Ορέστης Παυλίδης: Η «θρυλική» ιστορία ενός γεννημένου αρχηγού

Πληθωρικός τύπος, έξω καρδιά και η ψυχή της παρέας, όπως επιβεβαιώνουν οι φίλοι και οι γνωστοί του, πολυτάλαντος, πολυσύνθετος και «πολυταξιδεμένος» σε σπάνιες εμπειρίες, όπως μαρτυρά το βαρύ βιογραφικό του, γεμάτος κατανόηση και συνάμα αυστηρός  μέχρι…τελικής πτώσεως, καλοσυνάτος και φωνακλάς μαζί, διαλλακτικός αλλά και απόλυτα ασυμβίβαστος, όταν πρόκειται για τις αρχές του, σε κάνει να αναρωτιέσαι ώρες ώρες πόση απλότητα μπορεί να κρύβει ο δυναμισμός και πόσο δυναμισμό η απλότητα. Πολλοί τον αγάπησαν, πολλοί τον είχαν «στην μπούκα», όταν διαπίστωσαν πως είναι αδύνατον να σπάσουν το «σκληρό καρύδι», πολλοί τον έτρεμαν, άλλοι πάλι…αγαπούσαν να τον τρέμουν. Αυτή είναι ενίοτε η μοίρα των ανθρώπων που είναι γεννημένοι αρχηγοί και τέτοιος ήταν ο Ορέστης Παυλίδης από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Στις αλάνες στη γειτονιά του Αγίου Νικολάου, όταν άρχισε να κλωτσάει το τόπι πιτσιρικάς τη δεκαετία του 50’, αργότερα στο Ροδιακό, όπου έβγαλε το πρώτο δελτίο του με…ψιλοκομπίνα, καθώς ήταν πολύ μικρός για να έχει το δικαίωμα να παίξει στο ανδρικό πρωτάθλημα, μετά στον Ολυμπιακό Πειραιώς, με τον οποίο έκανε λαμπρή σταδιοδρομία όντας βασικό μέλος της «θρυλικής» ομάδας του Μπούκοβι και στα χρόνια που ακολούθησαν στο χώρο της διαιτησίας. Ως εν ενεργεία διαιτητής αναρριχήθηκε ταχύτατα στην τότε Α’ Εθνική, είδε κι έζησε πολλά, κατάφερε να λάβει συγχαρητήριο τηλεγράφημα από τον τότε πρόεδρο της ΠΑΕ Παναθηναϊκός Γιώργο Βαρδινογιάννη για παιχνίδι που το «τριφύλλι» έχασε πρωτάθλημα, δεν  δίστασε να τσακωθεί άγρια στη Νέα Φιλαδέλφεια με τον τότε πρόεδρο της ΠΑΕ ΑΕΚ Στράτο Γιδόπουλο, να κυνηγάει τα «καυτά» για να επιβάλλεται, να κάνει την κόκκινη κάρτα…απόλαυση ακόμα και για τον παραβάτη, να χαστουκίσει ποδοσφαιριστή, όπως και να κρεμάσει το σφυρίχτρα του, όταν κατάλαβε πως «του την είχαν στημένη».  Ιστορία έγραψε ο Ορέστης Παυλίδης και ως αρχιδιαιτητής και πρόεδρος του Συνδέσμου Διαιτητών. Επί των ημερών του άλλαξαν πολλά, το «καρότο» και το «μαστίγιο» έβγαλε «φουρνιές» εξαιρετικών διαιτητών και «έδωσε» ουκ ολίγες σπαρταριστές ιστορίες.
Ο παρακάτω είναι ο «δρόμος του Ορέστη». Απολαύστε τον. 

 


Πώς «κολλήσατε» το μικρόβιο του ποδοσφαίρου; Μεγαλώσατε τη γειτονιά του Αγίου Νικολάου, πώς ήταν εκείνα τα χρόνια;
«Η οικογένειά μου ήταν αθλητική οικογένεια. Ο πατέρας μου έπαιζε ποδόσφαιρο μπακ αριστερό, επί Ιταλών. Μετά πήγε στο Διαγόρα, έπαιξε στον Ιάλυσο, η αδελφή μου ήταν αθλήτρια στο γυμνάσιο, ο αδελφός μου το ίδιο, εγώ το ίδιο.  Ξεκίνησα από την ΑΕΠ. Θυμάμαι ότι 14 χρονών υπέγραψα δελτίο, με… ψεύτικη ημερομηνία τότε, γιατί έπρεπε να είμαι 16. Έπαιζα αρχικά στη δεύτερη ομάδα της ΑΕΠ, μετά 15-16 χρονών έπαιξα με την πρώτη ομάδα, την τότε καλή ομάδα της ΑΕΠ. Ήταν το 59’-60’».

Θυμάστε παίκτες της εποχής εκείνης; Παίκτες που ξεχώριζαν;
«Ήταν ο συγχωρεμένος ο Σέντης, τα ξαδέρφια μου οι Χατζησταυρίδηδες, ο Γιώργος Μερκουρίου, ο αδερφός μου ο Γιάννης, ο Παπακαλοδούκας, όλοι τους πολύ μεγάλοι παίκτες. Ο Σάββας Ζούνης έπαιζε τότε, ήταν πάρα πολύ καλός παίκτης. Είχε πάει με μεταγραφή στον Ολυμπιακό, δεν έπαιξε εκεί και πήγε στον Εθνικό. Ήταν και ποδοσφαιριστές που έφυγαν στο εξωτερικό, όπως για παράδειγμα ο Θοδωρής Ανδρουλάκης. Μεγάλοι παίκτες όλοι τους και πολλοί ακόμα.» 

Κωνσταντινούπολη, 1963 και οι πανηγυρισμοί για την κατάκτηση του Βαλκανικού Κυπέλλου έχουν μόλις αρχίσει. Ο Ορέστης Παυλίδης διακρίνεται στη μέση, έχοντας “ματώσει”, όπως είναι φανερό, τη φανέλα περισσότερο από τον καθένα. Μαζί του διακρίνονται οι Βασιλείου, Στεφανάκος, Πολυχρονίου, ο αείμνηστος Γρηγοριάδης και άλλοι άσσοι του Ολυμπιακού της εποχήςΚωνσταντινούπολη, 1963 και οι πανηγυρισμοί για την κατάκτηση του Βαλκανικού Κυπέλλου έχουν μόλις αρχίσει. Ο Ορέστης Παυλίδης διακρίνεται στη μέση, έχοντας “ματώσει”, όπως είναι φανερό, τη φανέλα περισσότερο από τον καθένα. Μαζί του διακρίνονται οι Βασιλείου, Στεφανάκος, Πολυχρονίου, ο αείμνηστος Γρηγοριάδης και άλλοι άσσοι του Ολυμπιακού της εποχής


Θυμάστε τα πρώτα ποδοσφαιρικά βήματά σας; Τη διαδρομή σας; 
«Ήμουν πιτσιρικάς, αλλά όλη μέρα έπαιζα ποδόσφαιρο στις αλάνες. Χωριζόμασταν σε δύο ομάδες και ήμουν πάντα αρχηγός της μίας.  Στην ΑΕΠ ξεκίνησα ως επιθετικός. Μετά κάναμε τη συγχώνευση με το Ροδιακό, ήμουν τότε 17-18 χρονών. Εν των μεταξύ βγήκαμε πρωταθλητές, παίζαμε στη Β ‘ Εθνική για να ανέβουμε. Δώσαμε πολλά παιχνίδια.  Εγώ ήμουν τότε αναντικατάστατος στην επίθεση και κάποιοι με είδαν και με κάλεσαν στην Εθνική Νέων, με την οποία πήγαμε στην Πορτογαλία. Όταν τελείωσα την Εμπορική Σχολή, 21 ετών τότε,  πήγα στο στρατό. Πήγα ως ναύτης στο Σκαραμαγκά κι εκεί υπέγραψα το συμβόλαιο με τον Ολυμπιακό, για ένα χρόνο με υποσχετική. Μετά από δέκα μέρες έπρεπε να ορκιστούμε και δεν μπορούσαμε να βγούμε έξω. Όταν ορκιστήκαμε πια και πήγα στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας στο Πασαλιμάνι, άρχισα τις προπονήσεις με τον Ολυμπιακό. Οι υπόλοιποι είχαν ήδη ξεκινήσει. Ο τότε προπονητές, ο Ντόλκος, με είδε και με γύρισε στην άμυνα. Είδε ότι ήμουν δυνατός και πολύ γυμνασμένος και με καθιέρωσε ως αριστερό μπακ. Με έβαλε αμέσως στα πρώτα φιλικά , ο κόσμος με πήρε με καλό μάτι και κάπως έτσι καθιερώθηκα στον Ολυμπιακό. Από τον Ιούλιο του 63’ μέχρι και το 69’ ήμουν βασικός στην ενδεκάδα. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν αλλαγές. Έντεκα επέλεγε ο προπονητής, έντεκα συνέχιζαν. Όταν κάποτε ήρθε ο Μπούκοβι, ήταν από τους μεγαλύτερους προπονητές. Ήταν στην Εθνική Ουγγαρίας και έφερε βοηθό το Λάντος, τον αριστερό μπακ της Εθνικής Ουγγαρίας του Πούσκας. Με είδε και από την πρώτη στιγμή με καθιέρωσε αριστερό μπακ όταν παίζαμε στην Ελλάδα και όταν παίζαμε στο εξωτερικό ή στην Ελλάδα με κάποια μεγάλη ομάδα, με έβαζε να μαρκάρω  τον πιο επικίνδυνο παίκτη. Έπαιζα μπροστά από τα σέντερ μπακ. Στα χρόνια του Μπούκοβι πήραμε πρωταθλήματα τις σεζόν 65’-66 και 66’-67’ και δύο κύπελλα Ελλάδος. Νωρίτερα το 1963 κατακτήσαμε  το Βαλκανικό Κύπελλο μέσα στην Κωνσταντινούπολη κόντρα στη Λέφσι, με γκολ του Στεφανάκου, με κεφαλιά μετά από κόρνερ στο 85’. Το 1969  ήρθε ο Μπόμπεκ. Έφυγε από τον Παναθηναϊκό και ήρθε στον Ολυμπιακό. Η συμπεριφορά του δεν μου άρεσε. Είχε φύγει και ο Σιδέρης, είχε φύγει και ο Πολυχρονίου και έγινα αρχηγός στον Ολυμπιακό, καθώς ήμουν ο παίκτης με τις περισσότερες συμμετοχές. Μπορεί το 63΄ να ήρθε και ο Γκαϊτατζής, ο Βασιλείου, τον επόμενο χρόνο ο Ζαντέρογλου, ο Αγανιάν και ακολούθως ο Μποτίνος, όμως στην κατηγορία των παλαιότερων ήμασταν τρεις. Ο Γκαϊτατζής, ο Βασιλείου κι εγώ, που είχα τις περισσότερες συμμετοχές. Έπαιξα πέντε έξι μήνες και μετά τσακώθηκα με τον Μπόμπεκ, γιατί... δεν με πήγαινε. Κι εγώ του τη βγήκα άσχημα, είναι ιστορίες που δεν πρέπει να ξεχνιούνται. Σηκώθηκα κι έφυγα, σταμάτησα από τον Ολυμπιακό».

Πώς αντέδρασε ο κόσμος του Ολυμπιακού; Σας αγαπούσε;
 «Με αγαπούσε πολύ. Λιονταράκι με φωνάζανε και Μουράτη. Έκανα και προπονήσεις με τον Ανδρέα, ήταν τότε στη ΔΕΗ και με άφηναν. Όταν απολύθηκα από το στρατό, έπιασα δουλειές στη ΔΕΗ και έκανα και άλλες πολλές. Πληρωνόμασταν καλά εμείς. Στην Εθνική Ενόπλων, από τη στιγμή που πήγα, στην ουσία δεν υπηρέτησα πουθενά. Μας έστελναν και παίζαμε κάθε Τετάρτη για τις άπορες κορασίδες. Τότε στην Εθνική Ενόπλων ήμασταν καλοί. Παίκτες όπως ο Παπαϊωάννου, ο Πλέσσας και πολλά ακόμα μεγάλα ονόματα της εποχής».

Την εποχή εκείνη, ποιος ήταν ο πιο δύσκολος αντίπαλος που αντιμετωπίσατε;
 «Υπήρχαν πολλοί καλοί παίκτες τότε και καλές ομάδες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον Παπαεμμανουήλ και πολλούς ακόμα εξαιρετικούς ποδοσφαιριστές. Προσπαθούσα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να τους σταματήσω. Τα γήπεδα γέμισαν με φιλάθλους και τον δύο ομάδων, αυτό ήταν το καλό. Δεν γινόταν τίποτα το άσχημο. Ούτε φασαρίες, ούτε τίποτα.»

Ο Ορέστης Παυλίδης, ή το “λιονταράκι”, όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι  του Ολυμπιακού,  σηκώνει το Κύπελλο Ελλάδος στα αποδυτήρια, παρέα με τους Ζαντέρογλου, Σιδέρη και ΦρονιμίδηΟ Ορέστης Παυλίδης, ή το “λιονταράκι”, όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι του Ολυμπιακού, σηκώνει το Κύπελλο Ελλάδος στα αποδυτήρια, παρέα με τους Ζαντέρογλου, Σιδέρη και Φρονιμίδη


Θυμάστε κανένα ευτράπελο από τα χρόνια εκείνα; 
«Όταν παίξαμε τον ημιτελικό του κυπέλλου με τον Παναθηναϊκό τον Ιούνιο του 64’ στο γήπεδο της Λεωφόρου. Όταν ένα παιχνίδι κυπέλλου έληγε ισόπαλο, γινόταν επαναληπτικός. Ήταν θέμα εισπράξεων. Στο παιχνίδι, που κυλούσε στο 1-1, έβλεπες τον έναν να χάνει γκολ, τον άλλον να χάνει γκολ…Εγώ δεν ήξερα τίποτα, ίσως να ήξεραν οι παλιοί. Κάποια στιγμή ο κόσμος μπήκε μέσα. Και του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού. Φύγαμε όλοι τρέχοντας και μπήκαμε στα αποδυτήρια. Έσκισαν τα δίχτυα, έκαψαν το γήπεδο, ένας χαμός…Άλλη φορά πάλι δώσαμε αγώνες με ξένους διαιτητές, από την Ιταλία, από το Ισραήλ. Πολλά επίσης συνέβαιναν στα παιχνίδια με τον ΠΑΟΚ. Πάντα είχαμε φασαρίες, λόγω της κόντρας με την υπόθεση του Κούδα».

Η ζωή σας ως ποδοσφαιριστή δεν σταμάτησε στον Ολυμπιακό. Όταν αποχωρήσατε, ποια ήταν η συνέχεια; 
  «Μου έκαναν πρόταση να παίξω στον ΠΑΟΚ. Ήταν επί δικτατορίας ο γενικός γραμματέας Αθλητισμού ο Ασλανίδης, που μου είπε ή στον ΠΑΟΚ θα πας ή στον Εθνικό. Τους απάντησα πως ούτε στον Εθνικό μπορούσα να πάω, ούτε στον ΠΑΟΚ, με τον οποίο τσακωνόμασταν. Ακολούθησε η πρόταση από την Κύπρο, σ’ εμένα και στον Παυλάκη Βασιλείου της ΑΕΚ και την αποδέχθηκα για ένα χρόνο. Αγωνίστηκα στην ΕΠΑ Λάρνακας που είχε βγει πρωταθλήτρια. Παίξαμε στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, κόντρα στην Μενχενγκλάνμπαχ, ενώ αγωνιζόμασταν και στο ελληνικό πρωτάθλημα, στο οποίο συμμετείχαν κάποιες κυπριακές ομάδες. Όταν τελείωσα από την Κύπρο, ήρθα στη Ρόδο. Αγωνίστηκα για δύο χρόνια και σε ηλικία 32 χρονών αποφάσισα να γίνω διαιτητής.»

Συνήθως οι ποδοσφαιριστές γίνονται προπονητές. Εσείς πώς και ακολουθήσατε τη διαιτησία;
 «Προπονητής δεν μπορούσα να είμαι. Δεν ήθελα δηλαδή. Ξεκίνησα να το κάνω, στο Φοίβο Κρεμαστής στη Β’ Εθνική. Με τα γεγονότα στην Κύπρο, δημιουργήθηκε ένα θέμα με το σωματείο, που δεν ήθελε να χρησιμοποιεί μουσουλμάνους ποδοσφαιριστές.  Ήμουν προπονητής και κάτι τέτοιο δεν μπορούσα να το αποδειχθώ. Είχαμε ένα μουσουλμάνο εξαιρετικό ποδοσφαιριστή, ο οποίος στη συνέχεια έκανε σπουδαία καριέρα στη Ρόδο. Τους απάντησα πως η αδελφή μου ξεριζώθηκε από την Αμμόχωστο και έφυγε για τη Λεμεσό.  Τους ξερίζωσαν, πήραν τα σπίτια τους, τις περιουσίες τους. Όμως εγώ δεν κάνω τέτοια. Άλλο είναι το ένα, άλλο είναι το άλλο. Στην ομάδα θα παίζει ο καλύτερος. Διαφώνησαν κι αφού δεν ήθελαν, σηκώθηκα κι έφυγα. Τους είπα πως δεν ήθελα κανέναν πάνω από το κεφάλι μου. Έτσι είμαι στη ζωή μου. Έπρεπε να κάνω αυτό που ήθελα εγώ κι αυτό που νόμιζα πως ήταν καλύτερο για την ομάδα.»

Το ποδόσφαιρο στα χρόνια της Ρόδου πώς το βιώσατε, έχοντας την εμπειρία στης συμμετοχής στο υψηλότερο επίπεδο;
«Όταν επέστρεψα, η ομάδα της Ρόδου βρισκόταν στη φάση της εξέλιξης, ανέβαινε σκαλοπάτια κι έβγαζε παίκτες. Ήταν η περίοδος που άρχισαν να γίνονται μεταγραφές και το επίπεδο να βελτιώνεται ακόμα περισσότερο. Όμως ακόμα και τα χρόνια που προηγήθηκαν το επίπεδο ήταν υψηλό. Κι εμείς, την περίοδο του Ροδιακού, διεκδικούσαμε την άνοδο στην Α’ Εθνική. Μέχρι που πήγαμε στα Μέγαρα, και μας…έσφαξαν εν ψυχρώ για να ανέβει ο Παναιγιάλειος. Μας στέρησαν την άνοδο τότε, θα ήμασταν οι πρώτοι που θα παίζαμε στην Α’ Εθνική.»

H θρυλική ομάδα του 1966. Πάνω αριστερά: Μπούκοβι, Αγανιάν, Ζαντέρογλου,  Γκαϊτατζής, Φρονιμίδης, Παυλίδης, Πολυχρονίου, Λάντος.  Κάτω αριστερά: Βασιλείου, Σιδέρης, Γιούτσος, Παπάζογλου, ΜποτίνοςH θρυλική ομάδα του 1966. Πάνω αριστερά: Μπούκοβι, Αγανιάν, Ζαντέρογλου, Γκαϊτατζής, Φρονιμίδης, Παυλίδης, Πολυχρονίου, Λάντος. Κάτω αριστερά: Βασιλείου, Σιδέρης, Γιούτσος, Παπάζογλου, Μποτίνος


Από εκείνη την περίοδο, έχουν μείνει στη μνήμη σας ποδοσφαιριστές από το νησί που θα μπορούσαν να κάνουν σταδιοδρομία στην Α’ Εθνική και τελικά δεν τα κατάφεραν;
«Ήταν στην άμυνα ο αδελφός μου ο Γιάννης, στο κέντρο ο Νεοφύτου. ένας από τους πολύ τεχνίτες ποδοσφαιριστές, ο Σκιαθίτης, που ήταν έτοιμος να πάει στον Παναθηναϊκό. Ο Ιωαννίδης πήγε στον Εθνικό, είχε πάρα πολλούς παίκτες εκείνη η εποχή. Να μην αδικήσω και κανέναν δηλαδή. Το ταλέντο τους και η ποιότητά τους αποδεικνύεται  από το γεγονός πως και στις δύο ομάδες του νησιού που ανέβηκαν στην Α’ Εθνική, στάθηκαν επάξια.»

Γιατί πιστεύετε ότι χάλασε το ποδόσφαιρό μας;
 «Γιατί δεν βρέθηκε άνθρωπος να βάζει τα λεφτά που χρειαζόταν. Γιατί θα μπορούσαν κάλλιστα να δημιουργήσουν μία ομάδα κι αν όλα τα ξενοδοχεία και τόσα μαγαζιά έδιναν από 50 ευρώ ο καθένας, 200 ευρώ και 300 ευρώ οι πιο εύποροι το χρόνο, η Ρόδος θα είχε μία από τις πιο πλούσιες ομάδες της Ελλάδας και θα είχε τη δυνατότητα και ποδοσφαιριστές να πάρει, αν χρειαζόταν. Ακόμα και ο Δήμος είναι βέβαιος πως θα βοηθούσε. Υπήρξαν φυσικά  ορισμένοι άνθρωποι που έβαλαν βαθιά το χέρι στην τσέπη και στήριξαν τις ομάδες μας, αλλά ήταν μόνοι και τελειώσανε.»

Κατά καιρούς αυτή η συζήτηση, για την ανάγκη να υπάρξει συνεννόηση και να δημιουργηθεί μία ομάδα, ανοίγει. Πιστεύετε πως θα ήταν μία λύση;
 «Βεβαίως. Το είπα, το λέω και θα το λέω. Πρέπει να γίνει μία ομάδα. Το πώς θα ονομαστεί, Ήλιος, Κολοσσός, Ρόδος, ας το βρουν.. Γιατί στέκεται η ομάδα μπάσκετ του Κολοσσού στην Α1; Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που βάζουν από την τσέπη τους λεφτά και την κρατάνε. Επιπλέον απευθύνονται στην αγορά και τρέχουν. Όταν έρθει κάποιος να μου ζητήσει χρήματα ,θα του δώσω. Ο Κολοσσός έρχεται, παίρνουμε τα εισιτήριά μας κτλ. Εδώ δεν ήρθε καμία άλλη ομάδα, εκτός από λίγες ομάδες του τοπικού, όπως ο Άρης Αρχαγγέλου και ο Αστέρας Μασσάρων.  Δεν είπα όχι σε κανέναν που ήρθε και ζήτησε να πάρουμε δύο εισιτήρια διαρκείας. Η Ρόδος έχει εισιτήρια διαρκείας; Ο Διαγόρας έχει;  Έχουν. Αλλά πρέπει και οι ίδιοι να τα βγάλουνε προς τα έξω. Να πάνε στα μαγαζιά. Όμως ακόμα κι έτσι, πρέπει να γίνει μία ομάδα. Κανένας δεν έχει τη δυνατότητα να στηρίζει όλες τις ομάδες ταυτόχρονα. Να δίνει στη μία διακόσια, στην άλλη διακόσια κτλ. Σε μία ομάδα όμως μπορεί να δώσει τετρακόσια. Έτσι πιστεύω πως πρέπει να γίνει. Σε διαφορετική περίπτωση το ποδόσφαιρό μας θα παραμείνει χαμηλά. Βέβαια, τη σημερινή περίοδο με την οικονομική κρίση, τα πράγματα είναι δύσκολα για το ποδόσφαιρο. Η κίνηση της δημιουργίας μίας ομάδας έπρεπε να είχε γίνει παλιά. Δυστυχώς, δεν τους άφησαν οι μεταξύ τους έχθρες».


 

Παναθηναϊκός-Δόξα Δράμας στο ΟΑΚΑ. Οι φιλοξενούμενοι διαμαρτύρονται και ο Ορέστης Παυλίδης απλά δεν το συζητάει. Όπως παντού και πάντα δηλαδήΠαναθηναϊκός-Δόξα Δράμας στο ΟΑΚΑ. Οι φιλοξενούμενοι διαμαρτύρονται και ο Ορέστης Παυλίδης απλά δεν το συζητάει. Όπως παντού και πάντα δηλαδή


Κεφάλαιο διαιτησία
Η διαιτησία είναι το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο στην αθλητική ζωή σας. Πώς προέκυψε;
 «Μου είπε ο συγχωρεμένος ο Θωμάς Βεργωτής να γίνω διαιτητής. Πήγα, έβγαλα τη σχολή και σιγά σιγά ξεκίνησα. Επειδή ήμουν παλιά ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού, τον πρώτο κιόλας χρόνο που έπαιξα στα ερασιτεχνικά, είχα το σεβασμό των πάντων. Για να είσαι καλός διαιτητής, πρέπει να ξέρεις από μπάλα. Το παν για το διαιτητή είναι η ψυχολογία. Ανέβηκα πάρα πολύ γρήγορα στη Α’ Εθνική. Θα έλεγα πως ήμουν από τους…πιο γρήγορους.» 

Ποια παιχνίδια έχουν μείνει χαραγμένα στη μνήμη σας; 
«Δύο παιχνίδια ήταν. Καταρχήν ένα Αρης-Παναθηναϊκός  στη Θεσσαλονίκη. Αν ο Παναθηναϊκός κέρδιζε θα έπαιρνε το πρωτάθλημα. Τελικά το πήρε η ΑΕΚ, γιατί ο Παναθηναϊκός έχασε με πέναλτι στο Χαριλάου, όπου έκανα και αποβολή παίκτη του Άρεως στο πρώτο ημίχρονο και σε ολόκληρο το δεύτερο έπαιζε με δέκα παίκτες. Έγραφαν τότε οι εφημερίδες, συγκεκριμένα ήταν η Αθλητική Ηχώ, ότι αδίκησα τον Παναθηναϊκό, αλλά στο Σύνδεσμο ήρθε τηλεγράφημα από τον ίδιο το Γιώργο Βαρδινογιάννη, που μου έδινε συγχαρητήρια για τη διαιτησία. Τους έπαιξα στα ίσια. Περισσότερα δεν μπορώ να πω, γιατί έγιναν πολλά πράγματα πριν το παιχνίδι.»

Το δεύτερο παιχνίδι;
 Το δεύτερο παιχνίδι που θυμάμαι χαρακτηριστικά, είναι το τελευταίο που είχα πάει στη Γερμανία μαζί με το Μάκη Γερμανάκο. Με το Μάκη πήγα πολλές φορές στο εξωτερικό. Όπως με το Νικάκη και το Δημητριάδη. Με το Γερμανάκο παίζαμε, εγώ και ο Κολοκυθάς, επόπτες σε πολλά παιχνίδια του εξωτερικού. Φτάσαμε σ’ αυτό της Γερμανίας, ανάμεσα στη Στουτγάρδη και τη Γκρόνινγκεν  Παίζαμε Τετάρτη και ήμασταν ήδη εκεί, όταν έμαθα ότι κληρώθηκα σε παιχνίδι της ΑΕΚ το σαββατοκύριακο που ακολουθούσε. Εν τω μεταξύ, πριν από το ταξίδι εκείνο είχε δημιουργηθεί ένα θέμα με την ΕΠΟ. Άνοιξε κόντρα. Τότε στα διεθνή παιχνίδια τους βοηθούς τους επέλεγαν οι διαιτητές. Ενώ λοιπόν με είχε επιλέξει ο Γερμανάκος, με άλλαξαν και έβαλαν στη θέση μου δεύτερο Αθηναίο επόπτη, παρότι ο ίδιος ο Γερμανάκος επέμενε σ’ εμένα. Όταν λοιπόν με άλλαξαν, φώναξα την Ένωση και τους είπα πως αν η αδικία αυτή δεν αποκατασταθεί και δεν πάρει τη θέση του ενός επόπτη όχι απαραίτητα εγώ, αλλά ένας διαιτητής από τη Ρόδο, ας πούμε ο Ρηνιού, ο Σύνδεσμος Διαιτητών το σαββατοκύριακο δεν θα αγωνιστεί. Δεν με ένοιαζε για μένα. Ας πήγαινε ο Ρηνιού. Απαίτησα να μην χαθεί η θέση ενός Δωδεκανήσιου και δεν μπορούσα να δεχθώ πως “κόπηκε” η μία για να τοποθετηθεί δεύτερος από την Αθήνα. Πρόεδρος της Ένωσης ήταν τότε ο αείμνηστος Γιώργος Τσοπανάκης και γενικός γραμματέας ο Γιώργος Κακούλης. Τους είπα τέρμα, δεν κατεβαίνουμε να παίξουμε. 
 Εν πάση περιπτώσει, φτάσαμε στην Παρασκευή και με ειδοποίησαν τηλεφωνικά πως το θέμα διευθετήθηκε και τελικά στη Γερμανία θα ταξίδευα εγώ. Όταν όμως πήγα στην Αθήνα, ο τότε γραμματέας της ΕΠΟ που είπε “αυτό που έκανες, θα το θυμηθείς”. Του λέω κι εγώ “τι να θυμηθώ, με απειλείς;”. “Όταν έρθει η ώρα, θα μάθεις”, απάντησε εκείνος, οπότε του είπα κι εγώ “δεν είμαι από τα παιδιάκια, ένα χόμπι κάνω όπως μου αρέσει και όχι όπως το θέλετε εσείς”. Ήμουν και πρόεδρος του Συνδέσμου Διαιτητών εκείνη την περίοδο, ψήφιζα στις εκλογές της ΟΔΠΕ. Στη Γερμανία λοιπόν έμαθα ότι ορίστηκα στον αγώνα ΑΕΚ-ΟΦΗ, με παρατηρητή κάποιον που ήταν πολιτικά τοποθετημένος, τη στιγμή που εγώ δεν είχα σχέση με τα κομματικά.
 Ήταν από τη Θεσσαλονίκη και ήταν αρχηγός της αντίπαλης παράταξης στις εκλογές της ΟΔΠΕ. Είπα τότε μέσα μου “στημένη μου την έχουν”. Στη Γερμανία λοιπόν, μας έδωσε η Adidas διάφορα ρούχα και λέω στον επόπτη “πάρ’ τα δικά μου και δώσε τα κάπου αλλού. Εγώ αγόρι μου μετά τον αγώνα σταματάω”. Ενημέρωσα και το δημοσιογράφο Νίκο Φύριο, που του είχα υποσχεθεί να τον πάρω τηλέφωνο, όταν αποφάσιζα να σταματήσω. Όμως του έθεσα ως όρο να μην γράψει το παραμικρό. Του είπα πως σε διαφορετική περίπτωση θα συνέχιζα κι εκείνος θα έβγαινε εκτεθειμένος.
 Γίνεται λοιπόν ο αγώνας. Η ΑΕΚ προηγήθηκε 1-0 στο ημίχρονο. Κάποια στιγμή έγινε μία σέντρα προς τη μεγάλη περιοχή, πάει να πάρει κεφαλιά ένας παίκτης της ΑΕΚ κι ένας του ΟΦΗ τον βρίσκει με το πόδι στο κεφάλι, τρία μέτρα έξω από τη μεγάλη περιοχή. Ακολούθως η μπάλα κατέληξε σε πόδια παίκτη της ΑΕΚ, που την έστειλε στα δίχτυα. Όμως εγώ με το που άκουσα το “μπαμ” της σύγκρουσης, σφύριξα φάουλ και διέκοψα το παιχνίδι, γιατί υπήρξε ποδοσφαιριστής που τραυματίστηκε στο κεφάλι. Ο κανονισμός είναι ξεκάθαρος. Αν σπάσει κάποιος το πόδι του, μπορείς να αφήσεις το πλεονέκτημα. Όμως σε χτύπημα στο κεφάλι είναι θέμα ζωής. Ο άλλος μπορεί να έχει καταπιεί τη γλώσσα του. Δεν μετράω το γκολ λοιπόν και αρχίζουν οι διαμαρτυρίες. Πρόεδρος της ΑΕΚ ήταν τότε ο Στράτος Γιδόπουλος, τον οποίο ήξερα χρόνια από την εποχή που ήταν τερματοφύλακας στη Νίκη Βόλου κι εγώ έπαιζα στον Ολυμπιακό. Ήξερα τι ρόλο έπαιζε. Στο ημίχρονο μπήκε στα αποδυτήρια ο παρατηρητής-μαζί μου ήταν τότε αν θυμάμαι καλά ο Ζαχαριάδης και ο Κουγιός-και μου είπε πως ήθελε να μπει ο πρόεδρος της ΑΕΚ. Του απάντησα όχι, του ζήτησα να μην τον αφήσει να μπει στα αποδυτήρια. Ο Γιδόπουλος φώναζε απ’ έξω “εγώ είμαι ο πρόεδρος, ποιος είσαι εσύ κτλ.”  Του λέω κι εγώ, δείχνοντας την είσοδο των αποδυτηρίων των διαιτητών,  “ξέρω πάρα πολύ καλά ποιος είσαι. Πρόεδρος και ξέρω κι άλλα πράγματα. Εγώ είμαι πρόεδρος από εδώ και μέσα. Εσύ είσαι από εκεί και μετά. Εδώ μέσα απαγορεύεται να μπεις και το πόδι σου δεν θα μπει εδώ μέσα. Κατάλαβες ή δεν κατάλαβες; Και τις φωνές σε άλλα παιδάκια. Όχι σε μένα. Δεν θα μπεις”. Εξάλλου, τις αποφάσεις μου τις είχα πάρει. Το παιχνίδι είχε λήξει 2-0 υπέρ της ΑΕΚ και απέβαλα κι από έναν παίκτη.
 Η βαθμολογία μου από τον παρατηρητή ήταν...7. Επειδή λέει, κακώς ακύρωσα το γκολ της ΑΕΚ. Λέω λοιπόν κι εγώ, “ε αφού το ακύρωσα κακώς, κακώς μπαίνεις κι εσύ παρατηρητής”. Όταν ήμουν στην ΚΕΔ κάποια χρόνια μετά σ’ ένα σεμινάριο, ο ίδιος παρατηρητής  αξιολόγησε την ίδια φάση αντίθετα. Ήταν ο πρώτος που είπε πως σε ανάλογο περιστατικό, το παιχνίδι πρέπει να διακόπτεται αμέσως».

ΟΑΚΑ, Παναθηναϊκός-ΠΑΣ Γιάννενα, λίγα δευτερόλεπτα πριν από την πρώτη σέντρα.  Διαιτητής ο Ορέστης Παυλίδης, μαζί με τον αείμνηστο Στέφανο Λουλουδάκη σε ρόλο βοηθούΟΑΚΑ, Παναθηναϊκός-ΠΑΣ Γιάννενα, λίγα δευτερόλεπτα πριν από την πρώτη σέντρα. Διαιτητής ο Ορέστης Παυλίδης, μαζί με τον αείμνηστο Στέφανο Λουλουδάκη σε ρόλο βοηθού


Έπαιζαν λοιπόν ρόλο και τα κομματικά;
«Τότε ήταν υπουργός Αθλητισμού ο Κουλούρης. Έβγαινα συνεχώς ο καλύτερος διαιτητής της Β’ Εθνικής, το έγραφαν συνεχώς όλες οι εφημερίδες και στο τέλος δεν έπαιζα εγώ, αλλά ο…25ος. Όταν πηγαίναμε σε μίτινγκ, εγώ διάβαζα την Απογευματινή. Κάποιοι άλλοι διαιτητές, έβαζαν την Απογευματινή… μέσα στα Νέα. Μου έλεγαν “δεν ξέρεις; Πρόσεξε”. Τους απαντούσα “τι να προσέξω. Εγώ θα παίζω Νέα Δημοκρατία ή ΠΑΣΟΚ; Άσχετα με το προς τα πού κλίνω, γιατί βάζετε τις εφημερίδες μέσα; Εγώ διαβάζω Απογευματινή στα φανερά και σε όποιον αρέσει. Εγώ παίζω γιατί είμαι ο Ορέστης Παυλίδης. Δεν παίζω ούτε για τον Κουλούρη, ούτε για κανέναν άλλο”. Κι έτσι γέμιζα πλακέτες ως ο καλύτερος, αλλά έμενα έξω συνέχεια κι έπαιρναν τον 25ο, γιατί ήταν του κόμματος.»

Το ποδόσφαιρο δεν είναι αγγελικά πλασμένο. Πώς καταφέρνατε να ισορροπείτε μέσα σ’ αυτό το χάος των συγκρούσεων και των αντικρουόμενων συμφερόντων;
 «Διότι ειδικά σαν διαιτητής στάθηκα έξω από πολλές παγίδες. Αρνήθηκα πολλές παγίδες. Θα μπορούσα σήμερα να έχω δύο σπίτια, δύο διαμερίσματα. Δεν θέλω να πω περισσότερα. Υπάρχουν πράγματα που δεν γράφονται. Κατήγγειλα πράγματα, αρνήθηκα να παίξω. Εντάξει…Είχε παντού διάφορα. Εδώ γινόταν μεταξύ των ομάδων πόσα και πόσα. Μία φορά γελάστηκες κι έκανες κάτι, τελείωσες. Γιατί μετά όταν σου ξανακάνουν πρόταση και αρνηθείς, θα σου χρεωθεί».

Ήσασταν εν ενεργεία διαιτητής, ακολούθησε η διοίκηση της διαιτησίας. Ως πρόεδρος του Συνδέσμου και του ΤΟΔ, τι σχέσεις είχατε με τους παράγοντες;
«Είχα πάρα πολύ καλές σχέσεις.  Με όλους. Από την ώρα που ξεκίνησα, ως πρόεδρος με το συγχωρεμένο Τσοπανάκη, στη συνέχεια με τον αείμνηστο Χατζηγεωργίου, μέχρι που σταμάτησα. Έβαλα κανόνες. Δεν ήθελα να εισέρχονται στα δικά μας χωράφια. Κάθε Δευτέρα ερχόταν άνθρωπος της Ένωσης στο Σύνδεσμο κι εγώ απαίτησα να παραβρίσκομαι στα Δ.Σ. χωρίς δικαίωμα ψήφου.  Απαίτησα να τιμωρούνται τα σωματεία. Αν δεν γινόταν αυτό που έπρεπε, είχαμε τη δύναμη να αντιδράσουμε,  λόγω της ύπαρξης της ΟΔΠΕ και της ανεξαρτησίας της διαιτησίας. Τώρα ανήκουν όλοι στην ΕΠΟ και δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Τότε  λέγαμε “παιδιά σταματάμε”. “Έκανες φασαρία; Χτύπησες διαιτητή; Δεν θα ξαναορίσουμε διαιτητή στη συγκεκριμένη ομάδα. Θα φέρνουν από την Αθήνα και θα πληρώνουν”. Η Αθήνα με τη σειρά της έλεγε πως δεν έχει διαθέσιμους διαιτητές, οπότε ας έρθουν από την Κόρινθο. Όμως και η  Ένωση κρατούσε μία σταθερή γραμμή.»

Είχατε μία πολύ ισχυρή προσωπικότητα, είχατε δημιουργήσει το δικό σας μύθο. Κι όπου υπάρχει δύναμη και μύθος, υπάρχει και ο φόβος των άλλων. Θυμάμαι μία συνεδρίαση που είχε αμφισβητηθεί από παράγοντα του Δ.Σ. της ΕΠΣΔ το «πενήντα πενήντα» στους ορισμούς και είχε γίνει λόγος για παιχνίδια. Πώς αντιμετωπίζατε αυτή την καχυποψία;
«Εγώ προσπαθούσα να διοικήσω σωστά και να μοιράσω στις ομάδες ό, τι τους αξίζει. Αυτό που έλεγα στους ήταν “σφυράτε, μη φοβάστε να τιμωρείτε. Θα με έχετε πάντα δίπλα μου”. Η Ένωση το ίδιο. Προσέξτε, τότε δεν γινόταν φασαρίες, τα κρούσματα βίας ήταν περιορισμένα. Μου είχε τύχει ένα περιστατικό, στο ξεκίνημά μου ως εν ενεργεία διαιτητής σε ένα παιχνίδι του Ιάλυσου με την Έμπωνα. Είχε γίνει μία φασαρία και μου είπαν απειλητικά “δεν θα έρθεις Έμπωνα;” Κι εγώ πήγα. Ως νέος διαιτητής πήγα στον αείμνηστο Θωμά Βεργωτή και του είπα “την Κυριακή θα με βάλεις να παίξω στον Έμπωνα”. “Μα Ορέστη, θα γίνουν φασαρίες”, μου απάντησε. Του είπα κι εγώ τότε “αν θέλεις να συνεχίσω τη διαιτησία, να με πάρεις τηλέφωνο”. Και τελικά με όρισε. Πήγαμε λοιπόν εκεί, μαζεύω τον προπονητή και τους παίκτες και τους λέω ορθά κοφτά “εγώ ήρθα, κι αν θέλετε να κουνηθείτε, κάντε το. Δεν είμαι κανένα από τα παιδάκια. Τελείωσε. Με το που θα γίνει το παραμικρό, διακοπή”. Αυτό ήταν.
 Προσπαθούσα να είμαι σε όλες τις φάσεις της διαδρομής μου δίκαιος απέναντι στα σωματεία και τους παράγοντες.
 Αυτό τους έλεγα στο Σύνδεσμο. Το πιο εύκολο πράγμα είναι να αποβάλεις ποδοσφαιριστή. Αλλά να ξέρεις να τον βγάλεις. Να το ευχαριστηθεί ο κόσμος, να το… ευχαριστηθεί κι αυτός. Έβρισε αντίπαλο; Είναι κόκκινη. Λέω σε παίκτη “μη μου χαλάσεις το παιχνίδι, θα σε πετάξω έξω”. Συνέχισε; Πήγε να μου διαμαρτυρηθεί; Είπε “τι σφύριξες ρε;” Πάρε την κόκκινη κι έξω.
 Αυτό έλεγα στους διαιτητές. Να βάζουν δίπλα και το “ρε”. Θυμάμαι ένα παιχνίδι, ήταν σαν τελικός, έπαιζε ο Κλεάνθης με τον Ανταγόρα. Όποιος κέρδισε θα έπαιρνε το πρωτάθλημα. Θυμάμαι ήταν ο πατέρας του διαιτητή μας, του Νίκου Σταυριανού, ο πρώτος που είχε αποβληθεί. Έβαλε το πρώτο γκολ ο Ανταγόρας, έβαλε το δεύτερο, ένα ολόκληρο χωριό φώναζε “τα πήρατε”. Το λέει και ο έξω δεξιά. “Τι είπες; Πάρε κόκκινη”. Τρεις παίκτες απέβαλα. Τελικά ο Ανταγόρας νίκησε 6-0, με το έκτο γκολ να μπαίνει από πέναλτι. Ο τερματοφύλακας γύρισε κατά την εκτέλεση ανάποδα, με πλάτη προς τον αντίπαλο. Του λέω “γύρισε κανονικά, γιατί θα σε βγάλω έξω”. Παίρνει φόρα ο επιθετικός, γυρίζει την τελευταία στιγμή ο τερματοφύλακας, γκολ. Τον απέβαλα και αυτόν. Τέσσερις κόκκινες έβγαλα συνολικά. Χαμός στο γήπεδο. Έφυγα μετά από είκοσι λεπτά. 
Αυτά λοιπόν έλεγα στους διαιτητές. “Υπάρχει περίπτωση να μην μπορείτε να βγάλετε παίκτη;” Θυμάμαι ένα παιδί θεολόγο, έπαιζε στον Ορφέα. Το παιχνίδι ήταν στις Φάνες κόντρα στον Ακουσίλαο. Ο Ορφέας προηγούνταν 2-1 και είχα αποβάλει ποδοσφαιριστή του Ακουσίλαου. Για μία στιγμή, ο συγκεκριμένος ποδοσφαιριστής, που ήταν καλός, είπε κάτι άσεμνο. Εγώ δεν άκουσα. Αμα θέλεις, δεν ακούς. Αν ένα καλό παιδί που δεν σου δημιουργεί προβλήματα ακουστεί κάτι, δεν ακούς. Από άλλον που σου δημιουργεί συνεχώς προβλήματα, τα…ακούς όλα. Τον έπιασα λοιπόν τον συγκεκριμένο και του είπα “σε άκουσα, μην το ξαναπείς”. Στον προβληματικό είναι κόκκινη. Αν για παράδειγμα κάποιος έπεσε σε μαρκάρισμα και πει καμιά κουβέντα παραπάνω από τον πόνο, τον αφήνεις. Αυτό προσπαθούσα να διδάξω στους διαιτητές. Να ξέρουν πότε πρέπει να βγάζουν τις κάρτες.»  

Νέους κανόνες θέσπισε στις σχέσεις των διαιτητών με την ΕΠΣΔ ο Ορέστης Παυλίδης. Εδώ διακρίνεται με το Μιχάλη Καλαθενό και το Γιώργο ΚακούληΝέους κανόνες θέσπισε στις σχέσεις των διαιτητών με την ΕΠΣΔ ο Ορέστης Παυλίδης. Εδώ διακρίνεται με το Μιχάλη Καλαθενό και το Γιώργο Κακούλη


Θυμάστε κάποια ιστορία που σας κάνει ακόμα και σήμερα να γελάτε; 
 «Υπήρξαν πολλές. Θυμάμαι μία με πρωταγωνιστή διαιτητή και κωφάλαλο ποδοσφαιριστή τοπικής ομάδας. ‘Έγινε μεγάλο σούσουρο στο Σύνδεσμο, λιώσαμε στο γέλιο.
 Με ενημέρωσαν πως υπήρχε ένα περίεργο Φύλλο Αγώνα, πως αποβλήθηκε ο κωφάλαλος ποδοσφαιριστής για έντονη διαμαρτυρία, με τη φράση “τι σφύριξες ρε”. Πήγα λοιπόν τη Δευτέρα στο Σύνδεσμο και δεν μίλησα σε κανέναν. Έπιασα ένα ένα τα παιχνίδια και ρώτησα την ώρα της συγκέντρωσης για το τι έγινε στο επίμαχο. Μετά άρχισα να διαβάζω δυνατά το Φύλλο Αγώνα. “Τι σφύριξες ρε;”. “Ναι”. Λέω στο διαιτητή “συγχαρητήρια, μπράβο. Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που έκανε κωφάλαλο να μιλήσει. Και γι’ αυτό το μεγάλο κατόρθωμα, για τρεις μήνες αγόρι μου σφυρίχτρα δεν θα ξαναπιάσεις”. Έγινε ένας Σύνδεσμος άνω κάτω από τα γέλια.»

Έχετε μείνει στη συνείδηση των φιλάθλων και των παραγόντων ως ένας άνθρωπος που έχετε εκπαιδεύσει και αναδείξει πολλούς ικανούς διαιτητές. Μία εξαιρετική φουρνιά. Ποιο ήταν το μυστικό σας;
 «Τον καιρό εκείνο είχε καλούς διαιτητές.  Ο δάσκαλος ο Καρίκης, ο Παπανικολάου, ο Μιχαλάκης, ο Ζαχαριάδης, ο Ερωτόκριτος,  πολλά παιδιά. Σήμερα οι διαιτητές δεν τιμωρούνται. Μία φορά ένας διαιτητής ακύρωσε τέρμα, που μπήκε από τη σέντρα.  Έδωσε οφσάιντ. Του είπα “αγόρι μου, δεν κάνεις. Τελείωσε.” Είχε καλούς διαιτητές, αλλά τους έλεγχες κιόλας. Κακά τα ψέματα, στη διαιτησία κάνεις το χόμπι σου, όμως πληρώνεσαι. Τα σωματεία ξοδεύονται, κάποιοι ποδοσφαιριστές μπορεί να τραυματιστούν. Εσύ όλα αυτά πρέπει να τα προστατέψεις. Όσο μπορείς, μέσα στις δυνατότητές σου. Κατάφερα να πληρώνονται στην ώρα τους οι διαιτητές. Τους έλεγα “ή θα έρθουν  να πληρώνουν σε εσάς, Δευτέρα πρωί, ή στην Ένωση. Ή θα προπληρώνεται η διαιτησία, ή δεν θα γίνεται ο αγώνας.” Γιατί κάποιοι κοροϊδεύανε. Αυτός ήταν και ένας λόγος που έπαιρναν τα αυτοκίνητά τους μαζί. Αν δεν πληρώνονταν, ποιος θα τους πλήρωνε το ταξί; Όμως  όπως τους υπερασπιζόμουν, έτσι και τους τιμωρούσα, όταν έκαναν λάθη. Σιωπηρά. Δεν βγαίναμε να το πούμε έξω. Θυμάμαι ένα περιστατικό, με παράγοντα που έβριζε το διαιτητή, τον έκανε σκουπίδι. Μπήκε ο ίδιος μέσα στο Σύνδεσμο. Του λέω “πέρασε έξω αυτή τη στιγμή”, ενώπιον των διαιτητών. “Δεν είπες ότι είμαστε κωλόπαιδα, ότι τα παίρνουμε; Εσύ τι δουλειά έχεις εδώ με εμάς, αφού τα παίρνουμε; Αυτό είναι σπίτι δικό μου, εσύ πήγαινε στην Ένωση. Κι άμα βρίζεις, να ξέρεις πώς βρίζεις, διότι κι εμείς μπορούμε να σε κάνουμε τόπι στο ξύλο. Κι άλλη φορά, ούτε απ’ έξω από εδώ θα περάσεις. Βρίζεις το διαιτητή, ξεσηκώνεις τον κόσμο, εδώ μέσα έρχεσαι γιατί; Έξω.” Τα  έβλεπαν αυτά οι διαιτητές. Τους υποστήριζα εκεί που έπρεπε να τους υποστηρίξω προς τα έξω. Εκεί που έπρεπε να τιμωρήσω, τους τιμωρούσα.


Σαν πατέρας δηλαδή…
 «Προσπαθούσα να είμαι αυστηρός και δίκαιος. Είχα τότε στη Β’ Εθνική τρεις τέσσερις διαιτητές και τώρα δεν έχουμε ούτε έναν. Στη Γ’ τόσους, στη Δ’ τόσους. Έλεγα στην Ένωση, “μην τυχόν και σας πάρουν τις θέσεις. Πάρτε την ΕΠΟ, που την ψηφίζετε κι εμείς θέλουμε τρεις θέσεις στη Β’  Εθνική, πέντε στη Γ’ Εθνική, τόσες στο ερασιτεχνικό. Όλους, διαιτητές και βοηθούς.”
 Έφυγα από την Α’ Εθνική,  μπήκε ο Κουγιός. Ξεκίνησα 32 χρονών, μπήκα μεγάλος. Και σε έξι χρόνια έπαιξα Α’ Εθνική. Μετά τον Κουγιό, μπήκε ο Καλαθενός. Δεν ήταν να κρατάς τη θέση. Είναι από πίσω κι άλλοι. Πάντα είχα διαιτητή στην Α’ Εθνική.»

Λέγεται ότι δεν διστάζατε να χτυπάτε το χέρι στο τραπέζι. 
«Όχι στην ΕΠΟ, αλλά στην Ένωση. Μία φορά που ήρθαν εδώ οι της ΕΠΟ, τους τα είπα εν ψυχρώ. Γιατί εμείς τότε είχαμε την ΟΔΠΕ. Εγώ δεν περίμενα την Ένωση, ούτε τίποτα. Μία φορά σταματήσαμε κιόλας».

Τώρα όμως τα πράγματα στη διαιτησία έχουν αλλάξει. Η ΟΔΠΕ, όπως και οι Σύνδεσμοι, δεν έχουν πλέον την παραμικρή δύναμη. 
«Τώρα πλέον δεν γίνεται τίποτα. Η διαιτησία πήγε στην Ένωση και κάνουν κουμάντο οι παράγοντες. Παλιά έλεγα στους διαιτητές πως τα χρήματα των ποσοστών είναι δικά τους λεφτά. Τους πήγαινα εκδρομές. Κάναμε χοροεσπερίδες, τα λεφτά δεν πήγαιναν στην Ένωση και στην ΕΠΟ.  Κάθε δύο χρόνια τους πήγαινα εκδρομή. Αίγυπτο, Πράγα, Αγγλία, τους πήγα παντού. Εγώ τις ξεκίνησα τις εκδρομές. Η πρώτη εκδρομή ήταν μία εβδομάδα στην Αίγυπτο. Ήρθε αεροπλάνο από εκεί, μας πήρε και μας έφερε. Παίρναμε όλους τους διαιτητές τζάμπα και τις γυναίκες τους με φθηνό εισιτήριο. Δύο πούλμαν γεμίζαμε».

Υπάρχει κάτι για το οποίο έχετε μετανιώσει, ως διαιτητής;
 «Μπορεί να έχω κάνει λάθη, αλλά όχι εσκεμμένα. Ουδέποτε έκανα κάτι επίτηδες για να καταδικάσω μία ομάδα. Υπήρξα ποδοσφαιριστής, είχα νιώσει πολλές αδικίες από τους διαιτητές. Κι όταν έπαιζα στη Ρόδο. Επειδή με είχαν πληγώσει πολλές φορές, δεν ήθελαν να κάνω το ίδιο σε άλλους».

Από το χώρο της διαιτησίας φύγατε γεμάτος; 
 «Γεμάτος. Πολύ γεμάτος. Ξεκίνησα 32 χρονών και στα 38-39 έπαιξα Α’ Εθνική για δύο τρία  χρόνια. Δεν είχε ξαναγίνει. Ήμουν ο πιο γρήγορος που ανέβηκα. Γιατί υπήρξα ποδοσφαιριστής και είπαμε, η νοοτροπία είναι το παν. Θυμάμαι ένα παιχνίδι Προοδευτική-Κόρινθος στο γήπεδο της Προοδευτικής, στη Β’ Εθνική. Την επόμενη μέρα είχε αγώνα η Εθνική ομάδα. Στο γήπεδο είχαν έρθει όλοι οι διεθνείς. Πρέπει να έχω τις δηλώσεις του Αντώνη Αντωνιάδη, ήμουν εγώ ο διαιτητής. Έχασε 1-0 η Προοδευτική, δεν κουνήθηκε άνθρωπος και οι διεθνείς δήλωναν πως πρώτη φορά έβλεπαν τέτοιο διαιτητή, πως αξίζει να παίζει στην Α’ Εθνική. Και με βάζανε δεύτερο. Όλοι οι διεθνείς έκαναν δηλώσεις για τη διαιτησία. Ξέρανε.»


Ποιος ήταν ο άνθρωπος από τον οποίο κερδίσατε τα περισσότερα; Ο μέντοράς σας;
«Στην αρχή πρέπει να πω το Θωμά το Βεργωτή, γιατί αυτός με πήρε στη διαιτησία, με πίστεψε. Αλλά μετά έπαιζα επόπτης με τον  Παντελή Αργυρίου, το Γιάννη Τριανταφύλλου, σιγά σιγά έβλεπα κι αυτούς που έπαιζαν, έβλεπα παιχνίδια. Έβλεπα τηλεόραση να βγάλω συμπεράσματα, ξεσήκωνα πράγματα. Και κράτησα μία ίδια στάση από την αρχή μέχρι το τέλος έτσι όπως ξεκίνησα. Ξεκίνησα από τη Γ’ κατηγορία δυνατά. Το λέω και στους καινούργιους. “Όταν σας καταλάβουν ότι είστε μαλακοί, δεν πρόκειται να σταθείτε σαν διαιτητές. Εσείς από την αρχή πρέπει να δείξετε ότι δεν φοβάστε”. Είτε μέσα, είτε έξω πρέπει οι ομάδες να καταλάβουν ότι αυτός ο διαιτητής μέσα και έξω είναι ο ίδιος.»

Δεν σας λείπει ο Σύνδεσμος;
«Έγιναν πολλά πράγματα και έχω κρυώσει. Χώρισαν το Σύνδεσμο στα δύο. Παλιά όταν γινόταν εκλογές, παρότι ο καθένας ήθελε να γίνει πρόεδρος, με το που τελείωναν οι εκλογές, ο Σύνδεσμος γινόταν μία γροθιά.  Ενώ τα τελευταία χρόνια ήταν οι μισοί στο ένα καφενείο και οι μισοί στο άλλο. Δεν γινόταν αυτό το πράγμα. Πριν αναλάβει ο Μιτζιρίκης πρόεδρος και ο Τσαγγάρης και αυτοί, η άλλη πλευρά δεν τους αξιοποιούσε καθόλου. Ούτε παρατηρητές, ούτε τίποτα. Ε πώς θέλεις κι εσύ, όταν θα έρθουν εκείνοι, να έχεις διαφορετική μεταχείριση; Κι αυτοί έχουν μία πικρία, ένα χρόνο τους παραμερίζετε. Τώρα που ήρθαν θα αφήσουν τους δικούς τους; Δεν γίνεται. Ενώ αν ξεκινάτε όλοι μαζί ενωμένοι…»

Λείπουν σήμερα από τη διαιτησία οι παλιοσειρές; Τα «ιερά τέρατα», όπως μας αρέσει να τα αποκαλούμε; Παυλίδης, Αργυρίου, Τριανταφύλλου…
 «Βεβαίως λείπουν. Ο Στέλιος ο Ρηνιού. Λείπουν. Δεν ξέρω τι μαθήματα κάνουν. Αλλά η πρακτική ήταν το παν σ’ αυτά που τους λέγαμε. Το αν είναι ή δεν είναι οφσάιντ, ένας διαιτητής το μαθαίνει όταν δίνει εξετάσεις. Το πώς μπαίνει στο γήπεδο είναι ένα άλλο θέμα. Πού στέκεται, τι κάνει, πώς βλέπει και πώς θα αντιδράσει. Αυτά δεν τα λένε τα βιβλία. Ποτέ. Εμπειρία και ψυχολογία. Αυτά τους έλεγα. Τίποτα παραπάνω.  Πρέπει να παρακολουθείς. Τους έλεγα, “όλες οι ομάδες έχουν ένα δύο κακά παιδιά. Αυτούς θέλω να τιμωρήστε. Κι αμέσως σου λέει ο ποδοσφαιριστής,  αφού έβγαλε αυτούς, θα αφήσει εμάς;” Αυτό τους έκανα εγώ. Τα πρωτοπαλίκαρα. Κάρτα και έξω. Χαστούκισα και ποδοσφαιριστή. Με έβρισε, με απείλησε πως θα με κάνει, θα με δείξει. Μου λέει “δεν θα έρθεις;” Την άλλη μέρα πάω  εκεί που δούλευε. Του λέω “να σου πω, εγώ ήρθα”. Του δίνω ένα χαστούκι… “Πήγαινε στην αστυνομία”, του λέω.  “Εγώ ήρθα”. Στην Κω έκανα το ίδιο, στην Κάλυμνο το ίδιο.»