Η υφαρπαγή της περιουσίας  του Δωδεκανησιακού λαού  από το ελληνικό κράτος

Παρέμβαση στο Αναπτυξιακό συνέδριο Νοτίου Αιγαίου του Νίκου Παπασταματίου


Επιχειρηματικότητα, Επενδύσεις, Χρηματοδοτικά Μέσα και δημόσια Περιουσία
Με παρουσία του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, Αλέξη Χαρίτση, του Υφυπουργού Οικονομικών, Κατερίνα Παπανάτσιου, του Γ.Γ. Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων, Λόη Λαμπριανίδη και του Γ.Γ. Δημοσίων Επενδύσεων και ΕΣΠΑ, Παναγιώτη Κοσκολή

Το μεγάλο ζήτημα που ταλάνισε για πολλές δεκαετίες την πολιτικοοικονομική ζωή της Δωδεκανήσου υπήρξε η περιουσία των Δωδεκανησίων μετά το πέρας της Ιταλικής κατοχής. Ο λόγος υπήρξε η βίαιη και παράνομη ιδιοποίηση της περιουσίας του Δωδεκανησιακού λαού από Ιταλικό Δημόσιο.

Όταν έλαβε χώρα η σύναψη της συμφωνίας ειρήνης των Παρισίων μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι σύμμαχοι αποφάσισαν να αποδώσουν την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Δημοσίου κατά διαδοχή στο Ελληνικό Δημόσιο.

Το θέμα όμως που εγείρε το τότε ήταν κατά πόσο η επί 33 χρόνια Ιταλική κατοχή οικειοποιήθηκε μια μεγάλη κατηγορία αγρών και αστικών ακινήτων του νεοσύστατου Κτηματολογίου για λογαριασμό του Ιταλικού Δημοσίου ύστερα μάλιστα από συνεχή κυβερνητικά διατάγματα του 1923, 1924 και 1925 που εξέδωσε χωρίς φειδώ η φασιστική Ιταλία.

Το μέγα αυτό ζήτημα απαντήθηκε μερικώς και όχι μόνο από την Ελληνική Κυβέρνηση του 1952 η οποία προέβη στη σύσταση με το Ν. 2100 της 28ης Απριλίου 1952 του «Οργανισμού Ακίνητης Περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω- ΟΔΑΠΔΔ» με κύριο σκοπό την διοίκηση και διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του Οργανισμού με την μορφή της εκποίησης, της διάθεσης ή και της τουριστικής/ εμπορικής εκμετάλλευσης.

Η κατάργηση του Οργανισμού με το Νομοθετικό Διάταγμα 195/1973 επέφερε την δυνατότητα όπως, όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία του Οργανισμού να περιέλθει αυτοδίκαια στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και μάλιστα υπό την διαχείριση και πλήρη εποπτεία του Υπουργείου οικονομικών.

Σήμερα εξαιρουμένων των δημόσιων κτημάτων που είναι δεσμευμένα από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, από την Διεύθυνση Δασών και την Εταιρεία Τουριστικών Ακινήτων υπολογίζεται βάσει εκτιμήσεως της ίδιας της Εφορείας Δημοσίων Κτημάτων σε περίπου τριάντα χιλιάδες ακίνητα (30.000) από τα οποία καταγεγραμμένα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου είναι περίπου είκοσι χιλιάδες (20.000).

Σε αυτό το σημείο, οφείλουμε για λόγους αποκατάστασης της ιστορικής αληθείας, να σημειώσουμε πως η Ελληνική πολιτεία αντιμετώπισε διαχρονικά και σταθερά την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου στη Δωδεκάνησο με ιδιαίτερες ρυθμίσεις που στο σύνολο τους αναγνώριζαν το γεγονός πως η περιουσία αυτή ήταν στην ουσία ιδιωτική περιουσία των Δωδεκανησίων που τους αφαιρέθηκε βίαια από τον Ιταλό κατακτητή.

Για αυτό τον λόγο θεσμοθετήθηκε και η διαδικασία απόδοσης κατά 100% στην αρχή και κατόπιν του 75% των εσόδων από την εκποίηση, αξιοποίηση ή μίσθωση των ακινήτων αυτών στην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση της Δωδεκανήσου για την εκτέλεση έργων κοινής ωφέλειας.

Αυτό ίσχυσε έως και το έτος 2011, οπότε, αιφνίδια, και το τονίζω αιφνίδια, το Ελληνικό Δημόσιο κατήργησε την απόδοση των ανωτέρω εσόδων, μέσω της κατάργησης της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου, που είχε ιδρυθεί με τον ν. 973/1979, δια της συγχωνεύσεως της με την ΕΤΑΔ Α.Ε. που εν τω μεταξύ ίδρυσε με τον ν. 4002/2011. Αυτή η περιουσία, σήμερα βρίσκεται ουσιαστικά στην διάθεση του ΤΑΙΠΕΔ, με τρόπο που παραχαράσσει την ιστορία και παραβιάζει κατάφωρα κάθε έννοια δικαίου αλλά και δικαιώματος των Δωδεκανησίων. Να επισημάνουμε δε ότι σήμερα αυξάνεται η επιθετικότητα του Υπουργείου Οικονομικών που διεκδικεί ολόκληρα νησιά.

Έχοντας πλήρη επίγνωση του χώρου στον οποίο σήμερα βρισκόμαστε, αλλά και πλήρη αντίληψη του ιστορικού δικαίου του Δωδεκανησιακού λαού, θέτουμε τον προβληματισμό αυτό και ζητούμε την θεραπεία αυτής της κατάφωρης αδικίας κατά του Δωδεκανησιακού λαού.