Καλλιόπη Βουτζαλή: Ζωή εκ των έσω
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1191 ΦΟΡΕΣ
α΄
Η αύρα
Μια γυναίκα με μεσαιωνική περιβολή τείνει το βλέμμα της στο κενό, βυθισμένη στο παρελθόν της. Η έκφρασή της ίσως να κρύβει μια ιστορία με ατέλειωτες μάχες –κάποιες κερδισμένες, άλλες χαμένες. Κι όμως, το βεβιασμένο της μειδίαμα και η σύσπαση των μυών του προσώπου υποδηλώνουν την επιθυμία της να καλύψει όσα αισθάνεται. Η γυναίκα αυτή είναι η «Μητέρα», μία από τις πιο εμβληματικές φωτογραφίες που κοσμούν την δεύτερη ατομική έκθεση της Καλλιόπης Βουτζαλή. Το πένθος υπό τον μανδύα της επίπλαστης αυστηρότητας μάλλον αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του εν λόγω πορτραίτου.
Παρατηρώντας ξανά την «Μητέρα», γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα: μπορεί μία και μόνο φωτογραφία να χαρακτηρίσει το σύνολο του έργου ενός καλλιτέχνη; Στην περίπτωση της Βουτζαλή, η απάντηση είναι θετική. Μια μοναχική, λιγομίλητη φιγούρα που ταλαντεύεται ανάμεσα στο ακατάλυπτο και το ορατό παραπέμπει ίσως στην αέναη πάλη του ανθρώπινου γένους, υπογραμμίζοντας ομοίως την εσωτερική σύγκρουση της καλλιτέχνιδας. Η σύγκρουση του «είναι» και του «φαίνεσθαι» είναι τόσο έκδηλη στις φωτογραφίες αυτές όσο ένα φάντασμα που πλανιέται στην ομίχλη αλλά καταφέρνει παραδόξως να γίνεται αντιληπτό.
Τα πορτραίτα της Βουτζαλή έχουν την αίσθηση μιας «περιρρέουσας ακινησίας», μιας επιφάνειας στάσιμης η οποία όμως κρύβει μια ζωή εκ των έσω. Τα μοντέλα που ποζάρουν στο φακό ποθούν ασυνείδητα να εκφράσουν το πάθος τους δίχως τελικά να καταφέρνουν να το ξεσκεπάσουν. Το πάθος –ή τα πάθη– καταπιέζονται, το εν κρυπτώ-άνομο δικαίωμα καθίσταται συνώνυμο της αναγκαιότητας. Παρόλ’ αυτά, τούτος ο κόσμος των μυστικών και της εσώτερης ταραχής δρα ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό.

Τα πρόσωπα των φωτογραφιών αποτινάζουν τα δεσμά τους και ελευθερώνουν εαυτοίς από τους περιορισμούς της πόζας. Λες και η φωτογράφος δεν είναι η κυρίαρχος του παιχνιδιού αλλά ένα πιόνι, μια μαριονέτα παραδομένη στον κόσμο των ηρώων της. Παρά την όποια στυλιζαρισμένη απεικόνιση όσον αφορά την αμφίεση, το μακιγιάζ και τη στάση του σώματος, τα μοντέλα λειτουργούν ως άχρονοι πρωταγωνιστές ενδόμυχων ιστοριών εν τη απουσία του δημιουργού τους. Το μέσον –ο φακός, στην προκειμένη περίπτωση– μοιάζει ανύπαρκτος, λες και οι φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί από μόνες τους.
Η «παραστατική μνήμη» της Βουτζαλή είναι διακριτική, δίχως όμως να απολύει την εκφραστικότητά της: Μια νεαρή γυναίκα ξεκουράζει το κεφάλι της πάνω στο τραπέζι με τον αγκώνα λυγισμένο. Ένα κορίτσι εναποθέτει ομοίως το κεφάλι του πάνω σ’ έναν πάγκο, αναζητώντας στήριγμα. Ένα μικρό ηλιοκαμένο αγόρι τείνει το βλέμμα του στον φακό με την τόλμη ενός πολεμιστή που έχει χάσει τη μάχη. Η δύναμη κρύβεται στη λεπτομέρεια: Ανεπαίσθητες κινήσεις, λαιμός ελαφρά λυγισμένος, μάτια κενά ή παραδομένα σε ανείπωτες ιστορίες. Ανεπίλυτα θέματα έρχονται στην επιφάνεια, περίεργες αιωρήσεις καραδοκούν.
Αυτό που πλανάται στον αέρα είναι μια αίσθηση επικείμενης καταστροφής, η οποία όμως απαλύνεται από μια ισχνή ελπίδα που αναδύεται από τα συντρίμμια. Το συναίσθημα μετατοπίζεται μέσα απ’ την ατέρμονη συστολή των προσώπων. Οι άνθρωποι των φωτογραφιών δεν κλαίνε ούτε γελούν. Το σκηνικό θυμίζει ένα ηφαίστειο που σιγεί, δεν έχει αποφασίσει να μιλήσει ακόμα.
β΄
Ξανακοιτάζοντας τους Ολλανδούς
Ρίχνοντας μια δεύτερη ματιά στις απεικονίσεις της καλλιτέχνιδας, εγείρονται εύλογα ερωτήματα για τις αισθητικές της καταβολές. Τι ρόλο παίζει η ζωγραφική στις φωτογραφίες της; Ποιά είναι στην ουσία η Καλλιόπη Βουτζαλή; Μια φωτογράφος που ασπάζεται τα δόγματα της Φλαμανδικής σχολής του 15ου, 16ου και 17ου αιώνα, ή μια «μεταμοντέρνα» καλλιτέχνις με νατουραλιστικό περίβλημα; Η διφορούμενη αυτή πλευρά δημιουργεί άραγε δυσκολίες στην κατανόηση, ή ακόμα και στην ερμηνεία του έργου της; «Η ερμηνεία δεν με απασχόλησε ποτέ», δηλώνει η ίδια. «Ό,τι κάνω το κάνω με τα μάτια ανοιχτά, και λίγο πριν το τέλος, κλείνω τα μάτια για ν’ ανασύρω την εικόνα που νομίζω ότι δημιούργησα».
Η ενασχόληση της Βουτζαλή με την ζωγραφική και το σχέδιο χρονολογείται από τα νεανικά της χρόνια, πολύ πριν τις ανώτατες σπουδές της στην φωτογραφία. Η ακουαρέλα, οι τέμπερες, το λάδι, το κάρβουνο, οι υδατογραφίες, τα αχνάρια και τα μολύβια υπήρξαν για αρκετό καιρό τα εκφραστικά της εργαλεία. Το βάθος του φακού όμως πήρε τελικά τα ηνία, παρασύροντάς την στον θεατό κόσμο των αθέατων «κλικ». Παρόλ’ αυτά, η ζωγραφική δεν σταμάτησε ποτέ να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού της.

Οι σχεδόν λαξευμένες επιστρώσεις του καμβά και η χρήση του χρώματος αποτελούν έκδηλα στοιχεία στις φωτογραφικές της απεικονίσεις. Στη συγκεκριμένη συλλογή, η Καλλιόπη Βουτζαλή αντλεί από τον πρώιμο ολλανδό ζωγράφο Rogier van der Weyden (1399 ή 1400-18 Ιουνίου 1464), καθώς και έναν εκ των σημαντικότερων εκφραστών της Χρυσής Εποχής της ολλανδικής ζωγραφικής, τον Johannes Vermeer (1632-1675). «Ποιός θα τολμούσε να συγκριθεί μαζί τους»; αναρωτιέται η καλλιτέχνις. «Κι όμως, οι μούσες των μεγάλων αυτών ζωγράφων με καταδιώκουν ακατάπαυστα, τα πρόσωπά τους…
Η ώχρα, το καφέ και το λευκό μού μιλάνε, κάνουν διάλογο με τη φωτογραφική μου μηχανή. Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι δάσκαλοί μου, και φωτίζουν απ’ τον άλλο κόσμο τις νύχτες μου. Τα πινέλα τους λες και ευλογούν τους φακούς μου, και τότε, σαν από θαύμα, κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει. Τα χρώματά τους γίνονται δικά μου».
Υπάρχουν όντως τόσοι συσχετισμοί με τους ολλανδούς που θα πίστευε κανείς ότι η Βουτζαλή κινείται περισσότερο στα πλαίσια του παρελθόντος παρά του παρόντος. «Δεν ισχύει κάτι τέτοιο», λέει η ίδια. «Πάντα με προβλημάτιζε το παρελθόν. Το παρελθόν έχει μέσα του κάτι το ανεπίλυτο, με την έννοια ότι είναι μη αναστρέψιμο.
Όπως και νά ’χει όμως, είναι αδύνατον να αρνείσαι την πραγματικότητα του παρόντος και την αμφιβολία του μέλλοντος. Μου αρέσει να αναμιγνύω τον χρόνο, τον χώρο και την ψυχική διάθεση. Εύχομαι οι άνθρωποι να μην έπαιρναν το χρόνο τόσο σοβαρά». Παρόλ’ αυτά, ο χρόνος είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Ο χρόνος είναι γιατρός αλλά και τιμωρός, ευδιάκριτος και δυσδιάκριτος μέσα σ’ αυτό το πανηγύρι που λέγεται ανθρώπινη φύση.
Η ροδίτισσα καλλιτέχνις έχει πλήρη συνείδηση αυτού, όπως άλλωστε και ο Weyden σχεδόν έξι αιώνες πριν. Ο φλαμανδός ιστορικός τέχνης Karel van Mander (Μάιος 1548-2 Σεπτεμβρίου 1606), συνόψισε πολύ εύστοχα την όλη κατάσταση σε μία πρόταση: «Η μεγάλη καλλιτεχνική συνεισφορά του Rogier van der Weyden έγκειται στις ιδέες του, στην ανασύνθεση και απεικόνιση της ανθρώπινης ψυχής μέσα από τον πόνο, την ευτυχία ή τον θυμό, στην επεξεργασία όλου αυτού του συναισθηματικού φάσματος μέσα στα πλαίσια της θεματολογίας του έργου του».
Παρατηρώντας πιο προσεκτικά τις δημιουργίες του ολλανδού ζωγράφου και της ελληνίδας φωτογράφου, δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να καταλάβει την ύπαρξη μιας κοινής γραμμής που διέπει τις προσωπογραφίες του εκάστοτε καλλιτέχνη. Παραδείγματος χάριν, τα έργα της Βουτζαλή με τίτλο «Σπουδή 1460: Το Κορίτσι με το Τατουάζ Ι» και «Το Κορίτσι με το Τατουάζ ΙΙ» θα μπορούσαν να εκληφθούν ως έμμεσες αναφορές στο έργο του Weyden «Πορτραίτο μιας Γυναίκας» (π. 1460). Η κοινή χρονολογία –το 1460 ως τίτλος για την φωτογράφο και ως χρονική στιγμή δημιουργίας για τον ζωγράφο αντίστοιχα– εμπεριέχει ίσως τον δικό του συμβολισμό.
Είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς το κοινό έδαφος των δύο καλλιτεχνών, παρά το γεγονός ότι τους χωρίζουν αιώνες. Η «Γυναίκα» του Weyden έχει το κεφάλι της καλυμμένο μ’ έναν κατάλευκο σκούφο με υποσιάγωνο, ενώ τα μεγάλα, εκφραστικά της μάτια προσθέτουν στο όλο μυστήριο. «Το Κορίτσι» της Βουτζαλή από την άλλη πλευρά δεν στερείται του μυστηρίου αυτού. Το κεφάλι της είναι ομοίως καλυμμένο μ’ ένα σκούρο βελούδινο καπέλο, και τ’ αμυγδαλωτά της μάτια κρύβουν τη δική τους άγνωστη ιστορία.

Οι ομοιότητες όμως δεν σταματούν εδώ. Ένας ενδελεχής παρατηρητής θα διαπιστώσει πολύ περισσότερα. Η «Μητέρα» της Βουτζαλή για παράδειγμα τείνει το βλέμμα της ελαφρά προς τα πάνω, φαινομενικά αποστασιοποιημένη, αρχοντική ακόμα και μέσα στην ήττα της. Η μητρική αυτή φιγούρα που αναπαριστάται εξαίσια από την ροδίτισσα φωτογράφο θυμίζει έντονα την εμβληματική προσωπογραφία του Weyden με τίτλο «Πορτραίτο της Γυναίκας με τον Φτερωτό Σκούφο».
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η γυναίκα τείνει το βλέμμα ελαφρώς προς τα κάτω με τα χέρια σταυρωμένα. Και στα δύο αυτά έργα, οι γυναίκες προσπαθούν να κρύψουν όσα αισθάνονται, το κεφάλι τους καλυμμένο για να προστατεύσει ίσως τις μύχιες σκέψεις από τη θέασή τους.
Η αυστηρότητα στην έκφραση του προσώπου χρησιμοποιείται ως πρόσχημα επικάλυψης της εσωτερικής (ανα)ταραχής. Η Βουτζαλή προτιμά να χρησιμοποιεί ζωντανά μοντέλα στις φωτογραφίες της, όπως άλλωστε και ο Weyden στα θρυλικά του δίπτυχα και τις προσωπογραφίες του. «Υπάρχει μια έντονη δυναμική σ’ αυτά τα πρόσωπα…», μάς λέει η καλλιτέχνις, «…τόσα πολλά να πάρεις και να δώσεις. Οι δυνατότητες είναι άπειρες, και η διάδραση μεταξύ μοντέλου και φωτογράφου κάτι το ασύλληπτο». Όπως το ίδιο ασύλληπτη είναι η κοινή γραμμή δύο καλλιτεχνών που τους χωρίζουν σχεδόν έξι αιώνες. Η απόσταση του χρόνου όμως δεν έχει σημασία.
Αυτό που χαρακτηρίζει την ελληνίδα φωτογράφο και τον ολλανδό ζωγράφο είναι η έντονη παρατηρητικότητα και μια απίστευτη ικανότητα ενδοσκόπησης. Παρόλ’ αυτά, και οι δύο εξιδανικεύουν κάποια στοιχεία στην έκφραση των προσώπων. Και τούτο ίσως διότι η νατουραλιστική απεικόνιση των πορτραίτων, είτε σε θέση προφίλ είτε από τη μέση και πάνω, έχει χαρακτήρα υπαινικτικό. Τα πρόσωπα δεν δηλώνουν. Υποδηλώνουν. Κι όλ’ αυτά σε μια παλέτα χρωμάτων τόσο όμοια και τόσο διαφορετική. Η Βουτζαλή από τη μια χρησιμοποιεί σκουρότερα χρώματα και πιο σκοτεινό φωτισμό, ενώ ο Weyden κάνει χρήση περισσότερο φωτεινών αποχρώσεων.
Η ροδίτισσα καλλιτέχνις δεν είναι φυσικά η πρώτη που έχει ενσταλάξει την αισθητική και φιλοσοφία της ζωγραφικής τέχνης στις φωτογραφίες της. Αυτό που ίσως την διαχωρίζει από άλλους καλλιτέχνες είναι η διεισδυτική της ματιά και η προσκόλληση στην λεπτομέρεια. Κι όλα αυτά υπό το πρίσμα μιας έντονης θεατρικότητας που λαμβάνει σάρκα και οστά σε χώρους κλειστούς, σε μικρά δωμάτια.
Η πρακτική του “studio-lab” –δηλαδή ενός είδους εργαστηρίου και στούντιο μαζί που χρησιμεύει ως σκηνή για τα μοντέλα– είχε αρχικά υιοθετηθεί από τον Johaness Vermeer (1632-1675), έναν εκ των σημαντικότερων ζωγράφων της λεγόμενης Χρυσής Εποχής της ολλανδικής τέχνης (Αναγέννηση και Μπαρόκ). Ο Vermeer άντλησε από τον Pieter de Hooch (1629-ύστ. 1675), ο οποίος υπήρξε κύριος εκφραστής του «ιλλουζιονισμού», μιας τεχνικής απεικονίσεως αντικειμένων ή σκηνής αποσκοπούσα στην δημιουργία ψευδαίσθησης του πραγματικού μέσω της οπτικής απάτης.
Έχοντας αυτό κατά νου, ο Vermeer απεικόνισε ιδιωτικές στιγμές της μεσοαστικής τάξης που ελάμβαναν χώρα σε εσωτερικούς χώρους, ως επί τω πλείστον στις οικείες αυτών. Η Βουτζαλή κάνει ακριβώς το ίδιο. Στο δεύτερο μέρος αυτής της έκθεσης, οι φωτογραφίες εξιστορούν τη ζωή σε μικροσκοπικά δωμάτια. Χρησιμοποιούνται τα ίδια έπιπλα και τα ίδια διακοσμητικά, αλλά με διαφορετική διαρρύθμιση κάθε φορά. Οι πρωταγωνιστές είναι οι ίδιοι, κυρίως γυναίκες.
Η ροδίτισσα καλλιτέχνις, όπως και ο Vermeer, παραθέτει μέσω του φακού της καθημερινές στιγμές, οι οποίες, παρά την όποια κοινοτυπία τους, αντιμετωπίζονται σαν κάτι μοναδικό, όπως άλλωστε είναι και η κάθε στιγμή της ζωής μας. Τούτη η σαγηνευτική σύζευξη απλότητας και πολυπλοκότητας προσφέρει μία λίαν ενδιαφέρουσα ανάγνωση:
Στο έργο της Βουτζαλή με τίτλο “Thinking about you”, μια γυναίκα στέκει στο μέσον ενός ημιφωτισμένου δωματίου κρατώντας ένα πιατάκι κι ένα φλυτζάνι του τσαγιού. Στη φωτογραφία με τίτλο “Things Unsettled: Sorrow”, μια άλλη γυναίκα καθισμένη σε μια καρέκλα φαίνεται να πενθεί σιωπηλά, με τον αγκώνα της να ξεκουράζεται πάνω σ’ ένα παλιό μπουντουάρ. Στο έργο “Turkish Delight”, η ίδια γυναίκα κάθεται μπροστά από ένα τραπέζι γεμάτο λουκούμια και μυρίζει ένα λουλούδι. Φαίνεται παραδομένη στις σκέψεις της, μην έχοντας ιδέα ότι παρακολουθείται εξονυχιστικά απ’ όλους εμάς.
Οι φωτογραφικοί αυτοί πίνακες σπανίως αναπαριστούν μία «ενεργητική» πράξη. Μονάχα τα πρόσωπα αυτοαντιπαραβάλλονται –κάποιες φορές σκεφτικά, κάποιες άλλες με βλέμμα που τείνει σ’ ένα συγκεκριμένο αντικείμενο εντός του χώρου. Η δράση δεν είναι εξωτερική. Είναι εσωτερική, με νοητικές, διανοητικές και ψυχολογικές προεκτάσεις. Από την άλλη μεριά, τα μοντέλα του Vermeer βρίσκονται απορροφημένα σε μια συγκεκριμένη πράξη, όπως, επί παραδείγματι, στους πίνακες με τίτλο “A Lady Writing a Letter” και “Lady Seated at a Virginal” (μια γυναίκα γράφει ένα γράμμα, ενώ μια άλλη παίζει το κλειδοκύμβαλο).
Στις περιπτώσεις αυτές, η αντιπαράθεση μεταξύ της Βουτζαλή και του Vermeer είναι εμφανής. Τα μοντέλα της φωτογράφου είναι βυθισμένα σε μια εσωτερική συζήτηση-αναζήτηση, είτε ανακλινόμενα σε κάποιο τραπέζι, όπως για παράδειγμα στα έργα με τίτλο “Never crossed sea” και “Sweet dreams”, είτε φαινομενικά περιμένοντας κάτι ή κάποιον, όπως στις φωτογραφίες με τίτλο “Awaiting Bride” και “Unsettled things: wish you were here”.
Αυτό όμως που προσδίδει μια άλλη διάσταση στις φωτογραφικές απεικονίσεις της καλλιτέχνιδας είναι η χρήση των ίδιων των αντικειμένων, τα οποία φαίνονται να συζητούν μεταξύ τους και να αλληλεπιδρούν με τον έμψυχο κόσμο που τα περιβάλλει. Στην περίπτωση αυτή, τα άψυχα αντικείμενα δεν έχουν μία αμιγώς χρηστική αξία αλλά λειτουργούν ως «διευκολυντές», ή ίσως και «ρυθμιστές” της εκάστοτε ιστορίας.
Όπως άλλωστε συμβαίνει και στην περίπτωση του Vermeer, παρουσιάζουν εαυτοίς σαν μία προέκταση της πλοκής όποτε και όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Είναι λες και τα τραπέζια, οι καρέκλες και οι καθρέπτες έχουν την ικανότητα να αισθάνονται και να επιθυμούν. Κοιτάζοντας πιο προσεκτικά τους πίνακες του Vermeer και τις φωτογραφίες της Βουτζαλή, βλέπουμε ότι και οι δύο καλλιτέχνες δημιούργησαν έναν ιδεατό κόσμο, έναν κόσμο πολύ καλύτερο απ’ αυτόν που συνάντησαν στην πραγματικότητα.
Οι συνθέσεις τους χαρακτηρίζονται από μια αίσθηση ισορροπίας και τάξης η οποία όμως δεν στερείται ποιητικής εκφραστικότητας. Ο ολλανδός ζωγράφος και η ελληνίδα φωτογράφος λατρεύουν την αλληλεπίδραση του φωτός πάνω στις επιφάνειες, και τούτο γίνεται αμέσως αντιληπτό στα έργα τους.

Η παραμικρή λεπτομέρεια έχει δουλευτεί με τρόπο απαράμιλλο. Από τη μια, ο Vermeer χρησιμοποιούσε μονόχρωμες αποχρώσεις του γκρι ή μια περιορισμένη παλέτα από καφέ και γκρι την οποία διαπότιζε με επιστρώσεις κόκκινου και διαφορετικές αποχρώσεις κίτρινου και γαλάζιου, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι περνούσε τους πίνακες με διάφανο βερνίκι. Μια αντίστοιχη καθαρότητα είναι έκδηλη και στις φωτογραφίες της Βουτζαλή, η οποία όμως κάνει χρήση πιο σκούρων χρωματικών συνδυασμών που ταιριάζουν περισσότερο στην ενδοσκοπική διάθεση των ηρώων της.
Με τον ίδιο τρόπο που η ελληνίδα φωτογράφος έχει ενστερνιστεί τις αρχές της ζωγραφικής στα έργα της, έτσι και ο ολλανδός ζωγράφος φέρεται να είχε χρησιμοποιήσει αμιγώς οπτικές τεχνικές, όπως καμπύλους καθρέπτες, camera obscura ή camera lucida στην πρώιμη φυσικά μορφή τους, με σκοπό να επιτύχει μεγαλύτερη ακρίβεια στη σύνθεση, όπως παρατηρεί πολύ εύστοχα ο βρετανός καλλιτέχνης David Hockney στο βιβλίο του με τίτλο “Secret Knowledge: Rediscovering the Lost Techniques of the Old Masters”. Στην περίπτωση αυτή, βλέπουμε ότι η φωτογραφία και η ζωγραφική διατηρούν άρρηκτους δεσμούς, ενώ συχνά υπερπηδούν με τρόπο ακούσιο πολιτισμικά, χωρικά και χρονικά όρια.
Τον δέκατο ένατο αιώνα, οι κριτικοί αναφέρονταν στους πίνακες του Vermeer ως «ζωντανές φωτογραφίες». Στις μέρες μας, οι ειδικοί της τέχνης έχουν ακριβώς την ίδια άποψη: Τα έργα του ολλανδού ζωγράφου είναι άκρως φωτογραφικά. Άραγε, είχε η Βουτζαλή στο πίσω μέρος του μυαλού της όλη αυτή την φιλολογία όταν δημιουργούσε τον δικό της φωτογραφικό καμβά; «Όχι», επιμένει η ίδια. «Όλα έχουν γίνει από ένστικτο».
Μετά από χρόνια μελέτης, έρευνας, σπουδών, σεμιναρίων, εκθέσεων και ταξιδιών, το ασυνείδητο είναι αυτό που παίρνει τα ηνία. Οι μνήμες, οι εμπειρίες, η γνώση και η δεξιότητα ενώνονται και αναβλύζουν ως μια οντότητα, χωρίς περιορισμούς. Όταν παίζω με τους φακούς μου, δεν ξέρω τί ακριβώς κάνω. Κάποιες φορές, έχω την αίσθηση ότι ο θεατής γνωρίζει πολύ καλύτερα από μένα».
Η Πόπη, ή αλλιώς Pops, όπως αποκαλούν την Βουτζαλή οι στενοί της φίλοι, δεν είναι μόνη σ’ όλο αυτό το εγχείρημα. Η Di Raven, μία γνήσια make-up artist με έντονο ταμπεραμέντο συνέτεινε αποφασιστικά στην δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας, φροντίζοντας οι επιστρώσεις της πάνω στα πρόσωπα των μοντέλων να αναδεικνύουν το καταπιεσμένο συναίσθημα και την αλληλεπίδραση του φωτός. Όλα αυτά σε συνδυασμό με τα σκηνικά, τα κοστούμια και τον φωτισμό κάνουν τα έργα αυτά συνώνυμο της δεξιοτεχνίας. Έντονη θεατρικότητα, νατουραλιστική απεικόνιση και μια σχεδόν αλλόκοσμη διάθεση καθιστούν τις φωτογραφίες της Βουτζαλή ένα μοναδικό φαινόμενο που σπάνια ξεχνάει κανείς.
γ΄
Το αόρατο χέρι του μαριονετίστα
Η λήθη όμως δεν ταιριάζει εδώ –μόνο η μνήμη και η ανάμνηση, άλλοτε καταπιεσμένη και άλλοτε απωθημένη. Στα έργα της Βουτζαλή, οι γυναίκες έχουν τον πρωταρχικό ρόλο σ’ έναν αθέατο κόσμο ανδρών. Ο κόσμος αυτός ξεγλιστρά αθόρυβα από τη ζωή τους σαν φάντασμα που πλανιέται στην ομίχλη αλλά καταφέρνει παραδόξως να γίνεται αντιληπτό.
Στην φωτογραφία με τίτλο “Unfortunate news”, μια νεαρή γυναίκα κρατάει σφιχτά το ακουστικό του τηλεφώνου. Πίσω στον τοίχο είναι καρφωμένη η φωτογραφία ενός άνδρα. Εκείνη καλύπτει το πρόσωπό της με το ένα χέρι, μην έχοντας ιδέα ότι παρακολουθείται εξονυχιστικά απ’ όλους εμάς. Τα νέα δεν φαίνονται καλά. Ίσως ο άνδρας της φωτογραφίας την εγκατέλειψε, ή πέθανε, ή, πάλι, δεν υπήρξε ποτέ. Η εικόνα αυτή αποτελεί την σφραγίδα της καλλιτέχνιδας, ένα σήμα κατατεθέν στον κρυμμένο της κόσμο.
Είναι αλήθεια ότι η Βουτζαλή σπανίως μιλάει για τα συναισθήματά της. Προτιμά ν’ αφήνει τις φωτογραφίες της να μιλούν. Κι όμως, σε μια σπάνια ιδιωτική στιγμή μάς αποκάλυψε κάποτε την πραγματική φύση της ζωής εκ των έσω: «Το πένθος και η απουσία σ’ έναν κόσμο γυναικών», μας είπε, «και η βίωσή του χωρίς τυμπανοκρουσίες».
Στα έργα της οι γυναίκες στέκουν μόνες, με την παντοδύναμη αρσενική φιγούρα απούσα αλλά ουσιαστικά παρούσα στη μνήμη. Ίσως οι άνδρες τις εγκατέλειψαν, ή πέθαναν, ή, πάλι, δεν υπήρξαν ποτέ. Η μοναδική φωτογραφία που απεικονίζει έναν άνδρα σε τούτη την έκθεση έχει τον τίτλο “Loss”. Το μοντέλο βρίσκεται βυθισμένο σε μύχιες σκέψεις, στηρίζοντας το χέρι του στο μέτωπο.
Στον τοίχο φαίνεται καθαρά το σημάδι ενός κάδρου που δεν υπάρχει πια, με το καρφί να θυμίζει μια παλιά παρουσία. Η αλληγορία εδώ είναι τόσο έντονη: Ένας άνδρας στον κόσμο των γυναικών πενθεί σιωπηρά για τη δική του απουσία.

Τα παιδιά ακολουθούν ακριβώς το ίδιο μοτίβο. Στο έργο με τίτλο “Peaceful”, ένα κοριτσάκι ντυμένο στα λευκά κρατά μια πάπια με τα μάτια κλειστά. Στην φωτογραφία που τιτλοφορείται “Waiting for Goliath”, ένα μικρό αγόρι κοιτάζει μέσα στον φακό λες και περιμένει κάτι ή κάποιον. Εδώ η ξεγνοιασιά δεν έχει την τιμητική της, το παιχνίδι απουσιάζει. Είναι λες και τα μάτια των παιδικών ηρώων –ανοιχτά ή κλειστά– επιθυμούν να εξιστορήσουν ενδόμυχες ιστορίες ενός κόσμου που έχει χαθεί. Αυτός όμως ο κόσμος του συγκαλυμμένου πένθους δεν βρίθει συναισθηματισμού. Δεν υπάρχουν μεγάλα δράματα, ούτε κλαυθμοί και οδυρμοί. Η καλλιτέχνις κρατά την ισορροπία χωρίς να γίνεται μελοδραματική.
Στο τέλος, η Βουτζαλή καταφεύγει στην διακωμώδηση. Η φωτογραφία με τίτλο “Breaking free” αναπαριστά μια γυναίκα με μεσαιωνική περιβολή που θυμίζει γελωτοποιό να κάνει με το στόμα της μια τεράστια φούσκα. Η όποια διακωμώδηση όμως δεν ενέχει καμμία κακία, καμμιά πικρόχολη διάθεση.
Είναι λες και η καλλιτέχνις μάς λέει φωναχτά: «Προσέξτε. Ο κόσμος είναι γεμάτος ψεύδη και διαστρεβλώσεις, Μην τον παίρνετε στα σοβαρά. Απολαύστε τις μικρές χαρές της ζωής, οι οποίες τελικά δεν είναι και τόσο μικρές όσο φαίνονται. Κάντε μια φούσκα με το στόμα σας, δείτε την να μεγαλώνει κι ύστερα να σκάει στον κρύο αέρα. Και δημιουργήστε νέες φούσκες ξανά και ξανά».
Κι έτσι λοιπόν δημιουργούνται νέες φούσκες, διαγράφονται νέοι κύκλοι. Παρελθόν και παρόν συνυφαίνονται με τρόπο γλυκόπικρο, με την αμφιβολία να μεταλλάσσεται σε σιγουριά και την σιγουριά σε αμφιβολία.
Η Καλλιόπη Βουτζαλή εμπνέεται από τους μεγάλους δασκάλους και δημιουργεί χωρίς τυμπανοκρουσίες. Εδώ και χρόνια, εργάζεται σιωπηρά και αγόγγυστα, προσπαθώντας να ζήσει και να επιζήσει σ’ έναν ασταθή, άσχημο κόσμο. Δεν διακατέχεται από κανενός είδους έπαρση, επίδειξη ή επιτήδευση. Το μόνο που την απασχολεί είναι να δρέψει τους καρπούς του έργου της.
Κι όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο John Berger στο τελευταίο βιβλίο της ζωής του με τίτλο “Portraits”, οι προσδοκίες, οι επιλογές, τα λάθη και οι νέες ανακαλύψεις είναι αυτά που καθορίζουν την πραγματική φύση του καλλιτέχνη. Η Βουτζαλή γνωρίζει πολύ καλά ότι η αμφιβολία και η υποκειμενικότητα θέτουν άπειρους περιορισμούς στο βασίλειο της τέχνης. Παρόλ’ αυτά, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τους αόρατους μαριονετίστες στα κουκλοθέατρα, η καλλιτέχνις σπάει τα δεσμά και χαρίζει στους ήρωές της την ανεξαρτησία τους, εμφυσώντας τους μια καινούργια ζωή. Μια ζωή εκ των έσω.
Η δεύτερη ατομική έκθεση της Καλλιόπης Βουτζαλή με τίτλο “Things Unsettled” λαμβάνει χώρα από τις 29 Απριλίου έως τις 10 Μαΐου 2017 στο Κατάλυμα της Γαλλίας στην Οδό Ιπποτών Μεσαιωνικής Πόλεως Ρόδου, υπό την αιγίδα του Γαλλικού Προξενείου. Ώρες έκθεσης: Καθημερινά, 09:30-13:00 και 17:30-20:00.
© Κείμενο: Ευάγγελος Χριστόφορος Τυρόγλου, λογοτεχνικός μεταφραστής/συντάκτης.
[Το κείμενο γράφθηκε αρχικά στην αγγλική γλώσσα και αποτελεί μέρος της επίσημης έκδοσης της έκθεσης.] Ο συντάκτης θα ήθελε να ευχαριστήσει θερμά τους Λίζα Τσοπανάκη (ΡΟΔΙΑΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ), Γεωργία Αλεβιζάκη (ECM Greece) και Σοφία Χαλκίδου (Wellenwide) για την ουσιαστική τους βοήθεια.
© Φωτογραφίες: Καλλιόπη Βουτζαλή
© Φωτογραφίες εγκαινίων: Απόστολος Κουμούλης.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News