Εκατό χρόνια από τη γέννηση του λαϊκού ζωγράφου της Καρπάθου, Βασίλη Χατζηβασίλη (βίντεο και φωτορεπορτάζ)

Ο Βασίλης Χατζηβασίλης γεννήθηκε το 1918 στην Όλυμπο της Καρπάθου, ένα τόπο που ξεχωρίζει διαχρονικά για την έντονη πολιτισμική του ιδιοπροσωπία.

Ήταν γιος του επίσης Ολυμπίτη λαϊκού ζωγράφου και καλλιτέχνη αμμοκονιαστή Νικολή Χατζηβασίλη, γνωστότερου ως Μορφινού, και της Καλίτσας Αντ. Καλικά.

Ο Νικολής Χατζηβασίλης είχε μαθητεύσει στα μικράτα του κοντά σε συριανούς μαστόρους που βρέθηκαν να δουλεύουν εκείνα τα χρόνια στην Κάσο, αφομοιώνοντας, μέσα από την τέχνη του, με επιτυχία τις αρχές ενός λαϊκότροπου κλασικισμού.

Εργάστηκε στην Κάσο, στη Σμύρνη, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και στην Κάρπαθο στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αι. κι αργότερα μετέδωσε τις γνώσεις και την εμπειρία του στον γιο του Βασίλη.

Ο Βασίλης Χατζηβασίλης, αφού πέρασε τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου στην πατρίδα του, ολοκλήρωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση στην Κάσο, τόπο εργασίας του πατέρα του. Η πατριωτική παιδεία των σχολικών του χρόνων, η βαθιά οικογενειακή Χριστιανική του πίστη και η Ολυμπίτικη λαϊκή παράδοση σφράγισαν έντονα τον καλλιτέχνη και το κατοπινό του έργο.

 



Πρωταρχική όμως μέριμνα του πατέρα του, κοντά στον οποίο μαθήτευσε, ήταν όχι μόνο να του μεταφέρει την τέχνη του και τις τεχνικές της αλλά και να τον βοηθήσει να εξελιχθεί αργότερα σε έναν πραγματικό δημιουργό.

Το έτος 1939 η οικογένειά του, που είχε πάντα σημείο αναφοράς της την 'Ολυμπο της Καρπάθου, γύρισε στον τόπο της καταγωγής της, όπου ο Βασίλης αυτονομήθηκε επαγγελματικά συμμετέχοντας παράλληλα στις οικογενειακές γεωργικές απασχολήσεις.

Εκεί θα περάσει τα δύσκολα χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και θα ζήσει τις δραματικές συνέπειές του. Το 1948 παντρεύτηκε τη Μαρούκλα Αντ. Σοφίλλας με την οποία απέκτησαν πέντε παιδιά που μεγαλώνοντας πήραν κι αυτά το δρόμο της τέχνης.

 



Γνωστός ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στην Κάτω Κάρπαθο, εγκαταστάθηκε το έτος 1950 στο χωριό Βωλάδα και εργάστηκε συστηματικά στα γύρω κοντινά χωριά, Απέρι, Όθος, Πηγάδια και Σπόα. Η ιδιαίτερη πατρίδα του, λόγω της παραδοσιακά λιτής αισθητικής της και της οικονομικής στενότητας των κατοίκων της δεν προσφερόταν τα χρόνια εκείνα για την ανάπτυξη της τέχνης του.

Στη Βωλάδα θα δεχτεί και τις ρομαντικές επιρροές του έργου του Αντώνη Φαναράκη, ενός λαϊκού αρχιτέκτονα, Ολυμπίτικης επίσης καταγωγής, που υποληπτόταν ιδιαίτερα. Το 1969 θα επιστρέψει για μόνιμη εγκατάσταση στην Όλυμπο, όπου θα εργαστεί μέχρι το 1981, οπότε και μετακόμισε οικογενειακά στη Ρόδο.

Από το 1981 και μετά ο καλλιτέχνης θα επιδοθεί με θέρμη στη ζωγραφική, αφού ως τότε το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς του το απορροφούσε η βιοποριστική επαγγελματική ενασχόλησή του ως καλλιτέχνη αμμοκονιαστή. Ο Βασίλης Νικ. Χατζηβασίλης απεβίωσε το έτος 2005στις 17 Φεβρουαρίου, πλήρης ημερών, στη Ρόδο.

 



Στην Όλυμπο το σπίτι του που φιλοτέχνησε ο ίδιος, τώρα έχει μετατραπεί σε μουσείο από τα παιδιά του, εκεί έχουν συγκεντρωθεί το κυριότερο μέρος από τα έργα του.

Το ελπιδοφόρο είναι ότι τα παιδιά του, συνεχίζουν στα χνάρια του πάτερα τους, αφού έχουν ταυτιστεί τα έργα τους, με την λαϊκή παράδοση της Ολύμπου. Χαρακτηριστικά έργα είναι το σχολείο και το σιντριβάνι στο Διαφάνι ,το καμπαναριό της εκκλησίας του αρχάγγελου Μιχαήλ στη Ρόδο της αδελφότητος Ολυμπιτών Ρόδου "Η ΒΡΥΚΟΥΣ" καθώς και η είσοδος του μεγάρου.

Ακολουθεί η απομαγνητοφώνηση της απόψεως του για τον καλλιτέχνη που έδωσε στον Μανωλη Τσαγκάρη, ο ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ Δημήτρης Φιλιππίδης, που έζησε τον καλλιτέχνη από κοντά στην Όλυμπο το 1973, στην πρώτη έκθεση του Βασίλη Χατζηβασίλη τον Αύγουστο του 2006, Πηγάδια της Καρπάθου, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Καρπάθου:

"O Βασίλης Χατζηβασίλης είναι μια για μένα μια ιδιαίτερη περίπτωση. Με τίποτα δεν ανήκει σε αυτόν που θα λέγαμε ένας ανώνυμος Λαϊκός καλλιτέχνης, που θα σήμαινε ότι μπορεί να βρει κανένας δέκα, είκοσι η τριάντα σαν κι αυτόν.

Ήταν μία μοναδική περίπτωση. Το ότι δεν είχε μορφωθεί επισημά, δεν είχε τελειώσει κάποια σχολή δεν είχε διπλώματα και τέτοια αυτό είναι καθαρά σύμπτωση.

Ήταν ένας πολύ σημαντικός καλλιτέχνης, ο οποίος φρόντισε να μάθει την τέχνη του, γιατί δεν ήταν κάτι που γινόταν με ένστικτο, έμαθε την τέχνη του δίπλα στον πατέρα του που και αυτός έκανε την ίδια δουλειά ήταν κι αυτός καλλιτέχνης, ζωγράφος και αρχιτέκτων ταυτόχρονα, είχε μάθει την τέχνη του έξω από την Κάρπαθο, στην Αίγυπτο και μετά αυτά τα είχε εφαρμόσει σε πολλά άλλα μέρη, πάλι εκτός απ΄ την Κάρπαθο, έτσι λοιπόν υπήρχε ένα σχολείο, ανεπίσημο οικογενειακό, στο οποίο είχε φοιτήσει Χατζηβασίλης από μικρό παιδί, και όταν λέω μικρό παιδί, έχω δει ένα σχέδιο του που το έκανε σε ένα τοίχο σε ένα στάβλο στην Αυλώνα, στην Όλυμπο, το οποίο πρέπει να το είχε κάνει παιδί, με τους Ιταλούς να υπάρχουν στο νησί.

 

Μετά τον πόλεμο όμως, το ταλέντο του αναπτύχθηκε πολύ περισσότερο και απόδειξη είναι όλα αυτά τα έργα τα οποία έχει αφήσει σε πολλούς οικισμούς, στη Βολάδα, στο Απέρι, κυρίως στην Όλυμπο αλλά και στην Κάσο όλα αυτά είναι ένα πράγμα, ένας κόσμος.

Ο Χατζηβασίλης πέρα λοιπόν από όλη αυτή την μεγάλη δημιουργικότητα, ήταν μία ιδιαίτερη προσωπικότητα ο ίδιος ο καθαυτός σαν άνθρωπος. Ήταν δύσκολος χαρακτήρας. Ήταν δύστροπος και πως θα το πω.. έτσι διστακτικός. Δεν σου ανοιγόταν εύκολα.

Η πρώτη επαφή που δεν θα την ξεχάσω που έκανα μαζί του, ήταν που τον έπιασα κάποια στιγμή να φτιάχνει κάποια κάγκελα. Αυτά που γίνονται με το τσιμέντο, απλωμένα πάνω στη ταράτσα του, αυτός σκυμμένος επάνω να μοχθεί να φτιάξει, τον πλησίασα και του μίλησα….. με κοίταξε με μισό μάτι, δεν μου απαντούσε, εκ των υστέρων μου είπε ότι νόμιζε ότι τον κορόιδευα, μου πείρε αρκετό χρόνο να μπορέσω να κερδίσω την εμπιστοσύνη του.

 



Απ΄ την ώρα όμως που έγινε αυτό, ήταν ένας απίστευτος ποταμός σοφίας, εμπειριών, αισθημάτων, δηλαδή, ήταν ένας άνθρωπος που δεν μπορούσες να τον ξεχάσεις εύκολα. Πρώτα από όλα καταλάβαινες ότι δεν ήταν τυχαίο και δεν ήταν σκέτα ένα ταλέντο ή μια τεχνική που είχε στα χέρια του για να δουλεύει, αλλά πίσω από αυτό κρυβόταν και ένα μυαλό που σκέπτοταν πάρα πολλά πράγματα πάνω στη τέχνη του, και αυτά που έκανε πάντα είχαν ένα περιεχόμενο και είχαν ένα πολύ έντονο συμβολισμό.

Δεν έχω συναντήσει άλλον τόσο φλογερό πατριώτη. Μιλούσε για την Ελλάδα, μιλούσε για την θρησκεία, δηλαδή μιλούσε για όλα τα πράγματα τα Ελληνικά, με ένα πάθος που σε ξάφνιαζε άμα δεν τον γνώριζες.
Όλα αυτά μπορούσε και τα περνούσε στη τέχνη του.

Δηλαδή αυτά που έκανε δεν ήταν μια διακόσμηση με ωραία χρώματα, αυτά που θα μπορούσε να κάνει κάποιος ο οποίος δουλεύει μηχανικά, αντιγράφοντας ένα μοντέλο από δω και από κει, πράγματά που τα είχε δει, εικονογραφημένα… Ο Χατζηβασίλης ήταν κάτι διαφορετικό. Συμμετείχε σε αυτό που έκανε, παθιαζόταν με αυτό που έκανε και αυτό που έκανε, έβγαινε μέσα από τη ψυχή του, αυτό άμα τον γνώριζες το καταλάβαινες πολύ εύκολα.

 



Δηλαδή δεν κρυβότανε με τίποτα. Όπως είπα, με το να είναι έτσι δύσκολος και δύστροπος, μπορούσε να κρατήσει αυτή και καθαρότητα στον εαυτό του, στη σκέψη του και να μη την ανακατέψει με τους τρόπους ίσως ή τις αδυναμίες που άλλοι άνθρωποι δουλεύουνε.

Εγώ είχα εντυπωσιαστεί από την δουλειά του και τότε πριν από τριάντα (Δημήτρης Φιλιππίδης (1974). «Τρεις τεχνίτες της Καρπάθου». Αρχιτεκτονικά Θέματα 8: 145 - 155.χρονιά είχα προσπαθήσει να μαζέψω υλικό για αυτήν, και είχα γράψει και για αυτήν, σε μια αρχιτεκτονική έκδοση που ίσως για πρώτη φορά όλα αυτά που έδειχνε. Την η δουλειά του, ποιος ήταν ο ίδιος, τι έκανε, από ποια στάδιά πέρασε, ποια ήταν η κληρονομιά που πήρε, όλα αυτά τα πράγματα.

Τελικά τιμώντας τον Χατζηβασίλη σήμερα, με αναφορές, εκθέσεις και εκδόσεις από ότι ξέρω, όλα αυτά είναι ένα ελάχιστο δείγμα της αξίας του, γιατί ο Χατζηβασίλης δεν τυχαίνει απλά να είναι ένας πολύ καλός τεχνίτης που δούλεψε στην Κάρπαθο μία ορισμένη εποχή και δεν είναι αυτός ο μόνος λόγος που τον τιμούμε, αλλά ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος άφησε πίσω του ένα ηθικό δίδαγμα και αυτό για μένα έχει σημασία.
Δηλαδή κάτι που ξεπερνάει την καλλιτεχνική του αξία.

 



Ο Χατζηβασίλης πολύ συχνά ανακάτευε τα πράγματα. Τα μπέρδευε. Θεωρώντας ότι η Ελλάδα είναι ένα ενιαίο πράγμα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Θεωρούσε ότι είχε την δυνατότητα να μπαίνει σε οποιοδήποτε σημείο να ανακατεύει, να πλέκει, τους αρχαίους ήρωες, με τους ήρωες της επανάστασης με σύγχρονα πρότυπα και αξίες, έτσι ώστε αυτό που έβγαινε μέσα από τις μορφές που χρησιμοποιούσε, το τρόπο που τους έντυνε, τα ρητά που έβαζε, δηλαδή αυτά που έγραφε ανάμεσα στις μορφές και στη δράση που αναπαρίστανε, ήταν ένα απίστευτο τέτοιο μίγμα από πράγματα.

Και ο Χατζηβασίλης ήταν ο μοναδικός για να το κάνει αυτό. Δηλαδή αισθανόταν αυτήν την ελευθερία να το κάνει και δεν κρατιόταν μέσα ας το πούμε σε συμβατικά πλαίσια. Δηλαδή κάνει κάτι για την αρχαιότητα μιλάει μόνο για αρχαιότητα, κάνει κάτι για χριστιανισμό, Βυζάντιο, και τέτοια, μένει μόνο σε αυτά. Σε αυτόν όλα πλέκανε.

 



Έχω υπόψιν μου το σπίτι του, το οποίο το κληρονόμησε η κόρη του στην Όλυμπο, το οποίο ήταν όλο στολισμένο μέσα, έξω, με άπειρα τέτοια σύμβολα, μπερδεμένα τα οποία μπλέκανε τους αρχαίους θεούς, τα χριστιανικά σύμβολα, την Ελλάδα σαν Ιδέα, σαν Έθνος, με τις σημαίες, τα λάβαρα, την επανάσταση όλα μαζί.

Ένα πράγμα και όταν το έβλεπες, έβλεπες μία περίληψη, μία επιτομή όλης της Ελληνικής ιστορίας".

Ο Δημήτρης Φιλιππίδης είναι αρχιτέκτονας (ΕΜΠ, 1962), μετά το 1975 καθηγητής πολεοδομίας και σήμερα ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ. Εργάστηκε σε διάφορα μεγάλα και μικρά σχήματα γραφείων εκπονώντας αρχιτεκτονικές και πολεοδομικές μελέτες (1964-1995) και διακρίθηκε σε διαγωνισμούς.