Οταν οι καραμέλες ήταν δέλεαρ και ο γάιδαρος ένοχος για σαμποτάζ!
Κυριακή Πετρίδου
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1957 ΦΟΡΕΣ
Τα δύσκολα χρόνια στη Σάλακο από τον κ. Μιχάλη Φιλίππου
Συνέντευξη στην
Κυριακή Πετρίδου
Οι λέξεις ξεπηδούν σαν να είναι βγαλμένες από κινηματογραφική αφήγηση και τα συναισθήματα ζωγραφίζονται στο πρόσωπο καθώς ξυπνούν οι μνήμες. Μια άλλη εποχή, τόσο μακρινή μα και τόσο κοντινή συνάμα: Η περίοδος της Ιταλοκρατίας, οι Γερμανοί, οι ʼγγλοι και μετά η Ένωση με τη Μητέρα Ελλάδα!
Συμπολίτες μας που έζησαν όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια που για τους νεώτερους είναι απλά βγαλμένα από την ιστορία που μαθαίνουν (;) στο σχολείο. Ακόμα ένα κεφάλαιο, έστω και αν οφείλουν να το γνωρίζουν καλύτερα γιατί είναι η ιστορία του τόπου τους. Για εκείνους, όμως, που τα έζησαν, που ήταν παιδιά, δέκα-δώδεκα χρονών και αργότερα έφηβοι και νεαροί άνδρες και γυναίκες, παραμένουν βαθιά χαραγμένα μέσα τους και τα περνούν στις επόμενες γενιές, σε όλους εμάς.
Πώς μπορούμε, όμως, σήμερα να διανοηθούμε ότι σε ένα χωριό της Ρόδου, τη Σάλακο στην προκειμένη, οι Ιταλοί έφερναν μια μεγάλη γυάλα από καραμέλες και ανάγκαζαν το δάσκαλο να τη βάζει στην έδρα ως δέλεαρ για να γραφτούν τα παιδιά πρόσκοποι Ιταλοί; Και, όμως, εκείνα τα χρόνια, σε εκείνα τα χωριά, με τα περισσότερα παιδιά ίσα που να έχουν τα βασικά, κανένα δεν πήγε να πάρει καραμέλα. Κι ας μην είχε ξαναδεί
Ή το «κρυφό σχολειό» στον τόπο μας που δεν ήταν άλλο από το κατηχητικό που έκανε ο παπάς του χωριού, με τον πίνακα πίσω από την πόρτα, που δεν είδε ποτέ ο καραμπινιέρος
Ή το άλλο, που αυτό μοιάζει βγαλμένο από ανάλαφρη ελληνική ταινία αλλά, βέβαια, δεν ήταν και τόσο ανάλαφρο όταν ο γερμανός ταγματάρχης απειλούσε να εκτελέσει δέκα άνδρες στην πλατεία του χωριού επειδή κάποιος έκοψε το τηλεφωνικό καλώδιο. Αλλά, τελικά, ο ένοχος ήταν ο γάιδαρος! Και, έτσι, το χωριό δεν ντύθηκε στα μαύρα
Και έπειτα, το 47-48, ο πρωτόγνωρος ενθουσιασμός, η Ένωση με την πατρίδα, η ανείπωτη χαρά, τα πανηγύρια, το τριήμερο γλέντι που στήθηκε στη Σάλακο και οι «αραμπάδες» που έφευγαν κομβόι για την πόλη, το λιμάνι του Μανδρακιού, και οι άνθρωποι που κρέμονταν σαν σταφύλια από τη Νομαρχία και το Εθνικό Θέατρο .
Για όλα αυτά που έζησε μας μιλάει ο κ. Μιχάλης Φιλίππου από τη Σάλακο. Γεννηθείς το 1930, έχει αρκετά να θυμάται από εκείνη την περίοδο ενώ η Ενσωμάτωση ήρθε μόλις ενηλικιωνόταν. Γιος παπά και δημόσιος υπάλληλος με την απελευθέρωση, φρεσκάρει τις μνήμες του. Και αν στην αρχή φοβόταν ότι δεν θυμάται και πολλά, τελικά η βουτιά στις αναμνήσεις έβγαλε το ένα περιστατικό μετά το άλλο και η αφήγηση κύλησε σαν νεράκι, ένα ρυάκι που μας συνεπήρε πίσω στα χρόνια εκείνα. Γιατί μερικά πράγματα δεν ξεχνιούνται όσο καιρός και αν περάσει
Η παρακάτω είναι η ιστορία που μας είπε:
-Τι θυμάστε από τη ζωή σας εκείνα τα χρόνια;
«Εμείς πηγαίναμε στο σχολείο, μικρά παιδιά, στο δημοτικό στη Σάλακο. Ξεκινήσαμε Α τάξη στα ελληνικά. Το 1937 πρωτοπήγα σχολείο, Α δημοτικού. Κάναμε την Α δημοτικού ελληνικά-εκείνη την εποχή ήταν, βέβαια, οι Ιταλοί, είχαμε δύο ώρες την εβδομάδα Ιταλικά και τα υπόλοιπα Ελληνικά.
Το 37-38 πήγα στη Β τάξη, το 38-39, όταν κλείσαν τα σχολεία της Β τάξης, την επόμενη χρονιά, αντί να πάμε τρίτη, πήγαμε πάλι δευτέρα διότι αλλάξαν τα προγράμματα. Τα ελληνικά τα κατάργησαν οι Ιταλοί».
-Οπότε πήγατε δύο φορές στη Β δημοτικού, μία στα ελληνικά και μία στα ιταλικά
«Ναι. Δύο χρονιές στην ίδια τάξη. Μάλιστα, μας είχαν ανακοινώσει τότε οι δάσκαλοι ότι δεν επιτρέπεται να μιλάμε ελληνικά πια στο σχολείο μέσα, και στην αυλή, στα διαλείμματα. Μόνο ιταλικά. Μα αφού δεν ξέραμε να μιλήσουμε ιταλικά, πώς να μιλάμε ιταλικά; Τέλος πάντων, εκείνο που μου κανε τότε εντύπωση, σαν μικρό παιδάκι, ο δάσκαλος μετά από, δεν θυμάμαι πόσο καιρό, που αρχίσαν στα σχολεία τα ιταλικά, έφερνε πάνω στην έδρα του κάνα δυο κιλά καραμέλες και τα έβαζε εκεί πάνω γιατί μας προέτρεπαν να γραφτούμε πρόσκοποι Ιταλοί!
Και κανένα παιδάκι δεν ήθελε να γραφτεί και έβαζε αυτός τις καραμέλες πάνω στο τραπέζι και έλεγε όποιος γραφτεί πρόσκοπος, είναι δικές του όλες οι καραμέλες. Εκείνη την εποχή καταλαβαίνεις-ακόμα δεν ήταν η πείνα βέβαια-αλλά ήμασταν όλοι πάμφτωχοι, τα πιο πολλά παιδιά δεν ξέραν τι είναι καραμέλα καλά-καλά. Και, παρ όλα αυτά, κανένα παιδί δεν ήθελε να γραφτεί
-Κανένα παιδί δεν πήγε να πάρει καραμέλα; Τις έβλεπε μπροστά του και δεν πήγαινε;
«Κανένα παιδί Κάθε μέρα έβαζε (σ.σ. ο δάσκαλος) τις καραμέλες και το λεγε όποιος γραφτεί πρόσκοπος θα πάρει τις καραμέλες όλες. Πολύ καιρό, δεν θυμάμαι πόσο πάντως, τις είχε έτσι και δεν θέλησε κανένα παιδί να γραφτεί»!
Ο κ. Φιλίππου έμεινε στο σχολείο της Σαλάκου μέχρι την Δ δημοτικού και μετά έφυγε για την Αρνίθα με τον πατέρα του καθώς δεν είχε άλλες τάξεις στο χωριό. Και συνεχίζει:
«Όταν ήμασταν στην Αρνίθα άρχισε ο πόλεμος, και άκουγα τους μεγάλους που λέγανε: Κηρύχτηκε πόλεμος, η Ιταλία κήρυξε πόλεμο στην Ελλάδα!
Νέα, βέβαια, δεν μπορούσαμε να έχουμε, ούτε ραδιόφωνα υπήρχαν, ούτε ασύρματοι ούτε τίποτε. Ποιος ξέρει πως έπαιρναν πληροφορίες Από κάποια παλιά ραδιόφωνα που θα είχε κάποιος έπαιρναν μερικές πληροφορίες και άκουγαν ότι οι Έλληνες προχωρούσαν και εμείς χαιρόμασταν γι αυτό το θέμα αλλά εκεί οι Ιταλοί είχαν αρχίσει την τρομοκρατία πια. Από τον καιρό που ήμασταν στο σχολείο άρχισαν την τρομοκρατία. Πήγαιναν και στα σπίτια, μάλιστα, και καναν έρευνες για διάφορα.
Το 40-41 γυρίσαμε πάλι πίσω στη Σάλακο και όταν τελείωσε πια ο πόλεμος, το 1943, ένα γεγονός που θυμάμαι είναι ότι η μάνα μου πήγε και ξήλωσε το στρώμα και έβγαλε μια ελληνική σημαία από μέσα που την είχε ράψει μόνη της, λωρίδα-λωρίδα, και την είχε ραμμένη στο στρώμα για χρόνια. Δεν ήξερε κανένας ότι θα ενωθούμε με την Ελλάδα, δεν είχε ενωθεί ποτέ η Ρόδος με την Ελλάδα και ούτε ξέραμε ότι θα ενωθούμε με την Ελλάδα και αυτή τη φύλαγε τη σημαία».
Το «κρυφό σχολειό»
« Στον πόλεμο μέσα, στη μεγάλη τρομοκρατία πριν το 43, κατά το 41 που είχαμε γυρίσει στη Σάλακο, ο πατέρας μου ήθελε να με μάθει ελληνικά και έπιασε τον δάσκαλό μας, ο οποίος ήταν και δάσκαλος στα ιταλικά-είχε δεχθεί να διδάσκει και την ιταλική-και τον παρακάλεσε να μου μάθει ελληνικά. Αυτός αρνιόταν γιατί ήταν μεγάλη τρομοκρατία, φοβόταν. Έτσι και τον πιάνανε θα τον καταδίκαζαν ισόβια ή μπορεί και να τους εκτελούσαν εκείνη την εποχή, ήταν πολύ αυστηροί οι νόμοι των Ιταλών.
Και είπε ότι θα δεχόταν υπό ένα όρο: Να έρχεται το παιδί με τα βιβλία κάτω από το πουλόβερ του, να κρατάει ένα, καπράτσι το λέμε (σ.σ. ένα κουβαδάκι μικρό από αλουμίνιο, με χερούλι), με γάλα από την κατσίκα μας. Να παίρνω δήθεν γάλα στο σπίτι του δασκάλου για τα παιδιά του και εκείνος έδιωχνε τη γυναίκα του και τα παιδιά του από το σπίτι, δεν ήξερε κανένας, ούτε η γυναίκα του ούτε τα παιδιά του ότι έκανε μάθημα, για να μην διαρρεύσει. Και έμπαινα μέσα, έκλεινε πόρτες, παράθυρα, πατζούρια και κάναμε μάθημα με τη λάμπα.
Εν τω μεταξύ, κάποια εποχή τότε, ο Απόστολος που ήταν εδώ στη Ρόδο, κατάφερε από τους Ιταλούς να κάνουν κατηχητικά τα παιδιά στις Εκκλησίες. Αυτό ήταν το λεγόμενο κρυφό σχολιό της περιόδου εκείνης για τα μέρη μας. Εκείνο που θυμάμαι ήταν ότι κάναμε θρησκευτικά αλλά μέσα στα θρησκευτικά που διαβάζαμε, μας έκανε και ελληνικά ο πατέρας μου, μας δίδασκε και τη γλώσσα. Και είχαμε πίνακα την πόρτα της Εκκλησίας. Πίσω από την πόρτα είχαμε πίνακα και εκεί γράφαμε το μάθημα, στην πόρτα, και εν τω μεταξύ έρχονταν και έκαναν έλεγχο οι αστυνομικοί (σ.σ. καραμπινιέρι). Ερχόταν ο αστυνομικός, άνοιγε την πόρτα, έβλεπε, τι κάνετε; Θρησκευτικά, να τα βιβλία. Όταν, όμως ήταν ανοιχτή η πόρτα δεν έβλεπε τον πίνακα. Αν έκλεινε την πόρτα, καταλαβαίνεις τι θα γινότανε ».
-Και παρά το γεγονός ότι μιλάμε για παιδιά δέκα-δώδεκα-δεκαπέντε χρονών, γνωρίζατε πως να καλυφθείτε
«Να σου υπενθυμίσω όταν ο δάσκαλος έβαζε τις καραμέλες πάνω στο τραπέζι, για πολύ καιρό, και κανένα παιδί δεν γράφτηκε. Ήρθε ο Επιθεωρητής και ρώτησε γιατί τα παιδιά δεν γράφονται, δεν τους αρέσουν οι καραμέλες; Λέει (σ.σ. ο δάσκαλος): Πως, τους αρέσουν, το ξέρω ότι τους αρέσουν. Δεν μπορώ να ξέρω εγώ, δεν θέλουν, κανένα δεν θέλει. Ρώτησε μήπως τους βάζουν. Έκανε φαίνεται έρευνα γιατί δεν έπαιρναν τα παιδιά τις καραμέλες, παρ όλη την επιθυμία που είχαν. Τον τιμώρησαν νομίζω στην αρχή τον δάσκαλο ότι δεν έκανε καλά τη δουλειά του, να πείσει, δηλαδή, τα παιδιά να γραφτούν».
Όταν ήρθαν οι Γερμανοί
« Μετά από αυτό, έγινε η ανακωχή των Ιταλών με τους Γερμανούς-γιατί είχαν έρθει και οι Γερμανοί στο χωριό. Έγινε η ανακωχή της Ιταλίας με τη Γερμανία και είχαμε πολλούς Ιταλούς. Είχαμε ένα σύνταγμα, πάνω από πέντε χιλιάδες, πολύ στρατό.
Ήρθε μία διμοιρία Γερμανών και τους συνέλαβε όλους τους Ιταλούς και τους αφόπλισαν. ʼφησαν τα όπλα τους κάτω και έφυγαν και πέρασε ένα τανκς γερμανικό και τα έλιωσε τα όπλα, τα τουφέκια και όλα. Αυτά έγιναν στο χωριό, στο δρόμο που πάει από το Ροντέλι στη Νύφη (σ.σ. η κεντρική επαρχιακή οδός που διαπερνάει τη Σάλακο και οδηγεί στον Προφήτη Ηλία)».
-Μετά, πώς ήταν η ζωή;
«Μετά την ανακωχή δεν είχαμε πια την τρομοκρατία που είχαμε με τους Ιταλούς. Είχαμε άλλου είδους τρομοκρατία με τους Γερμανούς. Μας είχαν ελεύθερους και για τα σχολεία και για τα γράμματα. Οι Γερμανοί δεν επέμεναν σ αυτά αλλά είχαν το θέμα της αντίστασης οι Γερμανοί.
Ένα γεγονός που θυμάμαι τότε, επί Γερμανών πια, το 43-44: Είχαν έρθει μια διμοιρία Γερμανών στο χωριό και ήταν ένας ταγματάρχης Γερμανός, νεαρός. Εκείνη την εποχή έκαναν και αυτοί εφόδους στα σπίτια και έψαχναν για όπλα, για τέτοια πράγματα, για αντίσταση. Αυτός ο Γερμανός μιλούσε αρχαία ελληνικά με τον πατέρα μου, γιατί τον καλούσε συχνά ως τον παπά του χωριού, για να λύνουν διάφορα θέματα και μιλούσε αρχαία ελληνικά αυτός και συνεννοούνταν. Γιατί, γερμανικά κανένας δεν ήξερε.
Μια μέρα, ειδοποιεί όλο το χωριό με τον τελάλη να κατέβουν όλοι οι άνδρες στην πλατεία. Κατέβηκαν όλοι οι άνδρες στην πλατεία, κατέβηκε ο ταγματάρχης και λέει θέλω να παρουσιαστεί αυτός που έκοψε τα καλώδια!
Τα καλώδια, ποια καλώδια;, όλοι διερωτόντουσαν μετά, κανένας δεν ήξερε. Λέει κάποιος έκοψε τα καλώδια του τηλεφώνου για να μας κάνει σαμποτάζ-εκείνη την εποχή τα τηλέφωνα πήγαιναν με καλώδια, δηλαδή ξεκινούσε από την πλατεία του χωριού το καλώδιο και πήγαινε έξω από το χωριό, σε μία άλλη περιοχή, που ήταν στρατοπεδευμένοι ορισμένοι γερμανοί και είχαν το καλώδιο στρωμένο κάτω στο έδαφος.
Κάποιος έκοψε το καλώδιο αυτό και οι γερμανοί το θεώρησαν σαμποτάζ και κάλεσαν όλους τους άνδρες στην πλατεία του χωριού. Λέει: Πρέπει να παρουσιαστεί αυτός που έκοψε το καλώδιο γιατί αν δεν παρουσιαστεί θα πάρουμε δέκα άνδρες και θα τους εκτελέσουμε!
Καταλαβαίνεις ότι τρομοκρατηθήκαμε όλοι, πανικοβληθήκαμε, δεν παρουσιαζόταν κανένας. Το ξανάπε, το ξανάπε Κάποια στιγμή, βγαίνει ένας έξω και λέει εγώ το κoψα! Του λέει γιατί το έκοψες; και απαντάει: Εγώ δεν είχα κανένα σκοπό να το κόψω αλλά νομίζω ότι κόπηκε επειδή ο γάιδαρός μου περνούσε από εκεί και έμπλεξε τα πόδια του ο γάιδαρός μου και έκοψε το καλώδιο! Το ερεύνησαν φαίνεται οι Γερμανοί και τον απάλλαξαν τον άνθρωπο και διαλύθηκε η συγκέντρωση.
(Σ.Σ. Για το παραπάνω περιστατικό στην πλατεία της Σαλάκου, υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες που λένε ότι, όντως, πετάχτηκε ένας άνδρας από το χωριό για να πει τι έγινε αλλά είπε ότι η γυναίκα του δεν γνώριζε για καλώδια τηλεφώνου και το τράβηξε για ν απλώσει τα ρούχα!).
Εν τω μεταξύ, στην εποχή των γερμανών ανοίξαν τα σχολεία τα ελληνικά και πηγαίναν τα παιδιά, πήγα και εγώ αλλά την τελευταία χρονιά πια, που τελείωνε ο πόλεμος».
Τα χρόνια μέχρι την απελευθέρωση, 1945-1947
«Θυμάμαι που όταν τελείωσε ο πόλεμος και θα ρθουν οι Έλληνες λέγανε και μάθαμε ότι θα έρθουν στη Ρόδο και κατέβηκε όλος ο κόσμος από όλα τα χωριά στην πόλη. Εκείνο που θυμάμαι είναι ότι αντί να έρθουν Έλληνες ή Εγγλέζοι, ήρθαν Ινδοί! Στρατιώτες ʼγγλοι από την Ινδία και αποβιβάστηκαν στο λιμάνι του Μανδρακιού, από το καράβι τους με αποβατικά.
Και ο κόσμος από τη χαρά και τον ενθουσιασμό του, τους σήκωνε στα χέρια. Δεν πατούσαν στο έδαφος, στα χέρια τους είχαν όλους σηκωμένους, αυτό το θυμάμαι!..
Την ημέρα πια που έγινε η ενσωμάτωση, το 47-την πρώτη φορά που ήρθε κάποιος πρέπει να ήταν ο Αντιβασιλέας ο Δαμασκηνός-και τότε είχε κατέβει όλος ο κόσμος κάτω.
Τώρα μιλάμε το 1947 που έγινε η απελευθέρωση από τους ʼγγλους. Διότι οι ʼγγλοι έμειναν από το 45 μέχρι το 47, είχαν δική τους Διοίκηση εδώ, Στρατιωτική Διοίκηση και διοικούσαν. Μάλιστα, επειδή κατάργησαν τα νομίσματα που είχαμε, τα ιταλικά και τα γερμανικά που είχαν βγάλει οι Γερμανοί δικό τους νόμισμα εδώ, οι ʼγγλοι είχαν κάνει και εκείνοι δικό τους νόμισμα. Για δύο χρόνια είχαμε αγγλικές λίρες τοπικές, όχι τις επίσημες, αγγλικές λίρες της Δωδεκανήσου που δεν ίσχυαν πουθενά αλλού.
Μείναν δύο χρόνια οι ʼγγλοι και όταν έφυγαν έγινε η επίσημη Ενσωμάτωση. Το 47 παρέδωσαν οι ʼγγλοι στην Ελληνική Στρατιωτική Διοίκηση πια, γιατί ανέλαβε στρατιωτικός διοικητής Έλληνας. Η Γενική Διοίκηση Δωδεκανήσου ήταν από το 47 τον Απρίλιο μέχρι το 48 το Μάρτιο».
-Από τη μεγάλη ημέρα το 48 τι θυμάστε;
«Εμείς μέναμε στο χωριό εκείνη την εποχή. Ούτε θυμάμαι πως κατεβήκαμε .Με τα κάρα, με τα ζώα, με καρότσες (τον αραμπά, που χωρούσε έξι άτομα και όλοι φορούσαν παραδοσιακές στολές και ο κόσμος λαοθάλασσα).
Τώρα, εγώ πως βρέθηκα στο Φιλέρημο εκείνη την ημέρα, το απόγευμα, μετά τη λήξη αφού είχα κατέβει στο κέντρο της πόλης, δεν θυμάμαι. Είχαμε πάει πολύς κόσμος στο Φιλέρημο, με φορτηγά, δεν θυμάμαι γιατί
Λεπτομέρειες δεν θυμάμαι αλλά γινότανε χαμός, δεν μπορούσες να δεις τι γινότανε. Και βέβαια ήταν πανηγύρι! Ο ενθουσιασμός των ντόπιων εδώ ήταν απερίγραπτος, δεν μπορούσες να φανταστείς ότι ήρθαν Έλληνες να διοικήσουν τη Ρόδο.
Ποτέ δεν είχε ενσωματωθεί η περιοχή αυτή με την Ελλάδα. Για πρώτη φορά, λοιπόν, βλέπουμε ότι έρχονται Έλληνες να μας διοικήσουν και ήμασταν όχι απλώς κατενθουσιασμένοι, όπως θέλεις πέστο. Τα συναισθήματα ήταν πολύ δυνατά.
Δεν μπορούσαμε εμείς να είμαστε στην πρώτη γραμμή να βλέπουμε τι γίνεται, ωστόσο θυμάμαι τον κόσμο κρεμασμένο από τα κτίρια».
-Αμέσως μετά τι θυμάστε πιο έντονα να αλλάζει στην καθημερινή ζωή σας;
«Από την εποχή των ʼγγλων άλλαξε πολύ η ζωή και μετά την απελευθέρωση πια που έφυγαν και οι ʼγγλοι και είχε στρατιωτική διοίκηση στην αρχή, σιγά-σιγά διαφοροποιούνταν η ζωή. Εκείνο που μας ικανοποιούσε πολύ ήταν ότι την εποχή των Ιταλών πηγαίναμε στις δημόσιες υπηρεσίες και μιλούσαμε με Ιταλούς, είχε και Έλληνες που δούλευαν εκεί αλλά έπρεπε να κάνεις μια αίτηση στα ιταλικά, να διαβάσεις έγγραφα στα ιταλικά, να κάνεις όλες τις δουλειές στα ιταλικά και ήταν ο καημός μας να μπούμε σε ένα γραφείο και να μιλάμε Ελληνικά!
Ε, αυτό μας ικανοποιούσε πολύ μετά που μπαίναμε στις υπηρεσίες και μιλούσαμε ελληνικά και γράφαμε ελληνικά. Εκείνη την εποχή λοιπόν, πριν να γίνει η επίσημη Ενσωμάτωση το 48, είχα διοριστεί εγώ πια, το Γενάρη, στο δημόσιο και έγινε η τελετή της Ενσωμάτωσης στις 7 Μαρτίου, τα γραφεία μας ήταν στο ισόγειο της Νομαρχίας και έγινε η μεγάλη γιορτή αλλά ήταν πια στρωμένη η ζωή από το 45.
Νιώσαμε πως ήταν η ελευθερία διότι η σκλαβιά, η καταπίεση, η τρομοκρατία που νιώσαμε μέχρι τότε ήταν άλλο πράγμα. Όταν ήρθαν πια οι Έλληνες και νιώσαμε ελεύθεροι ήταν πια άλλη η νοοτροπία που είχαμε μετά ».
Ο χάρτης και τα έγγραφα: Όταν η Τουρκία συμφωνούσε ότι δεν είχε αξιώσεις στα Δωδεκάνησα
Επιστήμονες ανακάλυψαν νέο είδος εντόμου σε σπηλιά στο Καστελλόριζο
Ο βομβαρδιστής από την Σύμη….
Νικόλας Πασπάλης – Φτωχόπαιδο από το Καστελόριζο ξενιτεύτηκε στην Αυστραλία για να βρει την τύχη του και έγινε ο πλουσιότερος καλλιεργητής μαργαριταριών στον κόσμο (pics+vid)
Η περιοδεία της Παναγίας της Σκιαδενής τη Σαρακοστή και τη Λαμπροβδομάδα: Θαυματουργές ιάσεις – πετρωμένα καράβια
Μ. Κολεζάκης: Η σημασία της 31ης Μαρτίου 1947 μέσα από τον τύπο της εποχής
Ν. Στ. Μανούσης: Η ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων και η στιγμή της συλλογικής λύτρωσης
Al Bowlly: Ο Έλληνας από τη Ρόδο που έγινε ο πρώτος «ποπ σταρ» στον κόσμο