Διαμεσολάβηση, κάτι νέο

Γράφει η Δήμητρα Βεσλεμέ
δικηγόρος Πειραιά Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών, Πιστοποιημένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας  και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

 

Η Διαμεσολάβηση, ένας θεσμός που είναι γνωστός και εφαρμόζεται με επιτυχία αρκετές δεκαετίες σε όλον τον κόσμο, είναι κάτι νέο για την Ελληνική πραγματικότητα. Με την εισαγωγή του θεσμού αυτού στην ελληνική έννομη τάξη, έγινε δυνατή η εξωδικαστική επίλυση διαφορών, ικανοποιώντας έτσι την ανάγκη της κοινωνίας για μια εναλλακτική προσέγγιση σε πλήθος ζητημάτων, πέραν της δικαστικής οδού, της οποίας η ευόδωση είναι χρονοβόρα, κοστοβόρα και με αβέβαια αποτελέσματα για τους διαδίκους.

Η Διαμεσολάβηση εντάχθηκε στο ελληνικό νομικό πλαίσιο με το ν.3898/2010, ενσωματώνοντας την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και ισχύει σήμερα όπως τροποποιήθηκε από τον ν. 4512/2018.

Τι είναι η Διαμεσολάβηση;
Είναι μια διαρθρωμένη διαδικασία εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, υποβοηθούμενη από τον Διαμεσολαβητή. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι πάρα πολλά από τα θέματα που ανακύπτουν στην καθημερινότητα μπορούν να επιλυθούν και να ρυθμιστούν και εκτός δικαστηρίων, με την συνδρομή ειδικού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η έκβαση μιας Διαμεσολάβησης υποχρεούται να είναι επιτυχής.

Μπορεί να αποβεί και άκαρπη, καθώς τα μέρη διατηρούν το δικαίωμα της αποχώρησης από την διαδικασία αν και εφόσον το επιθυμούν, σε κάθε στάδιο αυτής. Σημασία έχει η ελεύθερη και εκούσια βούληση των μερών, η εκατέρωθεν ικανοποίηση της οποίας είναι το ζητούμενο.

Ποιός ο ρόλος ενός Διαμεσολαβητή;
Ο ρόλος του Διαμεσολαβητή, τον οποίο μπορεί να αναζητήσει κανείς διαδικτυακά στο ειδικό ανηρτημένο μητρώο της ιστοσελίδας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και ο οποίος είναι ειδικά εκπαιδευμένος και πιστοποιημένος από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και διακρίνεται για την ουδετερότητα και την αμεροληψία του, σε αυτήν την διαδικασία έγκειται στην υποβοήθηση των μερών μέσω των γνώσεων και δεξιοτήτων του -με την συνδρομή σαφώς και των παραστατών δικηγόρων τους- με σκοπό να καταλήξουν σε μια αμοιβαία και κοινά αποδεκτή λύση στο ζήτημα που τα απασχολεί. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν λαμβάνει ούτε επιβάλλει καμία απόφαση για λογαριασμό τους, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση ενός δικαστηρίου ή μιας διαιτησίας.

Τι ζητήματα μπορούν να λυθούν με διαμεσολάβηση;
Μέσω της διαμεσολάβησης μπορούν να επιλυθούν αστικές και εμπορικές διαφορές ιδιωτικού δικαίου,υφιστάμενες ή μέλλουσες, διαφορές δηλαδή ανάμεσα σε ιδιώτες και όχι ανάμεσα σε ιδιώτη και την  Πολιτεία, για τις οποίες η κάθε πλευρά έχει την εξουσία να διαθέτει το αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή  το δικαίωμα να αποφασίζει. Για το λόγο αυτό, για παράδειγμα, δεν είναι δεκτικά διαμεσολάβησης ζητήματα ποινικής φύσης. Για αρκετές από τις διαφορές αυτές, βάσει του ν. 4512/2018, η υπαγωγή στην διαμεσολάβηση είναι υποχρεωτική, χωρίς αυτό να εκλαμβάνεται και ως υποχρεωτική λύση.

Παραδείγματα

υπαγόμενων διαφορών

Το πεδίο εφαρμογής της διαμεσολάβησης είναι πραγματικά ευρύτατο. Τελείως ενδεικτικά μπορούν να είναι δεκτικές διαμεσολάβησης διαφορές ανάμεσα σε μισθωτή και εκμισθωτή ενός ακινήτου,σε δύο πρώην συζύγους αναφορικά με τα θέματα επικοινωνίας και διατροφής των τέκνων τους, στους εταίρους μιας εταιρείας και τους προμηθευτές τους, ή για χρηματοοικονομικές απαιτήσεις από άλλες εταιρείες και συνεργάτες, ή για θέματα ενδοεταιρικά ανακύπτοντα μεταξύ των ίδιων των εταίρων, σε συγγενικά πρόσωπα σχετικά με κληρονομικά ζητήματα, σε γιατρούς και ασθενείς στην περίπτωση ιατρικών λαθών, σε εργαζόμενους και εργοδότες και πλήθος ακόμα.

Μπορεί να πραγματοποιηθεί διαμεσολάβηση εν μέσω δικαστικής διένεξης;
Ακόμα κι αν εκκρεμεί η εκδίκαση κάποιας ιδιωτικής διαφοράς, ο νόμος παρέχει το δικαίωμα της προσφυγής στη διαμεσολάβηση. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο υποχρεούται να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης, μέχρι την περάτωση της διαδικασίας της διαμεσολάβησης, για διάστημα όχι μικρότερο των 3 μηνών και όχι μεγαλύτερο των 6 μηνών.

Τι οφέλη προσφέρει η διαμεσολάβηση;
Επιλέγοντας την διαμεσολάβηση δίνεται η δυνατότητα καταρχήν τα εμπλεκόμενα μέρη να εκφράσουν και να αποτυπώσουν την πραγματική τους βούληση.

Η συνολική χρονική έκταση που μπορεί να λάβει, ξεκινώντας από την αρχική επαφή με το διαμεσολαβητή μέχρι και την τελική διαδικασία και την σύνταξη του ανάλογου Πρακτικού, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 60 ημέρες, συνεπώς πρόκειται για την ταχύτερη δυνατή επίλυση μιας διαφοράς εντός του ελληνικού διακαιϊκού συστήματος.

Τα οφέλη που προκύπτουν ωστόσο έχουν και ποιοτικό χαρακτήρα καθώς η διαμεσολάβηση διέπεται από εμπιστευτικότητα, απόρρητο και εχεμύθεια. Επιπρόσθετα, το Πρακτικό που συντάσσεται σε μια επιτυχή διαμεσολάβηση, μπορεί να κατατεθεί στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο και να αποτελέσει τίτλο εκτελεστό, όπως ακριβώς και μια δικαστική απόφαση.

Η Διαμεσολάβηση, λοιπόν, μπορεί να λειτουργήσει ως ο κινητήριος μοχλός για την πραγματική επίτευξη επιδιωκώμενων στόχων με την παράλληλη προστασία των ανθρωπίνων σχέσεων, τον περιορισμό του χρονικού και οικονομικού κόστους, την αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό του δικαστικού συστήματος και τελικά την ικανοποίηση της ανάγκης μας ως κοινωνία για άμεση και ουσιαστική επίλυση πλήθους ζητημάτων.