Κατασκευαστική “άνοιξη” στα ξενοδοχεία

Της Βασιλικής Κουρλιμπίνη
από το capital.gr

498 νέες μονάδες προστέθηκαν την τελευταία πενταετία στο ξενοδοχειακό δυναμικό της χώρας, σύμφωνα με στοιχεία του Ξενοδοχειακού Επιμελητήριου Ελλάδος. Σε επίπεδο δυναμικότητας, η λειτουργία των νέων ξενοδοχείων μεταφράζεται σε 17.153 δωμάτια. Στον αντίποδα, την περίοδο από το 2012 έως και το 2017, όπως καταγράφεται στην πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων με τίτλο "Εξελίξεις στα Βασικά Μεγέθη της  Ελληνικής  Ξενοδοχίας", διέκοψαν τη λειτουργία τους στην Ελλάδα 427 μονάδες, συνολικής δυναμικότητας 11.715 δωματίων.

Η θετική διαφορά που προκύπτει, παρά τις δυσκολίες πρόσβασης σε χρηματοδότηση, στις αδειοδοτήσεις και την υψηλή φορολόγηση των ξενοδοχειακών υπηρεσιών, δεν είναι μόνο ποσοτική όπως επισημαίνουν στελέχη της τουριστικής αγοράς, αλλά κυρίως ποιοτική. Και αυτό καθώς σύμφωνα με την έρευνα, το 86% των μονάδων που άνοιξαν εντάχθηκαν στις 3 υψηλότερες κατηγορίες ξενοδοχείων (91% σε όρους δωματίων), ενώ από τις μονάδες που διέκοψαν τη λειτουργία τους, το 70% περίπου προερχόταν από τις 2 χαμηλότερες κατηγορίες (54% σε όρους δωματίων).  Έτσι, στο τέλος του 2017, σχεδόν 1 στα 5 δωμάτια των ελληνικών ξενοδοχείων ανήκε σε πεντάστερη μονάδα, όταν το  2000 τα ξενοδοχεία 5 αστέρων αποτελούσαν μόλις το 6% του συνολικού δυναμικού.

Η πλειονότητα των νέων κατασκευών εντοπίζεται στους δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, κυρίως στην Κρήτη, τη Ρόδο, τα νησιά του Ιονίου, στη Χαλκιδική, αλλά τελευταία και στη νότια Πελοπόννησο, όμως και η Αθήνα παίρνει εξίσου μεγάλο μερίδιο του ξενοδοχειακού "πυρετού" σύμφωνα με φορείς του χώρου, ειδικά όσον αφορά την ανακαίνιση και αναβάθμιση υφιστάμενων ξενοδοχειακών υποδομών και επενδύσεις για τη λειτουργία boutique hotels στο κέντρο της πρωτεύουσας.

Ο εκσυγχρονισμός του ξενοδοχειακού δυναμικού και κατ’ επέκταση των τουριστικών υποδομών εν γένει, αποτελούσαν πάγιο αίτημα των φορέων του Τουρισμού τα τελευταία χρόνια, για δύο λόγους: πρώτον υπήρχε ανάγκη για προσθήκη νέων κλινών λόγω του αυξανόμενου αριθμού των τουριστών από το 2012 και μετά (την προηγούμενη χρονιά ο αριθμός των αφίξεων, συμπεριλαμβανομένων των επιβατών κρουαζιέρας, άγγιξε τα 30 εκατ.). Δεύτερον, η Ελλάδα, όπως αναφέρουν στελέχη της αγοράς, έπρεπε να περιορίσει το "room to let" και να στραφεί σε επενδύσεις υψηλότερου επιπέδου προκειμένου να κρατήσει σε υψηλά επίπεδα την τουριστική ζήτηση- αλλά και να προσελκύσει τουρίστες υψηλότερου εισοδηματικού επιπέδου- τη στιγμή που υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός με την Ισπανία και την Τουρκία (αμφότερες έχουν πολύ υψηλότερου επιπέδου ξενοδοχειακές υποδομές, με έμφαση στα παραθαλάσσια resort).

Ωστόσο, η έλλειψη κεφαλαίων δυσχεραίνει την επενδυτική δραστηριότητα και όπως εξηγούν παράγοντες του χώρου, αν δεν καταγραφόταν άνοδος στον αριθμό των ξένων τουριστών και των εσόδων τις τελευταίες σεζόν, τα λουκέτα θα ήταν περισσότερα από τα εγκαίνια νέων μονάδων. Επίσης, συμπληρώνουν, δεν μπορεί να παραβλεφθεί η είσοδος επενδυτικών κεφαλαίων από το εξωτερικό, αλλά και η πώληση κόκκινων δανείων στο ξενοδοχειακό κλάδο.