Ανατολική Μεσόγειος: Παιχνίδια με τη φωτιά….

Γράφει η Υπ. Διδάκτωρ Παν/μιου Αιγαίου
Περιφερειακή Σύμβουλος 
και τ. Αντπεριφερειάρχης Νοτίου Αιγαίου
Ελευθερία Φτακλάκη

Το σκηνικό έντασης που έχει δημιουργηθεί στην Ανατολική Μεσόγειο μετά από τις πρωτοβουλίες της Τουρκίας τόσο στην Μέση Ανατολή με την επέμβαση στη Βόρεια Συρία, όσο και στη Κύπρο και στο Αιγαίο με την παρουσία μονάδων του τουρκικού πολεμικού ναυτικού σε περιοχές που ανήκουν είτε στην κυπριακή ΑΟΖ είτε ακόμη και στα ελληνικά χωρικά ύδατα δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. 

Όπως πολύ εύστοχα έχει επισημάνει ο Γεν. Δντής του ΕΛΙΑΜΕΠ κ. Θ. Ντόκος, τόσο η εσωτερική πολιτική κατάσταση της Τουρκίας, όσο και η τουρκική στρατηγική σκέψη για την θέση της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή αποτελούν τους βασικούς μοχλούς της τουρκικής επιθετικότητας. Ως προς την πρώτη διάσταση είναι προφανής η μετα-πραξικοπηματική ανάγκη του Ερντογάν να αναζητήσει πολιτικά ερείσματα στο εθνικιστικό άκρο του τουρκικού πολιτικού φάσματος, οπότε οι επιθετικές πρωτοβουλίες είναι επιβεβλημένες. Ως προς τη δεύτερη διάσταση, η Τουρκία θεωρεί το συριακό/κουρδικό ζήτημα ως ζήτημα υπαρξιακής φύσεως για την ίδια και δεν διστάζει να αποστασιοποιηθεί ακόμη και από τις θέσεις των ΗΠΑ για το θέμα. 

Στο δε θέμα των θαλασσίων συνόρων με Ελλάδα και Κύπρο, η τουρκική αντίδραση στις διερευνητικές γεωτρήσεις που γίνονται ή θα γίνουν είναι αποτέλεσμα της πρόδηλης αντίληψης της Άγκυρας ότι τυχόν αποχή από τις εξελίξεις αυτές θα αποδυναμώσει τις τουρκικές αξιώσεις για τη μελλοντική εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στην περιοχή. Ας μην ξεχνάμε τις νέο-οθωμανικές κορώνες του Τούρκου Προέδρου και των συνεργατών περί του τουρκικού γίγαντα, ο οποίος φαίνεται να ασφυκτιά τόσο ως προς τα νότια σύνορα του (Συρία-Ιράκ-Κύπρος), όσο και ως προς τα δυτικά (Ελλάδα), ενώ διαθέτει το πληθυσμιακό μέγεθος και την στρατιωτική ισχύ για να δημιουργήσει ένα ζωτικό χώρο γύρω της (ας μην ξεχνάμε ποιες ήταν οι συνέπειες όταν κάποιο κράτος πριν περίπου 70 χρόνια επεδίωξε με επιθετικό – ακόμη και στρατιωτικό – τρόπο την δημιουργία ζωτικού χώρου γύρω του).

Σε αυτά τα δεδομένα η ελληνική στάση παραμένει κρίσιμο ζητούμενο. Είναι προφανές ότι η Τουρκία έχει αποκτήσει πλεονέκτημα στη θέση εκκίνησης της όποιας συζήτησης. Όπως παρατηρεί ο καθηγητής του Παντείου Παν/μιου Κ. Υφαντής, τα σενάρια αυτής της εξέλιξης είναι απαισιόδοξα, είτε λιγότερο, είτε περισσότερο. Το λιγότερο αρνητικό σενάριο είναι να γίνει μια διαπραγμάτευση με στόχο την διαμόρφωση μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, που όμως θα σημαίνουν αυτομάτως μερική ή πλήρη νομιμοποίηση των ισχυρισμών της Τουρκίας (π.χ. de facto αποστρατικοποίηση της περιοχής των Ιμίων). 

Το περισσότερο αρνητικό σενάριο είναι η τουρκική πλευρά να επιδιώξει μια πλήρη διαπραγμάτευση όλων των θεμάτων που θεωρεί αμφισβητήσιμα (υφαλοκρηπίδα, νησιά ανατολικού αιγαίου, ΑΟΖ, εναέριος χώρος, κλπ) και με το ελληνικό πολιτικό προσωπικό καταπονημένο από την εσωτερική πολιτική διαμάχη και σε μεγάλο βαθμό κοινωνικά απαξιωμένο και απονομιμοποιημένο, να πετύχει σημαντικές εκχωρήσεις εκ μέρους της Ελλάδος (και κανείς δεν θέλει καν να σκεφτεί τι είδους εκχωρήσεις θα μπορούσαν να είναι αυτές). Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να αναδείξουν οι πολιτικές ηγεσίες του τόπου μας ομοψυχία και εθνική συνεννόηση. Να θυμίσουμε το δίπολο Κ.Καραμανλή – Α.Παπανδρέου με την ιστορική ρήση «βυθίσατε το Χόρα» το 1976 (μια φράση η πατρότητα της οποίας ανήκει και στους δύο), όπου  παρά τις μεγάλες πολιτικές διαφορές τους, στα εθνικά θέματα λειτουργούσαν με εθνική συνείδηση προτάσσοντας το εθνικό συμφέρον.  

Η προοπτική ενός θερμού επεισοδίου μπορεί να αποτράπηκε προς ώρας αλλά όμως η τουρκική στάση έχει καταστήσει σαφές ότι δεν έχει εξαλειφθεί σε καμία περίπτωση. Η παρέμβαση του διεθνούς παράγοντα είναι υπαρκτή αλλά η αποτελεσματικότητα της αμφισβητήσιμη. Η ΕΕ καταδίκασε ρητά την τουρκική επιθετικότητα αλλά αυτό για τους Τούρκους είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στο σίριαλ των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας που, όπως δείχνει η πρόσφατη ιστορία, δεν έχει σταθερή εξέλιξη αλλά μεταβάλλεται. 

Πιο μεγάλο βάρος φαίνεται να έχουν στον τουρκικό τρόπο σκέψης οι αντιδράσεις των μεμονωμένων κρατών στην Ευρώπη, όπως π.χ. η έντονα αρνητική στάση της Γερμανίας, όπως εκφράστηκε από την κ. Μέρκελ στην επίσκεψη του Τούρκου πρωθυπουργού. Από την άλλη πλευρά, oι ΗΠΑ ζητούν να υπάρξει αποκλιμάκωση της έντασης (εξ’ ου και η επίσκεψη στην Άγκυρα του αμερικανού ΥΠΕΞ μαζί με τον πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα, η οποία όμως οδήγησε σε γενικόλογες δηλώσεις, χωρίς να υπάρξει κάτι ουσιώδες). Μην ξεχνάμε πως τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία είναι μέλη του ΝΑΤΟ και το καταστατικό του οργανισμού αυτού απαγορεύει τις συγκρούσεις μεταξύ των μελών του, αλλά βέβαια, όπως διδάσκει και η ιστορία, στο χώρο της διεθνούς πολιτικής, όπου βασικό στοιχείο δράσης είναι πρωτίστως η ισχύς ενώ η θεσπισμένη ρύθμιση έπεται, τέτοιες προβλέψεις συχνά απλώς αγνοούνται. Η δε παρούσα πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ δεν δείχνει ιδιαίτερα διατεθειμένη να στηρίξει το ρόλο του ΝΑΤΟ σε τέτοια ζητήματα. Ενώ το αντίπαλο δέος, η Ρωσία, η οποία αν και κατά το παρελθόν είχε αντιπαρατεθεί με την Τουρκία, για τις τελευταίες τουρκικές επιθετικές ενέργειες έχει τηρήσει μια πολύ χαλαρή στάση, με μια γενική δήλωση μόνο περί αποφυγής περαιτέρω έντασης ως προς την ΑΟΖ της Κύπρου (μήπως έχει να κάνει με την αγορά των ρωσικών S-400 εκ μέρους της Τουρκίας;)… 

Η ελληνική θέση παραμένει ως προς τη νομική της βάση σαφής: Τόσο η Συνθήκη της Λωζάννης για τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, όσο και η Συνθήκη του Παρισιού για τα Δωδεκάνησα είναι τα σημεία αναφοράς για την κυριότητα των νησιών αυτών καθώς και κάθε συναφούς ζητήματος, το οποίο (πρέπει να) λύνεται με βάση τις ρυθμίσεις του Δικαίου της Θάλασσας. Όμως η σαφήνεια αυτή πρέπει να υποστηρίζεται τόσο σε εθνικό επίπεδο, με την ύπαρξη στιβαρής εξωτερικής πολιτικής και την ανάδειξη της ισχυρής στρατιωτικής/αμυντικής παρουσίας της χώρας στην περιοχή, όσο και σε περιφερειακό-τοπικό επίπεδο, με δράσεις από τις αρμόδιες αρχές που να χρησιμοποιούνται ως στοιχεία τεκμηρίωσης των εθνικών επιχειρημάτων που κατατίθενται στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου (π.χ. για τις προϋποθέσεις αναγνώρισης ΑΟΖ στα νησιά). 

Οι αρχές της αυτοδιοίκησης (και των δυο βαθμών) έχουν κρίσιμο ρόλο να διαδραματίσουν σε αυτό το σημείο και είναι σκόπιμο να μην τον ακυρώνουν με άστοχες δηλώσεις όπως π.χ. οι πρόσφατες δηλώσεις του δημάρχου Θεσσαλονίκης για το αεροδρόμιο της πόλης ή με βερμπαλιστικές κορώνες. Είναι σημαντικό να καταστεί σαφές πως την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας χαράζει το Υπουργείο Εξωτερικών και οι υπόλοιποι δρώντες (όπως οι φορείς της αυτοδιοίκησης) μπορούν να συμμετέχουν σε δράσεις και πρωτοβουλίες ήπιας ισχύος  στο πλαίσιο πάντα της  εθνικής γραμμής. Και φυσικά πάντα το ζητούμενο για την Ελλάδα από τη μεταπολίτευση έως σήμερα είναι η χάραξη μιας ενιαίας εθνικής στρατηγικής στην εξωτερική μας πολιτική. Τις συνέπειες αυτής της απουσίας πληρώνουμε ως χώρα… 
Είναι γεγονός ότι έχουμε δύσκολη πορεία μπροστά μας και πρέπει να είμαστε σε επιφυλακή.  Οι καιροί ου μενετοί…