Του παππού τους τα χωράφια

Γράφει ο
Θάνος Ζέλκας

Για κάποιο περίεργο λόγο, οι περισσότεροι που αποκτούν κάποιο σημαντικό αξίωμα, σε μικρό χρονικό διάστημα αποκτούν παράλληλα και την ψευδαίσθηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του χώρου που ορίζει το αξίωμα. Εξαιτίας μάλιστα αυτής της ψευδαίσθησης προβαίνουν πολλές φορές σε ενέργειες που προκαλούν ευθέως την κοινή γνώμη.

Οι δε απαντήσεις των “προεστών” μας όταν τους ζητείται να τοποθετηθούν επί κάποιας τέτοιας ενέργειας, είναι ικανές να εξοργίσουν ακόμα και αγιορείτη μοναχό.
Για αυτή τη φιλοσοφία και τη στάση ζωής που έχουν αποκτήσει οι “δημογέροντές” μας, δεν θα ήταν δίκαιο να υποστηρίξουμε ότι ευθύνονται οι ίδιοι αποκλειστικά.

Μεγάλη ευθύνη φέρει ο ίδιος ο λαός που τους αναδεικνύει και τους επιτρέπει να φέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Διότι ο λαός ξεχνάει ότι τουλάχιστον στο δημοκρατικό πολίτευμα, οι άρχοντες εκλέγονται για να υπηρετούν το κοινό συμφέρον. Τοποθετούνται στις θέσεις τους ως εκπρόσωποι του λαού και είναι ίσοι μεταξύ ίσων.

Η μέθη που προκαλεί η εξουσία στους κατέχοντες σε συνδυασμό με την παθητική στάση της πλειοψηφίας αποτελούν τους κυριότερους παράγοντες “κατάχρησης” των αρμοδιοτήτων τους. Πολλές φορές οι συμπεριφορές τους θυμίζουν τη τσαρική ρωσία, όπου οι τσάροι ενεργούσαν σύμφωνα με την προσωπική τους ευχαρίστηση χωρίς να λαμβάνουν υπόψη ούτε στο ελάχιστο την πενιχρή κατάσταση του λαού τους.
Υπήρξε μια περίοδος στη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας μας, όπου η ασυδοσία και η “κατάχρηση” της εξουσίας έγιναν μέρος της καθημερινότητας και σιγά σιγά αυτό πέρασε από την εξουσία στο λαό.

Ο νόμος μεταφραζόταν κατά το δοκούν. Επιφανείς πολίτες ήταν όσοι είχαν ισχυρές γνωριμίες και μπορούσαν να “εξυπηρετήσουν” τις παράλογες απαιτήσεις των κομματικών ακροατηρίων. Οι άρχοντες έπαιρναν αποφάσεις ακόμα και εις βάρος του ίδιου κράτους που έπαιρνε δανεικά για να συντηρεί αυτόν τον άθλιο μηχανισμό.

Σε εκείνη τη “χρυσή” περίοδο εκκολάφθηκαν πολλοί φιλόδοξοι νεοσσοί, οι οποίοι έμελλαν αργότερα να στελεχώσουν τη δημόσια διοίκηση και να δώσουν τη χαριστική βολή στη χώρα. Οι δε επόμενοι που ήρθαν ακολούθησαν το ίδιο παράδειγμα και στο τέλος κατόρθωσαν όλοι μαζί να υποθηκεύσουν τη χώρα και τον φυσικό μας πλούτου στα χέρια των δανειστών, που πλέον τρίβουν τα χέρια τους με τον πλούτο που έχουν στα χέρια τους.

Όλη αυτή λοιπόν η υπέροχη “κάστα” που ορίζει και διαφεντεύει τις ζωές μας, εξακολουθεί να διακατέχεται από το ίδιο το “σύνδρομο του Μέγα Αλέξανδρου”, που στον καθρέπτη της βλέπει το είδωλο του μεγάλου ηγέτη που οδηγεί τη χώρα σε μεγάλες δόξες, ενώ στην πραγματικότητα κάθε μέρα τη βυθίζει σε μεγαλύτερη ανέχεια και ανυποληψία.

Ακόμα χειρότερο είναι πως τα αντανακλαστικά της είναι τόσο αναπτυγμένα, που αν κατορθώσει να ανέλθει στην εξουσία κάποιος διαφορετικός ή τον γελοιοποιεί ή τον κάνει όμοιό της προκειμένου να περισώσει το διαβρωμένο σαρκίο της. Διότι έτσι μόνο μπορεί να επιβιώσει.

Όσο κι αν κάποιες φωνές “κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου”, τίποτα δεν αλλάζει, διότι όσο οι φωνές είναι αδύναμες, το σύστημα τις γραφικοποιεί και τις εξευτελίζει, ενώ όσο δυναμώνουν τις πολεμά λυσσαλέα με κάθε έντιμο ή ανέντιμο μέσο προκειμένου να τις εξαφανίσει.

Το σώμα αυτής της ταλαιπωρημένης πατρίδας σκυλεύεται καθημερινά από οικείους και ξένους μπροστά στο παθητικό μας βλέμμα. Ενδόμυχα θέλουμε μια αλλαγή, αλλά κανείς δεν έχει το σθένος να την τολμήσει ξεκινώντας από τον εαυτό του. Κανείς δεν αφήνει εύκολα το ζωτικό του χώρο για κάτι αβέβαιο, ακόμα κι αν οι ενδείξεις δείχνουν ότι πρόκειται για κάτι καλύτερο. Γι’ αυτό και όσο διακατεχόμαστε απ’ αυτό το συναίσθημα, είμαστε καταδικασμένοι να βιώσουμε ακόμα πιο μεγάλους εξευτελισμούς.