Ανασυγκρότηση της “Νέας Εθνικής Καταναλωτικής Συνείδησης”

Του Βασιλείου Νικ. Καλλικούνη

Η Ελλάς λόγω της σημαντικής και ευαίσθητης γεωπολιτικής της θέσης, καθώς επίσης του φυσικού, πολιτιστικού και υπόγειου πλούτου της, δεν πρέπει να εκτίθεται σε υπερκρίσιμες καταστάσεις όπως η χρεωκοπία, δεδομένου ότι τίθεται σε κίνδυνο η εδαφική της ακεραιότητα, ως αδύναμη να αντισταθεί έναντι αυτών που νομοτελειακά την επιβουλεύονται.


Ατυχώς η Ελλάς κυρίως μετά το 1980, διαβιούσε χωρίς μέτρο και πέραν των δυνατοτήτων της, με αποτέλεσμα να αυξηθεί σε υπέρμετρο βαθμό ο εξωτερικός δανεισμός της.

Η βεβιασμένη ένταξη της στην ΟΝΕ, χωρίς να υλοποιηθούν οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές και να επιτευχθεί η βελτίωση των όρων ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, βασιζόμενη σε μια πολιτική περιορισμένης προσαρμογής, με έμφαση σε ολίγους ονομαστικούς μακροοικονομικούς δείκτες, κάνοντας χρήση και της δημιουργικής λογιστικής, με δημόσιο χρέος άνω του 100% του ΑΕΠ, με υπερτιμημένη τη δραχμή και συνεπώς, με μόνιμο ανταγωνιστικό μειονέκτημα, με σαθρές διαρθρώσεις και προ πάντων με ένα ιδιότυπο πολιτικό σύστημα χαρακτηριζόμενο από πελατειακή προσήλωση, κυρίως όμως με απουσία μηχανισμού εξισορρόπησης των ανισορροπιών, καθώς και μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων, ήταν καταδικασμένη σε μακρόχρονη λιτότητα, η σε κρίση χρέους.

Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, όσο και τα χαμηλά επιτόκια των αγορών έδρασαν στη χώρα προκυκλικά και επέτειναν τα διπλά ελλείμματα, δηλαδή τα δημοσιονομικά και αυτά των εξωτερικών συναλλαγών, με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος της σε απόλυτο μέγεθος να εκτοξευθεί από τα 118,6 δις € το 1999 στα 299,7 δις € το 2009.

Με ένα μεγάλο μέρος του χρέους να οφείλεται στην κακοδιαχείριση και στη διαφθορά, με τους δημοκρατικούς θεσμούς σε πλήρη λειτουργία και χωρίς να μπορούμε να επικαλεσθούμε τους κανόνες περί επαχθούς χρέους, θα είχαμε οδηγηθεί πολύ ενωρίτερα στη χρεοκοπία και στο ΔΝΤ, εάν δεν μεσολαβούσε η ένταξη μας στην ευρωζώνη.  

Με δεδομένες τις παραπάνω δυσμενείς συγκυρίες, συμπεριλαμβανομένης και της άρνησης της Γερμανίας το 2009 να συνδράμει την Ελλάδα, με μία έκτακτη χορήγηση 20δις για κάλυψη του ελλείμματος ρευστότητας και ουχί κρίση αξιοπιστίας, που είχε, η να συναινέσει στην διαγραφή μέρους των χρεών της, επιβαρύνοντας τις ξένες τράπεζες, της επιβλήθηκε η χειρότερη από κάθε άλλη χώρα πολιτική των μνημονίων.

Ατυχώς η κυβέρνηση της Ελλάδας δεν αντέδρασε αν και μπορούσε, δρομολογώντας ενδεχομένως τη μονομερή διαγραφή που ήταν ακόμη σε θέση να επιβάλλει, ή αναζητώντας εναλλακτικούς τρόπους δανεισμού όπως εθνικά ομόλογα,  και εξυπηρέτησης των χρεών με ίδια μέσα, με επίτευξη τον μηδενισμό του χρέους, η διεκδίκηση ενός αντίστοιχου σχεδίου «Marshall» της μεταπολεμικής περιόδου.

Έτσι φτάσαμε στο 2011 και στην υπογραφή του PSI,  όπου μεταφέρθηκαν τα χρέη από τις τράπεζες στα κράτη και στους Πολίτες τους, σε ευρώ και σε ξένο δίκαιο. Έως τότε, επειδή το 90% περίπου ήταν σε εθνικό δίκαιο, τυχόν επιστροφή σε εθνικό νόμισμα θα είχε ως αποτέλεσμα να μετατραπούν και αυτά στο εθνικό νόμισμα, οπότε θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν.

Έκτοτε όμως έχουν κλείσει όλες οι έξοδοι κινδύνου, με αποτέλεσμα η Ελλάς να είναι πια εγκλωβισμένη στο ευρώ, στο χρέος και στα μνημόνια, χωρίς δυνατότητα διαφυγής με τελευταία ευκαιρία σύγκρουσης το πρώτο εξάμηνο του 2015, όπου όμως δεν υπήρξε καμία σοβαρή προετοιμασία. Εν τούτοις, το ευρώ αποτελεί σήμερα ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο της Ελλάδας, τουλάχιστον ως «διαπραγματευτικό χαρτί», ενώ είναι σε κάποιο βαθμό εξασφαλισμένη, αφού χρωστάει σε κράτη-εταίρους της.

Το μεγάλο πρόβλημα της είναι το τεράστιο δημόσιο χρέος της και το κόκκινο ιδιωτικό, επειδή κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατον να αναπτυχθεί. Κατά συνέπεια θα πρέπει εκ των ουκ άνευ, να απαιτήσει τη μείωση του δημοσίου χρέους της κατά 50% εντός της Ευρωζώνης, πάγωμα μέσω της ΕΚΤ, έτσι ώστε να μπορεί να μειώσει αντίστοιχα το ιδιωτικό, κάτι που θα προϋπέθετε μια ικανότατη κυβέρνηση οπότε δεν θα ήταν καθόλου απίθανο, ή  σε περίπτωση αποτυχίας των ανωτέρω επιδιωκομένων, να κινδυνεύσει να χάσει ότι έχει και δεν έχει.

Υπάρχει απόλυτη ανάγκη σύστασης ενός Εθνικού Συμβουλίου Χρέους, κατ’ αναλογία με ένα αντίστοιχο συμβούλιο ασφαλείας, για την άμυνα της πατρίδας μας, ενώ χρειαζόμαστε απαραίτητα έναν Ισολογισμό του κράτους, όπου στη μία πλευρά του θα είναι το δημόσιο χρέος και στην άλλη τα πάγια περιουσιακά στοιχεία του κράτους με τις εμπορικές τιμές τους, όπως ακίνητα, οικόπεδα, επιχειρήσεις, υποδομές, έτσι ώστε να γνωρίζουμε τι χρωστάμε αλλά, επίσης και τι περιουσιακά στοιχεία διαθέτουμε.

Σημαντικό εν προκειμένω είναι το εξωτερικό χρέος, το οποίο αυξάνεται όταν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μίας χώρας είναι ελλειμματικό, όπως της Ελλάδας για πάρα πολλά χρόνια, επειδή τα εμπορεύματα και οι υπηρεσίες που εξάγει ένα κράτος για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του πληθυσμού του, συμπεριλαμβανομένου του τουρισμού και της ναυτιλίας, δεν αρκούν για να πληρώσει αυτά που εισάγει.

Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας τώρα δεν ισοσκελίσθηκε με την αύξηση των εξαγωγών αλλά, κυρίως, με τη μείωση των εισαγωγών, εις βάρος δηλαδή του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων. Έτσι η πορεία του ήταν ακριβώς αντίθετη από το ΑΕΠ ενώ δυστυχώς άρχισαν ξανά να αυξάνονται τα ελλείμματα του, όταν ο ρυθμός ανάπτυξης έγινε θετικός.

Η αιτία βέβαια είναι το ότι, κατά τη διάρκεια των μνημονίων έχει αποψιλωθεί εντελώς ο παραγωγικός ιστός της χώρας, οπότε η εξάρτηση από τις εισαγωγές είναι τεράστια, ενώ ακόμη και οι εξαγωγές της εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις πρώτες ύλες που εισάγει.

Επομένως, πράγματι βαθαίνει το σκοτάδι στο γαλάζιο ελληνικό ουρανό, όσο απαισιόδοξο και αν ακούγεται κάτι τέτοιο με την Ευρωζώνη και την ΕΕ να μην έχουν ευθύνες για την επιδείνωση των δεικτών της οικονομίας μας μέχρι το 2010, παρά μόνον μετά το 2010 όπου οι ευθύνες τους είναι καταλυτικές.

Το παράδειγμα της Ολλανδίας, η οποία είναι μέλος της Ευρωζώνης και της ΕΕ, έχοντας έκταση (ξηρά) μόλις 33.893 τετραγωνικά χιλιόμετρα και 17.188.322 κατοίκους, έναντι 130.647 της Ελλάδας με 10.757.300 κατοίκους (21.439 η Πελοπόννησος), μία τόσο προβληματική χώρα, από πλευράς κλίματος και στάθμης της θάλασσας, έχει καταφέρει να είναι η δεύτερη μεγαλύτερη παγκοσμίως στις εξαγωγές τροφίμων,  94δις € το 2016, έναντι περίπου 5δις € της Ελλάδας, με συνολικές εξαγωγές 526,4 δις $ σε ένα ΑΕΠ ύψους 824,5 δις €, σχεδόν 64%, όταν της Ελλάδας είναι κάτω από το 15%.

Φυσικά η Ευρωζώνη έχει σημαντικότατα μειονεκτήματα, κυρίως λόγω της εσφαλμένης δομής της και της Μερκαντιλιστικής πολιτικής και αντίληψης της Γερμανίας, με πάση θυσία αύξηση των εμπορικών πλεονασμάτων της εις βάρος πολλών εταίρων της. Πέραν αυτών στην Ελλάδα δεν δημιουργείται πλούτος,  ενώ έχουν συσσωρευτεί πάρα πολλά προβλήματα, όπως η πολιτική διαφθορά, η γραφειοκρατία, η διαπλοκή, η μη οργάνωση και οι ελλειμματικοί θεσμοί.

Δυστυχώς τα προβλήματα αυτά όχι μόνο δεν επιλύθηκαν από την εγκληματική πολιτική των μνημονίων που μας επιβλήθηκε, για την οποία είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι η γερμανική κυβέρνηση και το ΔΝΤ, αλλά αντίθετα επιδεινώθηκαν με αντικειμενικό στόχο της Γερμανίας να είναι η υφαρπαγή της δημόσιας και της ιδιωτικής μας περιουσίας, καθώς επίσης η μετατροπή μας σε φθηνούς σκλάβους χρέους στο διηνεκές.

Στα πλαίσια αυτά, εάν η σωτηρία της χώρας μας, για την οποία είναι απολύτως απαραίτητη πλέον η ονομαστική διαγραφή μεγάλου μέρους του δημοσίου και του ιδιωτικού χρέους, καθώς και η κατάργηση των μνημονίων πριν ακόμη απονεκρωθεί πλήρως, προϋπέθετε την έξοδο της από την Ευρωζώνη ή και την ΕΕ, δεν θα υπήρχε αντίρρηση, παρά το ότι η υπερχρέωση μας δεν οφειλόταν στην Ευρώπη, ενώ η σημερινή καταστροφή είναι ευθύνη κυρίως των πολιτικών κομμάτων και των μνημονίων που αποδέχθηκαν, συν το PSI βέβαια, αν και το κόστος στο βιοτικό μας επίπεδο δεν θα ήταν καθόλου αμελητέο.

Με αυτό το κομματικό σύστημα πάντως που έχουμε, με αυτές τις αντιλήψεις και χωρίς δημιουργία πλούτου είτε με ευρώ, είτε με δολάριο, είτε με γεν, είτε με εθνικό νόμισμα, πάλι εδώ θα καταλήγαμε, όσο οδυνηρό και αν ακούγεται κάτι τέτοιο. Η επιβεβλημένη ανάκτηση της χαμένης εμπιστοσύνης των Ελλήνων προς την Πολιτεία, διέρχεται μέσω της καταπολέμησης του κομματικού κράτους και στηριζόμενοι στους τρεις βασικούς τομείς που διαθέτουμε μεγάλα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, την ποιοτική γεωργία τον τουρισμό και την ναυτιλία, θα πρέπει να επιτύχουμε θετικό ρυθμό πραγματικής ανάπτυξης, ισοσκελισμένο προϋπολογισμό και πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Παρά τους κινδύνους και τα προβλήματα, ο στόχος της Ελλάδας δεν μπορεί να είναι πλέον η έξοδος από την Ευρωζώνη, μεταξύ άλλων επειδή έχει καταστραφεί εντελώς ο παραγωγικός της ιστός, ενώ το χρέος της είναι πια σε ευρώ και σε ξένα χέρια. Από ηθικής πλευράς πάντως νομιμοποιείται η Ελλάδα και πρέπει να επιδιώξει τη διαγραφή του, επειδή η ευθύνη της καταστροφής της μετά το 2010 ανήκει αποκλειστικά και μόνο στην Τρόικα.

Ο κοινωνικός ιστός της χώρας έχει διαβρωθεί ή και εξαθλιωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι πολίτες δεν είναι πια ικανοί, ούτε να διαμαρτυρηθούν, ούτε να διαδηλώσουν, ούτε να επαναστατήσουν, ούτε καν να κατευθυνθούν προς τα άκρα δεξιά ή αριστερά. Αδιάφορο με το εάν οφείλεται στην ίδια ή στους δανειστές της η σημερινή της τραγωδία, θα χρειαστούν πολλές δεκαετίες για την αποκατάσταση των ζημιών, που σκόπιμα προκλήθηκαν από την Γερμανία, της οποίας άμεση προτεραιότητα ήταν η διάσωση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος. 

Οι περισσότεροι νέοι προς αντιμετώπιση του φάσματος της ανεργίας, εγκατέλειψαν την πατρίδα τους, μειώνοντας τις πιθανότητες ανάκαμψης της οικονομίας της χώρας και επιδεινώνοντας το θηριώδες δημογραφικό της πρόβλημα, το οποίο οδηγεί το Έθνος στην πλήρη εξαφάνιση του.

Το ύψος του δημοσίου όπως και το μέγεθος του ιδιωτικού «κόκκινου» χρέους, η αδυναμία παραγωγής πλούτου και η πολιτική αστάθεια αποτελούν τα κύρια προβλήματα της πατρίδας μας.

Η βασική αιτία της κακοδαιμονίας της Ελλάδας δεν οφείλεται στην οικονομία, αλλά κυρίως στην γενικευμένη και πρωτοφανή παρακμιακή της πορεία, ηθικά, πνευματικά, οικονομικά και κοινωνικά, λόγω διαφθοράς, παρασιτικής οικονομίας και νοοτροπίας, λόγω μνημονίων και έλλειψης αξιοκρατίας, λόγω καταρράκωσης της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης και τέλος πολιτικά λόγω κομματικού κράτους και πελατειακών σχέσεων, που οδηγούν στην καθολική εξαφάνιση ή απίσχνανση όλων των αρχών και αξιών της χώρας μας.

Αν δεν ανατραπεί αυτή η κατάσταση, τότε ακόμη και να μας χάριζαν το χρέος, στην δραχμή ή στο ευρώ, θα ήταν άνευ αποτελέσματος. Πέραν αυτών όμως, μετά την πάροδο οκτώ ετών βαθιάς και χρόνιας κρίσης, οι Έλληνες έχουν πλέον χάσει ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων των αποταμιεύσεων τους, καθώς επίσης τις ανθρώπινες αντοχές τους.

Ορισμένοι θεωρούν πως ο ενεργειακός πλούτος της χώρας μας, είναι επαρκής για να μας οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση, κάτι το οποίο είναι αμφίβολον, αφού δεν είμαστε σε θέση ούτε να τον εξορύξουμε, ούτε να τον προστατεύσουμε στρατιωτικά, όπως για παράδειγμα η Ρωσία, ενώ δεν βρισκόμαστε σε μία ασφαλή γεωγραφική θέση, όπως η Νορβηγία.

Αντίθετα, κρίνοντας από τα εθνικά μας προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί επικίνδυνα, ο ενεργειακός πλούτος μας κοστίζει ήδη περισσότερα από όσα κάποια στιγμή θα μας προσφέρει, απειλώντας επί πλέον την εδαφική μας ακεραιότητα, ενώ ο χρόνος που απαιτείται για να έχουμε θετικά αποτελέσματα στην οικονομία μας, είναι πολύ μεγαλύτερος από όσο θέλουμε να πιστεύουμε.

Κύριο πρόβλημα, στο οποίο πρέπει να δοθεί άμεση λύση, με την κινητοποίηση σημαντικού τμήματος του επιστημονικού και εργατικού δυναμικού, είναι η επαναδραστηριοποίηση του παραγωγικού μηχανισμού της χώρας, μέσω του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας, ο οποίος πρέπει να στηριχθεί στους τρεις βασικούς πυλώνες, της πρωτογενούς παραγωγής, του τουρισμού και της ναυτιλίας, που μπορούν να βοηθήσουν χωρίς σημαντικές επενδύσεις.

Στη συνέχεια όμως οφείλουν να ενισχύσουν τη βιομηχανία και τη δημιουργία σύγχρονων, καινοτόμων επιχειρήσεων, για να δυνηθεί η Ελλάς να αντιμετωπίσει τουλάχιστον τις απαιτήσεις της «μικρής» παγκοσμιοποίησης (ΕΕ).

Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει ελπίδα για την οικονομία και για την κοινωνία, δεδομένου ότι εδραιώνεται πλέον η πεποίθηση στο ελληνικό καταναλωτικό κοινό, ότι τα ελληνικά προϊόντα είναι ποιοτικά και ασφαλή και ότι με την επιλογή τους οι Έλληνες καταναλωτές, ενισχύουν την παραγωγή της χώρας τους, την ελληνική  οικονομία και την απασχόληση, συμβάλλουν στην μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ήτοι του ανοίγματος μεταξύ εισαγωγών και εξαγωγών, καθώς και στην απεξάρτηση από την εγκληματική επιτροπεία των «δανειστών» και των επαχθών όρων των αναγκαστικών δανείων, που συνήψαν όλες οι Ελληνικές κυβερνήσεις από το 1981 και εντεύθεν.

Οργανώνοντας κατά συνέπεια μέσω των κοινωνικών δικτύων, ένα μεγάλο «εθνικό καταναλωτικό και ελπιδοφόρο κίνημα, εμφορούμενο από την «Νέα Εθνική Καταναλωτική Συνείδηση» έχουμε την δυνατότητα να κατευθύνουμε τις καταναλωτικές επιλογές «Ελληνικά», ενισχύοντας το παραγωγικό δυναμικό της χώρας και οδηγώντας το στην έξοδο από την κρίση.

Η συνειδητή εμπλοκή του καταναλωτή στη διαμόρφωση της ζήτησης στην αγορά, αποτελεί ένα εν δυνάμει ισχυρό κοινωνικό παρεμβατισμό, που προκαλεί την αύξηση των εξαγωγών και την μείωση των εισαγωγών και την έξοδο της χώρας από το τέλμα της οικονομικής καχεξίας.

Τα πρωτοπόρα τμήματά της κοινωνίας απέδειξαν ότι ευαισθητοποιούμενα, συγκροτούν ένα κίνημα ενίσχυσης της εθνικής οικονομίας, με γνώμονα την εμπειρία των πολύ ενθαρρυντικών αποτελεσμάτων για την ελληνική οικονομία όπως και των διαχειρίσιμων δυσκολιών, που αντιμετώπισε το Κίνημα των απολυμένων απεργών της Θεσσαλονίκης, με κεντρικό σύνθημα «Ούτε γουλιά Coca Cola».

Τα τρία και πλέον χρόνια ακτιβίστικης δράσης του δυναμικού αυτού κινήματος, έχουν επιφέρει συντριπτικά πλήγματα στην εμβληματική αμερικανική πολυεθνική, με δραματική πτώση του μεριδίου της αγοράς που ήλεγχε, μετά την επιτυχία του μποϊκοτάζ και την ταυτόχρονη ραγδαία αύξηση των μεριδίων αγοράς των αντιστοίχων ελληνικών επιχειρήσεων του κλάδου. 

Εάν η Ελλάς δεν αντιτάξει μια συγκροτημένη αντίδραση, θα μεταλλάσσεται χρόνο με το χρόνο σε ένα είδος αποικίας κατανάλωσης, όχι τόσο των ιθαγενών καταναλωτών που συστηματικά θα φτωχοποιούνται, αν συνεχίσουν μεταξύ άλλων να καταναλώνουν προϊόντα ξένων συμφερόντων, αλλά και των ξένων επισκεπτών, με την ενεργοποίηση του μοντέλου της σύνδεσης της παραγωγής σε ένα κράτος ( Βουλγαρία) και της κατανάλωσης σε ένα δεύτερο (Ελλάς) που συνορεύει.

Οι επικοινωνιολόγοι της επιτελικής ομάδας του «Crisis Management» της πολυεθνικής, έθεσαν στρατηγικό επιδιωκόμενο στόχο, τον αποκλεισμό με συνεχείς παρεμβάσεις κάθε πιθανής ενημέρωσης που αφορούσε την ελληνική επιχειρηματικότητα, στους κλάδους των ελληνικών  αναψυκτικών, των χυμών και των εμφιαλωμένων νερών, στον τύπο τα ηλεκτρονικά μέσα μαζικής επικοινωνίας και στο Διαδίκτυο, όπως και την χρηματοδότηση εκτεταμένων ενημερωτικών προγραμμάτων, συνεργαζομένων δημοσιογράφων και μέσων ενημέρωσης για την απαξίωση του μποϊκοτάζ.

Η «συνεύρεση» των ελληνικών αλκοολούχων ποτών, των αναψυκτικών ή και τοπικών εμφιαλωμένων νερών, με την πρόθυμη διάθεση των ξένων επισκεπτών να αφεθούν σε γευστικές περιπλανήσεις, κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών τους στην χώρα μας, δημιουργεί τις προϋποθέσεις εξάπλωσής τους και στις χώρες προέλευσης τους, όπου είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα τα αναζητήσουν ή θα προσπαθήσουν να έχουν πρόσβαση σε αυτά μέσω ηλεκτρονικής παραγγελίας, δεδομένου ότι η επανάληψη της κατανάλωσης τους θα τους επαναφέρει νοερά στις μαγευτικές και ιδιαίτερα χαλαρωτικές διακοπές τους στην χώρα μας, μια πρακτική η οποία έχει πολύ μέλλον μπροστά της και η οποία θα ευνοήσει τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Η διαφθορά, ο εκμαυλισμός του συστήματος πληροφόρησης, οι παράνομες πρακτικές και οι εκβιασμοί που ασκούνται από τις πολυεθνικές και το μεγάλο εισαγωγικό εμπόριο στο εμπορικό κύκλωμα, θα πρέπει να προκαλέσει την αντίδραση του καταναλωτικού κοινού και την πρόκληση γενικής κατακραυγής, καταθέτοντας αγωγές και μηνύσεις, με διεκδίκηση σημαντικών αποζημιώσεων, εναντίον πάσης φύσεως καταχρηστικών εμπορικών αποκλεισμών η «κατευθυνόμενων συκοφαντιών κατά επιχειρήσεων», γενικεύοντας το μέτωπο αντίδρασης των θιγομένων εταιρειών, σε αίτημα απεξάρτησης της χώρας και σε οδό ανεξαρτησίας της.

Το κίνημα πολιτών «Καταναλώνουμε Ότι Παράγουμε» μας καλεί να επιλέγουμε ελληνικά προϊόντα και να διαμορφώσουμε μια ενιαία εθνική καταναλωτική συνείδηση, με τα περιθώρια επιλογών μας να είναι ευρύτατα, δεδομένου ότι η χώρα μας παράγει εξαιρετικής ποιότητας φρούτα, λαχανικά, δημητριακά, γαλακτοκομικά, τυροκομικά, κρέατα, ψάρια, κρασιά,  αλκοολούχα ποτά και ζυμαρικά και παρ’ όλο αυτά μέσα σε ένα χρόνο έχουμε καταβάλλει 6,5 δις ευρώ για εισαγωγές αγροτικών προϊόντων, εις το οποία συμπεριλαμβάνονται και 2.000 κωδικοί προϊόντων ασιατικής προέλευσης.

Η πραγματικότητα είναι ότι σήμερα 6 στα 10 προϊόντα που καταναλώνουμε προέρχονται από το εξωτερικό, όπου για αγορά γαλλικών κρασιών και σαμπάνιας καταβάλουμε ετησίως στη Γαλλία 30 εκ. ευρώ, για πούρα και τσιγάρα στη Γερμανία 80 εκ. ευρώ και για ουίσκι στην Αγγλία 170 εκ. ευρώ, στηρίζοντας έτσι τη γαλλική, τη γερμανική και την αγγλική οικονομία. Μόνο το 2009, ενισχύσαμε τη γερμανική οικονομία με 6,1 δις ευρώ για την αγορά γερμανικών προϊόντων. Οι εισαγωγές κυριαρχούν και στο χώρο της υπόδησης και της ένδυσης, όπου σχεδόν 8 στα 10 προϊόντα είναι εισαγόμενα, κυρίως από τρίτες χώρες.

Αυτή την κρίσιμη περίοδο για την  ελληνική οικονομία πρέπει να στραφούμε στα ελληνικά προϊόντα, στηρίζοντας έμπρακτα τους έλληνες παραγωγούς, βιοτέχνες, επιχειρηματίες και εργαζόμενους, επιτυγχάνοντας τη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της χώρας μας. Να αντιστρέψουμε την καταναλωτική μας «εξωστρέφεια» και να διοχετεύσουμε στην ελληνική αγορά τα χρήματα που δαπανούμε για τις καθημερινές μας ανάγκες, όπως και στον τομέα του τουρισμού, να υιοθετήσουμε το προφανές και να επιλέξουμε ελληνικούς προορισμούς.

Να στηρίξουμε το ελληνικό λάδι, την προμετωπίδα της μεσογειακής διατροφής, τα προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης, τα συνεταιριστικά και όλα τα τοπικά μας προϊόντα, συνεισφέροντας στην ανάδειξη της μεσογειακής κουλτούρας και διατροφής, με πολλαπλά αναγνωρίσιμα οφέλη για την υγεία μας.

Αντίθετα, τα εισαγόμενα προϊόντα στο βωμό της ελαχιστοποίησης του κόστους, εγκυμονούν κινδύνους από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς. Επίσης, η στροφή των ελλήνων καταναλωτών στα βιολογικά και περιβαλλοντικά προϊόντα που καταγράφεται,  θα πρέπει να συνοδευτεί από την ενίσχυση των αντιστοίχων ελληνικών προϊόντων, διότι σήμερα το 65% των βιολογικών προϊόντων είναι εισαγωγής.

Η προσπάθεια αυτή πρέπει να υποστηριχθεί κυρίως από τους μεγάλους καταναλωτές, όπως super markets, ξενοδοχειακά συγκροτήματα, νοσοκομεία, ιδρύματα, ακόμα και τα σχολικά κυλικεία, να καλύπτουν κατά προτεραιότητα τις προμήθειές τους με τοπικά προϊόντα, με συμφωνίες με τους τοπικούς παραγωγούς και συνεταιρισμούς. Στα σχολεία, η προώθηση των ελληνικών και τοπικών προϊόντων να γίνει με βιωματικό τρόπο, όπως με τακτικές επισκέψεις σε αμιγώς Ελληνικές παραγωγικές επιχειρήσεις, που θα εξοικειώσει τους νέους μας με τα ελληνικά προϊόντα, ώστε να διαμορφώσουν σωστή καταναλωτική συνείδηση.

Στόχος μας  πρέπει να είναι κυρίως η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων, τιμολογιακά όσο και ποιοτικά, με την αυτονόητη όπου είναι εφικτό αλλαγή του παραγωγικού μας μοντέλου, στηρίζοντας τα τοπικά προϊόντα από την παραγωγή στο ράφι, για να μη απαξιώνεται η προσπάθεια των παραγωγών, αλλά και οι καταναλωτές να ωφελούνται από τις τιμές και την ποιότητα των προϊόντων.

Πολύ σημαντικό είναι να εντάξουμε σε αυτό το κίνημα τη σήμανση και την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων, ώστε να δίδεται στους καταναλωτές επαρκής ενημέρωση για κάθε προϊόν. Καθοριστικός πρέπει να είναι ο ρόλος του Εθνικού Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας και Ανάπτυξης, όπως αυτό αναμορφώνεται με ειδική τροπολογία, στη στήριξη της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων, μέσω ετήσιου σχεδίου δράσης για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Όλα τα παραπάνω θα συμβάλουν και στην ανάδειξη και την αναγνώριση της ποιότητας των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα την αύξηση των εξαγωγών, τάση που ήδη καταγράφηκε από το 2010 και εντεύθεν στον τομέα των τροφίμων και των ποτών.

Στόχος των έντεκα εκατομμυρίων ενεργών Ελλήνων καταναλωτών θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη εθνικής καταναλωτικής συνείδησης, η οποία να μετεξελιχθεί σε πραγματικό καταναλωτικό κίνημα, που θα αφορά όλα τα αγαθά, συνιστώντας την δύναμή στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Οι Έλληνες σε συνθήκες υπερκατανάλωσης, δεν κατάφεραν να αναπτύξουν εθνική καταναλωτική συνείδηση και η Πολιτεία έκανε ότι μπορούσε προκειμένου να εμποδίσει την ανάπτυξή της.

Οι εργαζόμενοι σήμερα είναι καταναλωτές αγαθών και διατρέχουν ανά πάσα στιγμή τον κίνδυνο να χάσουν την δυνατότητα να αγοράζουν και να αισθάνονται μέλη μιας κοινότητας, με τον μισό και πλέον πληθυσμό της χώρας, αυτό να μην αποτελεί απλά κίνδυνο, αλλά βίωμα. Οι φιλελεύθερες ελπίδες των ίσων ευκαιριών έχουν πια εξανεμιστεί μπροστά στην πίεση της εσωτερικής υποτίμησης, των μισθολογικών μειώσεων, των ανατιμήσεων και της αυξανόμενης φτώχειας, δυσχεραίνοντας την ήδη βεβαρημένη οικονομική κατάσταση των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων.

Και οι δράσεις για ανάπτυξη καταναλωτικής συνείδησης είναι αμιγώς πολιτικές. Τη στιγμή που εκατομμύρια Ελλήνων ζουν κάτω από όριο της φτώχειας, οι καταναλωτικές δράσεις αποκτούν βαθύτατα πολιτικά χαρακτηριστικά. Συμβάλλουν στην ανάπτυξη ταξικής αλληλεγγύης απέναντι στη νεοφιλελεύθερη επέλαση των «αγορών» και μετατρέπουν τους καταναλωτές από άτομα σε συλλογικότητες που διεκδικούν και πιέζουν για βελτίωση αγαθών και μειώσεις τιμών.

Με ρεαλισμό στοχεύουν άμεσα στην ανακούφιση των πολιτών, ιδιαιτέρως των ευπαθών ομάδων και προβάλλουν μια άλλη οπτική, αυτήν της διεκδίκησης. Ας μην λησμονούμε πως οι «αγορές» αποτρέπουν κάθε συλλογική δράση και αν οι καταναλωτές ομιλούν τη γλώσσα του «εγώ», το καταναλωτικό κίνημα μπορεί να διδάσκει την κοινή γλώσσα του «εμείς». Η πάλη για την εδραίωση ενός κινήματος καταναλωτικού είναι πια μονόδρομος και συνιστά πια  άμεση αναγκαιότητα. 

Η Ελλάς, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, των έντονων μεταβολών στο ανάγλυφο, της διαφοροποίησης των κλιματικών συνθηκών, της διαρκούς παρουσίας ανθρωπίνων δραστηριοτήτων στην περιοχή επί 8.000 έτη, των παραδοσιακών γεωργικών δραστηριοτήτων και της περιορισμένης σε γενικές γραμμές μακροχρόνιας όχλησης από τις παραγωγικές δραστηριότητες, είναι από τις πλουσιότερες χώρες σε όλα τα συστατικά που συνθέτουν την βιοποικιλότητα και αναλογικά με την έκτασή της, διαθέτει από τις πλουσιότερες χλωρίδες, της Ευρώπης με πάνω από 6.000 είδη φανερόγαμων φυτών.

Η πλούσια βιοποικιλότης της Ελλάδος, αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα, κοινό αγαθό και πολύτιµη παρακαταθήκη για τις επόµενες γενιές, τυγχάνει μέχρι σήμερα σχετικώς ηπίων ανθρωπίνων παρεμβάσεων. Θα πρέπει ο πολύτιµος αυτός περιβαλλοντικός πλούτος της, να αναδειχτεί ως πολύτιµο φυσικό απόθεµα και να τύχει αποτελεσµατικής προστασίας, με πρακτικές αειφορικής διαχείρισης από επιθετικές και ρυπογόνες δραστηριότητες και από την γενετική διάβρωση των φυτικών γενετικών πόρων, που παρουσιάζεται στους τόπους ευδοκίμησής τους.

Κατά συνέπεια η Ελλάς διαθέτουσα την πολύτιμη αυτή χλωρίδα, παρουσιάζει μοναδικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στον πρωτογενή  τομέα, ήτοι στην ποιοτική γεωργία με βότανα ως φάρμακα και καλλυντικά, την αλιεία, την κτηνοτροφία, την δασοκομία, που χρήζει καθετοποίησης με τη μεταποίηση, όπως επίσης στον τουρισμό και στη ναυτιλία.

Οι τρεις αυτοί τομείς είναι σε θέση να στηρίξουν το δευτερογενή τομέα και την επαναβιομηχάνιση της χώρας, καθώς επίσης όλους τους άλλους παράπλευρους κλάδους, όπως επί παραδείγματι την αυτονόητη παραγωγή λιπασμάτων, ή στις καινοτομίες που μπορούμε να κάνουμε θαύματα, με το άριστα εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό μας. Περαιτέρω όσον αφορά τον πρωτογενή τομέα, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην εξασφάλιση  υδάτινων πόρων μετά την διαφαινομένη παγκοσμίως έλλειψη των, με στόχο   την κάλυψη όλων των εγχωρίων αναγκών μας στην άρδευση καλλιεργησίμων εκτάσεων για παραγωγή τροφίμων, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκών της τουριστικής Βιομηχανίας.

 Όσον αφορά τους επιχειρηματίες του τουρισμού, οι οποίοι τελούν, υπό «Βαβυλώνιο αιχμαλωσία» με ετήσια ανανέωση, από το μεγάλο εισαγωγικό εμπόριο, όπου τους έχει επιβληθεί ένα ασφυκτικό καθεστώς ελέγχου  των πραγματοποιούμενων προμηθειών των, από ελληνικές επιχειρήσεις. Θα πρέπει να κάνουν την υπέρβαση και να εμπιστευθούν τις Ελληνικές επιχειρήσεις, να συνεργασθούν και να σχεδιάσουν μαζί τους, την οργάνωση του εθνικού μετώπου, προβάλλοντας  και ενισχύοντας  τα ποιοτικά ελληνικά προιόντα, αναδιοργανώνοντας τα τμήματα προμηθειών τους, και εκκαθαρίζοντάς αυτά από υπεύθυνους αγορών, έμμισθους ατζέντηδες ξένων συμφερόντων. 

 Ειδικότερα, οι αγρότες θα πρέπει να πιστέψουν στις δυνατότητες τους και με μεθοδικότητα και μεράκι να αποκαλύψουν τους διατροφικούς θησαυρούς που κρύβει στα σπλάχνα της η προικισμένη ελληνική γη, υιοθετώντας νεωτεριστικούς τρόπους καλλιεργειών και αποτελεσματικές αναδιαρθρώσεις, κατασκευάζοντας θερμοκήπια και διχτυοκήπια. Σε συνεργασία με τις επιχειρήσεις και την συνδρομή των τραπεζών, να υιοθετήσουν προγράμματα συμβολαιακής γεωργίας και κτηνοτροφίας, διεκδικώντας από το κράτος κίνητρα, φορολογικά και επενδυτικά.

Η λειτουργία συνεταιρισμών με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια κατά το παράδειγμα της Ολλανδίας, της Ν. Ζηλανδίας ή της Δανίας είναι απαραίτητη για την εξασφάλιση της διαπραγματευτικής τους ισχύος και όχι μόνο. Οι επιχειρηματίες με τη σειρά τους πρέπει να επικεντρωθούν στα ελληνικά προϊόντα, τόσο όσον αφορά τη μεταποίηση όσο και το εμπόριο τους, ενώ οι ιδιοκτήτες τουριστικών και λοιπών συγκροτημάτων οφείλουν να διαθέτουν κατά προτεραιότητα ελληνικά προϊόντα, προωθώντας την ελληνική διατροφή σε όλα τους τα γεύματα, προωθώντας έμμεσα τις εξαγωγές των ελληνικών τροφίμων και ποτών, δεδομένου ότι οι τουρίστες τα αναζητούν στις χώρες τους όταν επιστρέφουν.

Η Ιταλία είναι σε θέση να καλύπτει τις διατροφικές ανάγκες του τουρισμού της κατά 75%, έναντι μόλις 15% της Ελλάδας, ακριβώς επειδή έχει υιοθετήσει τις παραπάνω συμπεριφορές και πρακτικές, οι οποίες είναι απολύτως απαραίτητες και για τη χώρα μας. Είναι σημαντικό να εξασφαλίσουμε την παράγωγή ασφαλών και ποιοτικών προϊόντων, με την μέγιστη δυνατή συμμετοχή, εγχώριων πόρων, έτσι ώστε να υποκατασταθούν οι εισαγωγές πρώτων υλών που επιβαρύνουν το εμπορικό μας ισοζύγιο. Όσον αφορά τους καταναλωτές, η συμβολή τους στην παραγωγή πλούτου μέσω του πρωτογενούς τομέα, θα μπορούσε να είναι καθοριστική, αρκεί να καταναλώνουν μόνο ελληνικά τρόφιμα, φρούτα και λαχανικά, να πίνουν μόνο ελληνικούς χυμούς και ποτά.

Με δεδομένο δε το ότι, στον πρωτογενή τομέα δημιουργούνται περισσότερες θέσεις εργασίας συγκριτικά με τους υπολοίπους, η ανάπτυξη μας εκεί θα έλυνε σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα της ανεργίας και του ασφαλιστικού. Εάν όλοι εμείς οι Έλληνες δεν εκμεταλλευθούμε άμεσα το φυσικό μας πλούτο και τα τεράστια ανταγωνιστικά μας πλεονεκτήματα, αναμένοντας άπραγοι την επίλυση των προβλημάτων μας από το κράτος και τους δανειστές, θα είμαστε άξιοι της μοίρας μας,  γνωρίζοντας πολύ καλά και τη σημασία του «συν Αθηνά και χείρα κίνει».

Είναι δεδομένο πως μπορούμε να ανακουφιστούμε, από τα δυσβάστακτα οικονομικά δεινά που σωρεύει η οικονομική κρίση, αρκεί οι μισοί μόνο Έλληνες να επέλεγαν για τις καθημερινές, καταναλωτικές τους συνήθειες, αποκλειστικά και μόνο προϊόντα που παράγονται στην Ελλάδα και φέρουν στην συσκευασία τους την μαγική ένδειξη «Ελληνικό προιόν» ή ακόμα καλύτερα το σήμα «Ελλαδικά μας» που αποτελεί τον πρεσβευτή της αυθεντικής παραγωγικής Ελλάδας.

Δυστυχώς όμως, ούτε αυτό δεν μπορούμε να  εφαρμόσουμε, με το 65% περίπου του συνολικού Ελληνικού δημόσιου χρέους (30/6/2016)  των 328,3 δις Ευρώ, να προέρχεται από το έλλειμμα του εμπορικού μας ισοζυγίου μόνο της τελευταίας οκταετίας!

Ακόμα και το 2016, μια από τις χειρότερες χρονιές της οικονομικής κρίσης, οι εισαγωγές καταναλωτικών προϊόντων που μπορούν εύκολα να αντικατασταθούν με προϊόντα που παράγονται στην Ελλάδα συνεχίζουν να αυξάνονται και το εμπορικό μας ισοζύγιο να διευρύνει το έλλειμμα του. Ειδικότερα το εννεάμηνο του 2016, το έλλειμμα του εμπορικού μας ισοζυγίου αυξήθηκε σε 13,5 δισεκατομμύρια Ευρώ, κατά 7,1% σε σχέση με το 2015.

 Αυτό συμβαίνει διότι η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων καταναλωτών, δεν έχει εμπεδώσει την κρισιμότητα της κατάστασης της χώρας, δεν έχει διαμορφώσει εθνική καταναλωτική συνείδηση  και συνωστίζεται στις αλυσίδες λιανικής να αγοράσει από τα ράφια των, πολυδιαφημισμένα και πανάκριβα προϊόντα δέκα μόλις πολυεθνικών, που ελέγχουν όμως το μεγαλύτερο τμήμα όλων των σημείων πώλησης, με συνολικό κύκλο εργασιών της τάξεως των 600 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως σε ολόκληρο τον κόσμο.

Δυστυχώς, η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων καταναλωτών, υποκύπτουν στις δελεαστικές συσκευασίες και τις αποτελεσματικές πρακτικές προώθησης και προσφορών των εισαγομένων «Brands» και δεν αξιολογούν  τις  επιπτώσεις της καθημερινής τους απόρριψης  των Ελληνικών προιόντων.

Πληρώνουν πανάκριβα εισαγόμενες σοκολάτες γνωστών πολυεθνικών και προτιμούν τα πανάκριβα «Perrier» και «Pelegrino» «περιφρονώντας»  τα δεκάδες, φθηνότερα και πολύτιμα μεταλλικά νερά της ανόθευτης Ελληνικής φύσης. Προμηθευόμαστε πανάκριβα εισαγόμενα απορρυπαντικά και υγρά πιάτων μεγάλων πολυεθνικών και αγνοούμε τα ποιοτικά άριστα και φθηνότερα αντίστοιχα προϊόντα της Ελληνικής παραγωγής.

Επιλέγουμε ξένα κρασιά και ας έχουμε ένα μοναδικό αμπελώνα με πλήθος πολύτιμων Ελληνικών κρασιών, οι ρίζες των οποίων χάνονται στα βάθη των αιώνων. Γεμίζουμε το τραπέζι μας με τα πιο απίθανα τρόφιμα από όλα τα μέρη του κόσμου και δεν αναζητούμε  αντίστοιχα Ελληνικά τρόφιμα, που έχουν επί πλέον εξασφαλισμένη υπέρτερη θρεπτική αξία. Πίνουμε πανάκριβες εισαγόμενες μπύρες, αγνοώντας την εγχώρια παραγωγή με εκατό και πλέον ετικέτες, που ικανοποιούν όλες τις προτιμήσεις όσο εξεζητημένες και αν είναι.

Θέλουμε πανάκριβα, εισαγόμενα αναψυκτικά και «στιγμιαία ροφήματα» χωρίς να αγοράζουμε με επιμονή τα αντίστοιχα Ελληνικά που φέρουν την ένδειξη «Ελληνικό προϊόν». Χρυσοπληρώνουμε εισαγόμενες τσίχλες μεγάλων πολυεθνικών, όταν έχουμε την μονάκριβη από κάθε πλευρά μαστίχα Χίου. Μετατρέψαμε το ουίσκι σε εθνικό ποτό της χώρας και των εκατομμυρίων επισκεπτών μας, «αγνοώντας» δεκάδες πολύτιμα και διάσημα αποστάγματα που διαθέτει κάθε γωνιά της Ελλάδος. Επιμένουμε σε δεκάδες μάρκες εισαγόμενων τσιγάρων ενώ έχουμε στην Καλαμάτα μια 100% Ελληνική καπνοβιομηχανία που απασχολεί και πεντακόσιους εξαιρετικά αμειβόμενους εργαζόμενους.

Ο κατάλογος των εισαγόμενων προϊόντων που μπορεί ένας συνειδητοποιημένος Έλληνας καταναλωτής, να αντικαταστήσει με αντίστοιχα προϊόντα που παράγονται στην Ελλάδα και φέρουν την μαγική ένδειξη «Ελληνικό προϊόν», είναι πραγματικά ατελείωτος. Δυστυχώς οι περισσότεροι Έλληνες αρνούμαστε να διαμορφώσουμε εθνική καταναλωτική συνείδηση και να βγούμε με απίστευτη άνεση από την οικονομική κρίση, δικαιώνοντας στην πράξη τους πιο ακραίους, «άσπονδους φίλους» μας στην Ευρώπη που ισχυρίζονται ότι ακόμη και μετά από έξη ολόκληρα χρόνια πρωτόγνωρης οικονομικής κρίσης «οι Έλληνες ζουν πέρα από τις δυνατότητες τους»! Υπουργός Οικονομικών Σόιμπλε, 18/11/2016.

Σε μια πρόσφατη επίσκεψη μας στα 5άστερα Ξενοδοχεία της Αττικής, για να βολιδοσκοπήσουμε τις διαθέσεις των υπεύθυνων προμηθειών, όσον αφορά την υιοθέτηση ποιοτικών ελληνικών αλκοολούχων ποτών, συναντήσαμε ενθουσιώδη ανταπόκριση και την ομολογούμενη  διάθεση τους για συνεργασία με παραδοσιακές εταιρείες, τονίζοντας μας ότι οι ξένοι επισκέπτες αναζητούν ελληνικές γεύσεις. 

Πρέπει να αντιληφθούμε μια τόσο απλή αλήθεια, ότι μπορούμε να υπερβούμε την κρίση και να την αποχαιρετήσουμε για πάντα, εάν οι μισοί από εμάς αποκτήσουμε εθνική καταναλωτική συνείδηση, επιλέγοντας με σχολαστικότητα και επιμονή για τις καθημερινές μας ανάγκες αποκλειστικά και μόνο προϊόντα, που έχουν στην συσκευασία τους την ένδειξη «Ελληνικό προϊόν».