Δέσποινα Καραγιάννη, μια αφανής πρωταγωνίστρια της ιστορίας

Όλοι γνωρίζουν τη σημασία της 8ης Μαΐου 1945 για τη χώρα μας, την περιοχή μας αλλά ειδικά για τη Σύμη,  αφού εκείνη την περίοδο το ακριτικό, πανέμορφο, νησί της Δωδεκανήσου έπαιξε ιστορικό ρόλο.

Σ’ αυτές τις σελίδες της ιστορίας, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που οι συγκυρίες, η μοίρα ή όπως αλλιώς θέλει να το ονομάσει κανείς, τους έφερε να παίξουν και εκείνοι ένα ρόλο που ίσως τη δεδομένη στιγμή να μη,  μπορούσαν να φανταστούν ότι θα αποτελούσαν και οι ίδιοι ένα κομμάτι της ιστορίας αυτής της θρυλικής ημέρας. Μικρό ή μεγάλο δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι το έζησαν…

Μία από αυτές τις περιπτώσεις ανθρώπων είναι και η κα Δέσποινα Παπαμιχαήλ-Καραγιάννη η οποία, μόλις είκοσι χρόνων τότε, ήταν εκείνη που απηύθυνε την προσφώνηση στην τελετή της άνευ όρων παράδοσης των γερμανικών στρατευμάτων στη Σύμη στις 8 Μαΐου του 1945, που σήμανε και τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Για αυτό το ρόλο που είχε εκείνη την ιστορική στιγμή αλλά και για την κοινωνική προσφορά και τη δράση της, στην κα Δέσποινα Παπαμιχαήλ-Καραγιάννη, ο Δήμος Ρόδου, θα απονείμει τιμητική διάκριση στην εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί την ερχόμενη Τρίτη 8 Μαΐου, 73 χρόνια μετά δηλαδή, στις 8:00 το βράδυ, στο Δημοτικό Θέατρο Ρόδου.

Η ιστορία
Η κα Δέσποινα Παπαμιχαήλ-Καραγιάννη, που μέχρι σήμερα μένει στη Ρόδο, έκανε την προσφώνηση εκείνη την ιστορική στιγμή της παράδοσης επειδή μιλούσε αγγλικά, τα οποία είχε μάθει γιατί ο πατέρας της ήταν καθηγητής ξένων γλωσσών.

Αν και νεαρή κοπέλα, είχε συναίσθηση της σημασίας του γεγονότος εκείνης της ημέρας αφού, ως γνωστόν, το νησί είχε έντονη δράση για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου, είχε μετατραπεί σε ορμητήριο, και οι κάτοικοί του βοηθούσαν τους Άγγλους. Άλλωστε, είχε ζήσει τον διωγμό του πατέρα της από τους Ιταλούς που τον σταμάτησαν από τη δουλειά του γιατί δεν αποδέχθηκε τον φασισμό.

Όπως λένε οι οικείοι της, όλα αυτά τα χρόνια τους μιλούσε για εκείνη την εποχή, για όσα έζησαν, τις δύσκολες στιγμές αλλά και για εκείνη την ημέρα που επελέγη να κάνει την προσφώνηση.

Η ίδια έχει πει για εκείνα τα χρόνια:
«Οι Άγγλοι κομάντος από τη Μέση Ανατολή έφθαναν με βάρκες στο Πέδι. Έρχονταν στο σπίτι μας στο Γυαλό και τους κρύβαμε στο κατώι (σ.σ. κελλάρι).
Την επόμενη ημέρα τους οδηγούσαμε στο κτήμα μας στην περιοχή “Σωτήρα” (τον Μεγάλο) και εκεί παρέμεναν κρυμμένοι από τους Γερμανούς μέχρι να έρθει πλοίο να τους παραλάβει από τον Πανορμίτη. Όταν απελευθερώθηκε η Δωδεκάνησος και ήλθαν οι Άγγλοι έγινε Δήμαρχος ο πατέρας μου, μετά έγιναν εκλογές.

Εκφώνησα τον λόγο γιατί ο πατέρας μου ήταν καθηγητής ξένων γλωσσών στο Γυμνάσιο της Σύμης, ο οποίος εκδιωχθεί από τους Ιταλούς γιατί δεν δέχθηκε να γίνει φασίστας.
Για τη δράση αυτή οι Άγγλοι τον παρασημοφόρησαν.
Μετά από πολλά χρόνια, ο στρατηγός Moffat, στην επίσκεψη στη Ρόδο, ήλθε και με επισκέφθηκε οπότε και θυμηθήκαμε τα ηρωικά εκείνα δύσκολα χρόνια».

Η προσφώνηση
Η προσφώνηση που απηύθυνε στα αγγλικά η κα Δέσποινα Παπαμιχαήλ-Καραγιάννη στην τελετή της παράδοσης στις 8 Μαΐου του 1945 όπως τη θυμάται μέχρι σήμερα: «Για εμάς τους κατοίκους της Σύμης, η ημέρα της απελευθέρωσης έφθασε, την οποία περιμέναμε ανυπομόνως όλον αυτόν τον καιρό.

Με την άφιξη των Ελληνικών και Συμμαχικών Δυνάμεων, είμαι βεβαία ότι δεν θα υποφέρουμε πλέον τα βασανιστήρια και τις σκληρότητες ενός κατειλημμένου νησιού.

Είμαι υπερήφανη που καλωσορίζω τον Ταξίαρχο Moffat, τον Συνταγματάρχη Auckland και τον Συνταγματάρχη La Βaird, τους ήρωες της Μεσογείου οι οποίοι υπήρξαν ο τρόμος του μισητού εχθρού. Είμαι σίγουρη ότι οι ψυχές αυτών που έπεσαν ηρωικώς για την απελευθέρωση της πατρίδας μας, ίπτανται στους ουρανούς χαρούμενες για την απελευθέρωσή μας».


Βιογραφικό
Η κα Δέσποινα Παπαμιχαήλ-Καραγιάννη, γεννήθηκε στη Σύμη, παιδί πολύτεκνης οικογένειας. Πατέρας της ήταν ο Μιχάλης Παπαμιχαήλ, καθηγητής ξένων γλωσσών και μητέρα της η Μαρία Μοράρη.

Παντρεύτηκε τον Τσαμπίκο Καραγιάννη και έχει δύο παιδιά και τέσσερα εγγόνια.
Μετά την απελευθέρωση, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, διορίστηκε στην Ιονική και Λαϊκή τράπεζα της Ελλάδας στη Ρόδο. Πέρασε από όλα τα τμήματα της τράπεζας και έγινε προϊσταμένη στο Τμήμα συναλλάγματος. Συνταξιοδοτήθηκε με τον βαθμό του Τμηματάρχη Α’.

Μιλάει τέσσερις γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά).
Ασχολήθηκε με τα κοινά  και συγκεκριμένα τον «Σύνδεσμο Αγάπης» και δίδαξε επί σειρά ετών στο κατηχητικό γυναικών.
Ασχολήθηκε, επίσης, με τη συγγραφή ποιημάτων και υπάρχουν δύο ποιητικές συλλογές,  τις οποίες παρουσίασε στο κοινό προ δύο ετών.

Μέσω του έμμετρου λόγου μεταφέρει τις σκέψεις της για το παρελθόν, το παρόν, τους φίλους και τους αγαπημένους ανθρώπους.
Μεγάλο μέρος των ποιημάτων, ως βαθιά θρησκευόμενο άτομο, το αφιερώνει στο Θεό.