Του
Βασίλη Σ. Κανέλλη
από την Ημερήσια
«Γιώργαινα, ρίξε τ' άρματα, δεν είναι εδώ το Σούλι. Εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων. Το Σούλι κι αν προσκύνησε, κι αν τούρκεψεν η Κιάφα, η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάνει».
Το δημοτικό αυτό τραγούδι χρονολογείται από το 1803 και η αναφορά σε εκείνους βέβαια τους Λιάπηδες γίνεται με περιφρόνηση. Οι Σουλιώτες μπορεί να προσκύνησαν τους Τούρκους αλλά Λιάπη αφέντη δε δέχονται με τίποτε.
Σύμφωνα με κάποιες ιστορικές αναλύσεις, οι Λιάπηδες ή Λιάπιδες ήταν αλβανική φυλή που κατοικούσε στην άλλοτε Λιαπουριά. Τον 14ο-15ο αιώνα κατέβηκαν στον κυρίως ελλαδικό χώρο «συν γυναιξί και τέκνοις και κτήνεσι» και εγκαταστάθηκαν στις περιοχές Αττικοβοιωτίας, Εύβοιας, στην Πελοπόννησο, στις Σπέτσες και την Υδρα.
Θεωρούνταν παρακατιανοί και σίγουρα κατώτεροι από άλλες αλβανικές φυλές όπως οι Τσάμηδες. Γι' αυτό και η Δέσπω του δημώδους τραγουδιού δε θέλει με τίποτε να γίνει σκλάβα ενός Λιάπη, όπως ήταν ο Αλί Πασάς. Πού να ήξερε, όμως, ότι επί χρόνια ο ελληνικός λαός είναι σκλάβος του Μιχ. Λιάπη, ο οποίος επέκτεινε την κυριαρχία της φυλής μέχρι την Κουάλα Λουμπούρ. Πού να περίμεναν οι Λιάπηδες του 14ου αιώνα ότι εν έτει 2014 θα αντικαθιστούσαν τα «κτήνεσι» που έφεραν μαζί τους, με... Τουαρέγκ. Μεγάλη διαδρομή κι ακόμη μεγαλύτερη πρόοδος.
Οι σύγχρονοι Λιάπηδες, όπως αποδεικνύεται, δεν είναι καθόλου παρακατιανοί, αντιθέτως, έχουν κυριαρχήσει στην ελληνική πολιτική σκηνή. Διότι δεν είναι μόνον ο, για τους φίλους, Michel de Liapis που με τα καμώματά του προκαλεί τον ελληνικό λαό. Λιάπηδες υπάρχουν παντού, σε όλα τα κόμματα, σε όλους τους χώρους, κι απορώ πώς πέσαμε για άλλη μια φορά από τα σύννεφα με τις πλαστές πινακίδες. Δεν ήταν παρά ένα ακόμη επεισόδιο στο σίριαλ «Ελληνες πολιτικοί».
Μια... πλαστή πινακίδα δεν είναι ο Β. Πολύδωρας που ψήφισε όλα τα μνημόνια, διόρισε σε μια μέρα την κόρη του, έδωσε εκλογικό επίδομα 1.000 ευρώ σε όλους τους υπαλλήλους της Βουλής, σε μια περίοδο που δεν υπήρχαν εκλογές; Μια πλαστή πινακίδα δεν είναι οι βουλευτές που ακόμη και σήμερα φορολογούνται για τα μισά, ίσως και λιγότερα, από τα πραγματικά τους εισοδήματα;
Μια πλαστή πινακίδα δεν είναι οι συνδικαλιστές - εργατοπατέρες με τους φουσκωμένους λογαριασμούς; Ή τα μεσαία και μικρότερα στελέχη της κρατικής μηχανής τα οποία, ακόμη και τώρα που η χώρα έχει βουλιάξει, κάνουν ύποπτες «μπίζνες» με το όποιο δημόσιο χρήμα έχει μείνει, κυρίως το ΕΣΠΑ δηλαδή; Μια πλαστή πινακίδα δεν είναι όσοι βάζουν εν κρυπτώ φωτογραφικές διατάξεις σε άσχετα νομοσχέδια;
Τέλος, μια πλαστή πινακίδα δεν είναι το θέατρο σκιών που παίζεται στη Βουλή, κι έξω από αυτήν; Που οι πολιτικοί μας αναλώνονται στο να συγκρούονται μεταξύ τους αντί να καθίσουν σε ένα κοινό τραπέζι και να οργανώσουν ένα σχέδιο εξόδου από την κρίση. Να βρουν μια μίνιμουμ εθνική συνεννόηση και να συγκροτήσουν ένα πλάνο σωτηρίας της Ελλάδας.
Επομένως, ας μην εκπλησσόμαστε από τον κ. Λιάπη και τις πλαστές πινακίδες με αριθμό ΙΖΑ-4000. Μάλλον έκπληξη θα έπρεπε να μας προκαλεί αν κάποιος έθετε σε εφαρμογή τον νόμο 4000 του θείου του κ. Λιάπη. Είναι ο νόμος του Κ. Καραμανλή κατά των «τεντιμπόηδων». Λίγο... όψιμος τεντιμπόης ο κ. Λιάπης, αλλά σίγουρα θα ήταν μια καλή τιμωρία, έστω και ακραία. Και θα ικανοποιούσε το περί δικαίου αίσθημα αν έβγαινε κουρεμένος με την ψιλή στον δρόμο με μια πινακίδα να γράφει: «Αμάρτησα για την Κουάλα Λουμπούρ».