την καλή διάθεση να με ακούσει και να συζητήσει μαζί μου.

Δεν τον άκουσα ποτέ να μιλάει αρνητικά ή άσχημα για άνθρωπο.  Ηταν εξαιρετικά ευγενή και εσωστρεφής άνθρωπος.
Μου έδινε την εντύπωση ότισ το μυαλό του κλωθογυρίζανε πολλές σκέψεις όλη την ώρα.
Μόνο στο ΚΟΡΦΟΥ έδειχνε χαλαρός και γελαστός.

Πάρνηθα
Ο ΝΓΜ για το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του ήτανε ένας άνθρωπος της μεγα΄λης πόλης, του αστικού κέντρου.
Ο Κώστας Αγαπητίδης, στην ομιλία που αφιέρωσε στο ΝΓΜ το 1982 αναφέρει χαρακτηριστικά;

«Οταν ήταν βουλευτής (1951-1952), μου έλεγε πως το ξενοδοχείο της “Μεγάλης Βρεττανίας”,. όπου έμενε τότε, ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να υπάρχει γι’ αυτόν ως διαμονή. Οποιαδήποτε στιγμή, βγαίνοντας έξω, του ήταν πολύ εύκολο να πέι στη Βουλή ή στην Πλατεία Συντάγματος, στη Βιβλβιοθήκη της Βουλής για τα παλιά ή το βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκη για σύγχρονα βιβλία. Μέσα σ’ αυτή την περιορισμένη έκταση μπορούσε να ζήσει, να εντρυφήσει, να δράσει, να συγγράψει, να ψυχαγωγηθεί».
Και δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για τα καλά επέλεξε το Κολωνάκι για τόπο διαμονής του.

Προς το τέλος της ζωής του όμως ο άνθρωπος του αστικού κέντρου παρουσιάζει μια ‘στροφή”.
Δεν γνωρίζω τα αίτια, και δεν έχουν ίσως καμία σημασία.
Ισως η επιδείνωση της υγείας του, του επέβαλε τον αγέρα της εξοχής.

Το γεγονός είναι ότι ο ΝΓΜ άρχισε να επισκέπτεται συχνά την Πάρνηθα, όπου λειτουργούσαν τα ξενοδοχεία “Ξενία” και “Μον Παρνές”.

Εμενε εκεί αρκετές εβδομάδες τους θερινούς μήνες.
Εκεί ήτανε και η τελευταία φορά που τον είδα, το καλοκαίρι του 1978.
Τον επισκέφθηκα με την μητέρα μου στην Πάρνηθα, λίγο πριν αναχωρήσω για την Αμερική όπου θα σπούδαζα.

Ητανε εμφανώς καταβεβλημένος και αδύνατος. Μιλήσαμε ελάχιστα.
Με φίλησε και μου ευχήθηκε επιτυχία.
Ο ΝΓΜ απεβίωσε στις 3 Νοεμβρίου του 1978.

Επίλογος
Η Δωδεκανησιακή βιβλιογραφία είναι αφειρωμένη από τον ΝΓΜ ως εξής:
«Στα Παιδιά μου. Για να γνωρίσουν καλύτερα την πατρίδα τους και να την αγαπήσουν ακόμη περισσότερο»