Λεξιστορείν: Μούσκεμα τα ‘κανες!

Το ρήμα μουσκεύω έχει την κυριολεκτική σημασία βρέχω, ποτίζω κάτι. Χρησιμοποιείται όμως και μεταφορικά με τη σημασία «αποτυγχάνω σε κάτι».

Το ρήμα είχε την αρχική μορφή «μοσκεύω», προερχόμενο από το αρχαίο ρήμα «μοσχεύω» που σήμαινε «μεταφυτεύω παραφυάδα» καθώς  οι παραφυάδες, προτού μεταφυτευτούν, πρέπει να διατηρούνται μέσα σε νερό, να είναι βρεγμένες.

Στην ίδια ετυμολογική οικογένεια ανήκει και η μεταμόσχευση καθώς από τη σημασία «αποσπώ βλαστό και τον μεταφυτεύω» περάσαμε στο «αποσπώ όργανο του ανθρωπίνου σώματος και το μεταφυτεύω».