H γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά του Έμπωνα

Eπιμέλεια -  φωτογράφηση Μιχάλης Μαννάκης
Email: mannakis.m@gmail.com

Με την στήριξη της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου
(Τμήμα Πολιτισμού)


Η φορεσιά την οποία θα παρουσιάσουμε σήμερα φοριέται κυρίως στην ευρύτερη περιοχή του Ατταβύρου και πιο συγκεκριμένα στα χωριά Έμπωνα, Κάστελος (Κρητηνία), Μανδρικό.

Προέρχεται από την Κάστελο μια και το χωριό αυτό προϋπήρχε των άλλων δύο. Είναι η πιο γνωστή φορεσιά της Ρόδου και ίσως η μοναδική που άντεξε στον χρόνο διατηρώντας την αρχική της μορφή.

Στοιχεία τα οποία την κάνουν να αποτελεί ανεπίσημα την αντιπροσωπευτική  φορεσιά της Ρόδου.

Χρησιμοποιείται και από άλλους  συλλόγους τόσο του νησιού (παρόλο που έχουν δική τους και δεν τη φοράνε)  όσο και της υπόλοιπης  Ελλάδας και του εξωτερικού προκειμένου να παρουσιάσουν τους χορούς,  τα ήθη και έθιμα του νησιού μας. Καλό είναι βέβαια  σ’ αυτές της περιπτώσεις να μην αλλοιώνεται η αυθεντική εικόνα της φορεσιάς. 

Η Μπονιάτικη φορεσιά που μέχρι σήμερα φτιάχνεται στον αργαλειό και τα κεντήματα στο χέρι,  αποτελείται από την πουκαμίσα, το φουστάνι, το μαντήλι, την ζώνη, τα ποδήματα και τα κοσμήματα.
 


Η πουκαμίσα  εικ. 1
Εσωτερικά φοριέται η πουκαμίσα για τη διακόσμηση της οποίας  οι  Μπωνιάτισσες  έδιναν ιδιαίτερη έμφαση. Είναι φτιαγμένη από υφαντό ύφασμα, πολύ ανθεκτικό και αδρό. Για την κατασκευή του ακολουθούσαν όλη την διαδικασία  από την σπορά του βαμβακιού την περισυλλογή  και την επεξεργασία του μέχρι να πάρει την τελική μορφή της κλωστής και την ύφανσή της στο αργαλειό. Φέρει μακριά μανίκια και το μήκος της φθάνει κάτω από το γόνατο ώστε να καλύπτει μέρος από τα στιβάνια.

Τη συναντάμε άλλοτε με σούρα στη μέση και λέγεται «μαλώλα» και άλλοτε χωρίς σούρες και λέγετε «γρίσπα». Κοσμείται με πλούσια πολύχρωμα  κεντήματα  στο στήθος, στα μανίκια, μερικές φορές και στην πλάτη, στον ποδόγυρο κεντημένα με βαμβακερές και μεταξωτές κλωστές. Στα παλαιότερα χρόνια σε κάθε σπίτι οι νοικοκυραίοι φρόντιζαν να έχουν τις πρώτες ύλες για τις φορεσιές τους και για τον λόγο αυτό καλλιεργούσαν βαμβάκι και εξέτρεφαν μεταξοσκώληκες και πρόβατα. Χρησιμοποιούσαν ποικίλες βελονιές στα κεντήματά τους.

Ξεκινώντας από τον ποδόγυρο της πουκαμίσας στις τέσσερις  πρώτες σειρές το μοτίβο και τα χρώματα ήταν πανομοιότυπα για όλες τις πουκαμίσες. Η πρώτη σειρά ήταν πάντα σε μαύρο χρώμα το λεγόμενο «στρουφίγγι» ακολουθούν  σε άλλα χρώματα η «βαγιά» το «στρουφιγγάκι» και ξανά άλλο ένα «στρουφιγγάκι» κανόνας.

Από εκεί  και πάνω η κάθε  νοικοκυρά ανέπτυσσε τα δικά της πλουμιά  ανάλογα με τη δεξιοτεχνία της και τις προσωπικές της προτιμήσεις. Οι πολύχρωμες αυτές βελονιές (πλουμιά) είχαν και τις ανάλογες ονομασίες, ανάλογα με το τι εικονίζουν, όπως «αστρουάκια», «σουράϊ», «πινακοκάντουνο ανοιχτό»,  «πινακοκάντουνο κλειστό», «μηλίτσες», «βολαράκια», «στράτα». Όλες αυτές οι ονομασίες αναφέρονται στις βελονιές που έχουν οριζόντια διάταξη, ενώ οι κάθετες ονομάζονται «γρίπος» εικ. 2. Ο τράχηλος είναι διακοσμημένος με κεντιές «στρουφίγγι» που καταλήγει σε «τσουλιά» με χάντρες για να «μπρέπουν». Το μπούστο είναι ανοικτό που κλείνει με κουμπί, πλουμισμένο και από τις δύο πλευρές εικ. 3
 

Φουστάνι εικ. 4

Το φουστάνι είναι αμάνικο, λίγο πιο κοντό από την πουκαμίσα σε μήκος. Αποτελείται  στο   πάνω μέρος, από  το μπούστο που κρατάει ψηλά το στήθος και είναι ραμμένο με το κάτω  μέρος, την φούστα. Λέγεται «μπουκάσι» ή πιο συχνά «ξωφόρι» πολύ φαρδύ σαν φουστανέλα, από μαύρο ή λευκό σατέν  για τις Κυριακές και για τις γιορτές, ( τη λευκή την έβαζαν συνήθως τη Δευτέρα του γάμου, τη  Λαμπρή  Δευτέρα και το καλοκαίρι για όσες την είχαν) και από μπλε υφαντό για την καθημερινή ενασχόληση.

Η διακόσμηση της φούστας από τον ποδόγυρο προς τα πάνω ξεκινάει πάντα σε όλες τις φορεσιές με «στρουφίγγι» πάντα σε πράσινη απόχρωση (κανόνας). Ακολουθούν τα «βατάνια» ή «κοπαμάκια»  δηλαδή σιρίτια  περιμετρικά της φούστας σε ισόποση απόσταση μεταξύ τους  πάντα πέντε σε αριθμό και κυρίως σε αποχρώσεις μπλε, κίτρινο, πράσινο και  κόκκινο.

Η  φούστα σχηματίζει «δάνκλες» γύρω-γύρω (πιέτες) με «μάεπσι»  στην μέση, σούρες, για να μαζεύει το ύφασμα εκτός από το μπροστινό μέρος. Στόλισμα του φουστανιού υπάρχει επίσης στο πάνω μέρος (μπούστο)  αναλόγως  τις προτιμήσεις κάθε νοικοκυράς, βασισμένα όμως σε μία λογική. Τα στολίσματα αυτά «τρέμουσες» και «χαντράκια» είναι φτιαγμένα στην μηχανή και ραμμένα στο φουστάνι. Γύρω από τις μασχάλες υπάρχει ραμμένο σιρίτι πάντα σε κόκκινη απόχρωση και λέγεται «μαργέλι».  
 

Ζωνάρι εικ. 5

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ζώνη. Φοριέται στο ύψος των γοφών, είναι μάλλινη ή μεταξωτή σε χρώμα κόκκινο σκούρο ή βυσσινί, δένεται με ένα δύσκολο τρόπο αγκαλιάζοντας δύο φορές τους γοφούς και στερεώνεται στο πλάι, μαζεύοντας συγχρόνως και το φουστάνι. Για λόγους αισθητικούς υπήρχε και ένα μικρό μαχαιράκι που το έλεγαν «καζίκα» με μικρή αλυσίδα και μια μικρή τσέπη για να το βάζουν μέσα.  Πλέκεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο τον οποίο θα  παρουσιάσουμε παρακάτω όπως μας τον περιέγραψε η κυρία Αναστασία Καραγιανάκη- Καλοπέτρη 88 ετών από τον Έμπωνα.

«Για να τη σύρουμε βάζουμε δυό καρέκλες και μια ανέμη στην μέση και περνάμε γύρου-γύρου από τις καρέκλες την κλωστή και στη μέση της ανέμης πάνω ψηλά περνούμε σταυρωτά την κλωστή και φτιάχνουμε μια σταυρωτή πλέξη.  Περνούμε σταυρωτά στην μια πλευρά της ανέμης 35 με 36 φορές και μετά το βάζουμε σε καλάμι  το τεντώνουμε και ξεκινούμε  το πλέξιμο, χρησιμοποιούμε καλάμι ενδιάμεσα στο πλέξιμο.

Πιάνουμε μια που πίσω και δυο που μπρος, θα μολάρω τη μια που μπρος και τη μια που πίσω. Έρχονται δυο που μπρος μολάς την μια και  κρατάς την πίσω  κ’ έρκουνται δυο που μπρος, φήνω τη μια που μπρος και πάει πίσω και μια που πίσω και δυο μπρος και τσα σιγά- σιγά πλέκεται  η ζώνη.

Όταν φτάξουμε στο τέλος, πιάνω  δυο, μολώ δυο, πιάνω δυο, μολώ τρεις  φορές. Το καλάμι ενδιάμεσα της πλέξης είναι απαραίτητο και τελειώνει, κόβεις δυο πουδώ και δυο πιο πέρα,  μετά τρεις  μπρος τρεις πίσω και το περνάμε στο καλάμι. Στο τέλος δένεις τις κλωστές που έχεις εκεί που είσαι και τις γένεις και τις κόβγεις και μένουν σαν κρόσσια από κλωστή.»

Η περίπλοκη αυτή διαδικασία για μας, είναι παιχνιδάκι στα χέρια της κυρίας Αναστασίας που  εξακολουθεί να τη φτιάχνει παρόλη την ηλικία της, παραθέτοντας μας και το εξής ρητό για την δυσκολία του πλεξίματος. «Έσκασε ο διάολος με την ζώνη που δεν έχει στημόνι.» 

Μαντήλι
Εσωτερικά φοριέται ένα λευκό μαντήλι γνωστό ως «περέτα»  διακοσμημένο μπροστά στο μέτωπο με φλουριά. Εξωτερικά φοριέται ένα μεγάλο σε μέγεθος σταμπωτό  μαντήλι σε διάφορα χρώματα διακοσμημένο πάντα με λουλούδια, που φορεμένο φθάνει από πίσω, πιο κάτω από την μέση και καταλήγει σε πλεκτά  τσουλιά εικ. 6.  Φροντίζουν πάντα  πάνω από το μέτωπο να φαίνονται τα σταμπωτά λουλούδια. Ονομάζεται «τσουλλάτο» ή «ακριβομάντηλο». 
 

 Ποδήματα εικ. 7

Η Μπωνιάτικη φορεσιά  φοριέται πάντα με στιβάνια. Είναι φτιαγμένα από δέρμα τράγου ή κατσικιού, άλλοτε ολόκληρα σε εκρού  χρώμα και άλλοτε σε συνδυασμό  εκρού και μαύρο. Είναι ψηλά, φθάνουν σε ύψος έως το γόνατο και καλύπτονται στο επάνω μέρος τους από την πουκαμίσα. Δεν έχουν τακούνι, από κάτω υπάρχει πετσί, το μπροστινό μέρος ονομάζεται «μουζάκι» και το πίσω «φτέρνα», όλο αυτό πάντα σε χρώμα εκρού.

Το υπόλοιπο όρθιο μέρος του στιβανιού ονομάζεται «καλάμι» και αναλόγως το χρώμα του, αποκαλείται ασπροκάλαμο ή μαυροκάλαμο. Τα αξιοσημείωτο είναι ότι δεν έχουν ούτε δεξί ούτε αριστερό. Για την κατασκευή τους χρειάζεται αρκετό μήκος δέρματος, όπως βλέπουμε στην εικ. 8  (είναι το ίδιο στιβάνι) στα αριστερά το βλέπουμε ξεδιπλωμένο και στα δεξιά, στην κανονική του μορφή. Παλαιότερα όταν κάποιος δεν είχε την οικονομική άνεση για να αγοράσει όλο το δέρμα που χρειαζόταν, αγόραζε το μισό ή και λιγότερο και το φορούσε δίχως να το διπλώνει.  Σ’ αυτή  την περίπτωση έλεγαν περιπαικτικά φόρεσε  «τον  καρούλι».
 


Νυφική φορεσιά εικ. 9-10
Για νυφική φορεσιά οι Μπωνιάτισες χρησιμοποιούσαν είτε αυτήν με την μαύρη φούστα είτε με την άσπρη, φορώντας πάνω  στο κεφάλι μακρύ ανοιχτόχρωμο  εκρού πέπλο γνωστό ως «ταλιάνα»  στολισμένο με τρείς καρφοβελόνες  εικ.11, μια πάνω από το μέτωπο  η πιο μεγάλη και δύο μικρότερες μια στα δεξιά και μια στ’ αριστερά. Επίσης φορούσαν τα «τσουλοράματα» εικ.12,  λουριά από ύφασμα στα οποία ράβανε διάφορα νομίσματα σαν κολιέ και τα κρεμούσαν έξω από τα είδη φορεμένα φλουριά στο στήθος εικ.13. Σκουλαρίκια από λίρες ή τρίκουμπα χρυσά με ματάκια  μπλε στην μέση (φουσκιά).

Για το κρύο και τη βροχή φορούσαν ένα κοντό μέχρι τη μέση  μάλλινο  γιλέκο με μακριά μανίκια σε μαύρο χρώμα γνωστό ως «περίκος» ή «ζιπούνι»  ενώ για το πάρα πολύ κρύο χρησιμοποιούσαν το «κοντοράσσο» πάνω στις πλάτες.
 


Για τις μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες οι ενδυματολογικές συνήθειες άλλαζαν, με την πάροδο του χρόνου  γινόταν πιο απλές και λιτές. Φορούσαν πάντα τα ποδήματα, η πουκαμίσα ήταν λευκή δίχως κανένα κέντημα  ή χρώμα, το ίδιο και το φουστάνι μόνο σε μαύρο χρώμα όπως επίσης  το ζωνάρι από κόκκινο γινόταν  μαύρο και αντίστοιχα το ίδιο γινόταν και με το μαντήλι. Το μόνο που δεν άλλαζε ήταν το κέφι και η όρεξη για ζωή, όπως διαπιστώνουμε με τις τρεις Μπωνιάτισες  της εικ.14.
 


Στην εικόνα 15  βλέπουμε πώς η Αθηνά Ταρσούλη αποτυπώνει τη Μπωνιάτικη φορεσιά στο έργο της Δωδεκάνησα 1947-1950, ενώ στις εικόνες 16-17 βλέπουμε ολοκληρωμένες τις φορεσιές όπως είναι σήμερα.

 

Παραθέτουμε  δυο τετράστιχα σχετικά με τις φορεσιές.
Απάνω στον Αττάβυρο
πέρα στα πλωμένα 
περπατούν οι κοπελιές
με ρούχα κεντημένα. 
Γαπώ την και την Έμπωνα 
γαπώ τα και τα ρούχα 
γαπώ και κείνες τις παλιές 
που τα εκεντούσαν.
 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΜΠΩΝΑ «Ο ΑΤΤΑΒΥΡΟΣ», ΕΛΠΙΝΙΚΗ ΤΣΟΥΚΑΛΑ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΑΚΗ-ΚΑΛΟΠΕΤΡΗ
ΙΔΙΟΧΕΙΡΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΘΕΟΥΛΑΚΗ

Όσοι επιθυμούν μπορούν να παρακολουθήσουν την 3η εκδήλωση για την παραδοσιακή φορεσιά του Έμπωνα τη Δευτέρα  9/7/2018   20:00  Παναγιά του Μπούργκου στην Παλιά Πόλη.