Απόδραση από τις τουρκικές φυλακές

Γράφει ο
Κυριάκος Μιχ. Χονδρός

Τους νόμους και τα διατάγματα τα φτιάχνουν οι άνθρωποι για τους ανθρώπους. Τα απαγορεύεται είναι τα συρματοπλέγματα ανάμεσα σε ανθρώπους, ανάμεσα σε γειτονιές και ανάμεσα σε λαούς. Πολλές φορές και η ίδια η φύση, ο άνεμος, η θάλασσα, τα ποτάμια, θέτουν κι αυτά τη δική τους νομοθεσία και λένε στον άνθρωπο δεν μπορείς να μας ξεπεράσεις. Είναι όμως έτσι;

Είναι φθινόπωρο του 1950. Το πλοίο της γραμμής έχει να έρθει 20 μέρες. 20 μέρες χωρίς τρόφιμα και φάρμακα! Αποκομμένοι  από τον υπόλοιπο κόσμο, μια ολόκληρη κοινωνία.  
Η δουλειά  μου είναι να ανταλλάσω διάφορα προϊόντα με άλλους εμπόρους. Κοντραμπατζήδες μας λένε. Ας είναι κι έτσι. Έχω μεγάλη φαμίλια για να ζήσω και καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή. Μόνο που στη δουλειά αυτή πρέπει να παίζεις με το θάνατο. Είναι ένα παιχνίδι ζωής και θανάτου.

Εκείνο το βράδυ, αφού πρώτα συνεννοήθηκα με τους γείτονες πώς και που  θα συναντηθώ,  ετοίμασα το καΐκι μου  με πετρέλαια, λάδια,  νερά. Το καΐκι μου το λένε «Αγία Ελένη». Γρήγορο και   ευέλικτο. Δεν κάνει νερά.
Προτού βγει ο ήλιος το σκάφος απόλυσε κάβους και τράβηξα κατά τη μεριά της Κύπρου, σε ανοιχτό πέλαγος. Η θάλασσα είχε ντυθεί στα πιο γαλανά χρώματα. Λες και γιόρταζε! Με καλούσε για μια ακόμα φορά να την γλεντήσω, να την ταξιδέψω και να σχίσω τα ποιο καθαρά νερά του κόσμου.

Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόμουνα  τα λόγια που αντάλλαξαν στο καφενείο ένα βράδυ.  «Πώς και τα ονόματα πόλεων και χωριών είναι Ελληνικά;» «Γιατί από τους αρχαίους χρόνους, τους ρωμαϊκούς, ύστερα τους βυζαντινούς και μέχρι το είκοσι δύο, ήταν Ελληνικά».

Το καΐκι έσχιζε τα νερά, αλλά κατά το απομεσήμερο, ο καιρός άρχιζε να χαλά. Προσπάθησα να το κουμαντάρω, αλλά ο άνεμος και τα κύματα άλλαζα  τη ρότα. Από σιγά σιγά τα κύματα απειλούσαν και άρχισα να τραβώ στα μικρασιατικά παράλια για να τραβήξω γιαλό -  γιαλό.
Στις συνθήκες αυτές, δεν κάνει, κουμάντο εσύ, αλλά η ίδια η φύση.  

Μα ξαφνικά βλέπω να έρχεται με στόχο το καΐκι μου, η τουρκική θαλάσσια αστυνομία. Αλλάζω ξανά ρότα  και πετώ ένα ένα τα εμπορεύματα για να ελαφρύνω το βάρος. Πετώ στη θάλασσα  τρία  τσουβάλια κόκκους  καφέ Βραζιλίας.  Πετώ ακόμα  τα κιβώτια με τις ρέγγες Ιάσων και τα μπουκάλια με τα ούζα Τριανταφύλλου.
Με κυνηγούν και τρέχουν πιο γρήγορα από μένα.
Χρόνια την κάνω αυτή τη δουλειά και πάντα ξεφεύγω από του Χάρου τα δόντια. Μα τώρα βλέπω πως πλησιάσει ο κίνδυνος και η σύλληψή μου.

Τα κύματα που τόσο αγαπώ, τώρα με χτυπούν αλύπητα στο πρόσωπο και δεν έχω καλή ορατότητα. Κάποια στιγμή η ¨Αγία Ελένη»  μπατάριζε επικίνδυνα και νάσου πλησιάζουν οι Τούρκοι. Από δω αρχίζει η περιπέτειά μου.  Σύλληψή  και  κατάσχεση του καϊκιού.
Κρατητήριο. Δίκη. Ξύλο της χρονιάς και απομόνωση σε ειδικά  κελιά.    

Στη διάρκεια της δίκης που κράτησε πολύ λίγη ώρα, με πλησίασε ένας Τούρκος που συνεργαζόμουν μαζί του. Κι αυτός κοντραμπατζής.  Μου έδωσε δυο τσιγάρα και που είπε  «δεν είναι για να τα καπνίσεις. Έχω περασμένες μέσα μπαγκανότες για κάθε σου ανάγκη». Πράγματι αντί καπνό είχε στρίψει χαρτονομίσματα. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου που έβγαλε την απόφαση.

Είχε ένα πρόσωπο σωστό τέρας. Μάτια ασιατικά. Τα χείλη του κρεμόντουσαν και π λαιμός του χοντρός ένωνε τη σιαγόνα με το στήθος.
Με κοίταξε με τρόπο εκδικητικό στα μάτια και μετά φώναξε στους αστυνόμους «Κλείστε τον στη φυλακή  10 χρόνια».
Με έκλεισαν σε ένα κελί. Τι κελί!  Χωρίς παράθυρο, χωρίς κρεβάτι, με μια πόρτα κλειστή  και με ένα μικρό παράθυρο που κάθε τόσο δυο μάτια άγρια για να με παρακολουθούν.

Πέντε χρόνια πέρασαν και έχω σαπίσει. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από την στέρηση της ελευθερίας και τον εξευτελισμό του ανθρώπου από άνθρωπο.
Ένα πρωί έγινε η μεταγωγή μου σε άλλη φυλακή, κοντά στην Κωνσταντινούπολη.  Ένα ταξίδι με ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο χωρίς να μπορώ να βλέπω  τον έξω κόσμο και  δεμένος χειροπόδαρα.
Τελικά με έκλεισαν σε μια φυλακή κοντά στη θάλασσα. Η θάλασσα ήταν πάντα η μεγάλη μου αγάπη.  Το άνοιγμα της ζωής, η ελπίδα, η λευτεριά του ανθρώπου, η έμπνευσή μου και η ιστορία της πατρίδας μου. Ας είναι.

Αυτή τη φορά το κελί μου είχε κρεβάτι και μπορούσα να βγαίνω στην αυλή μαζί με άλλους κρατούμενους, δύο φορές την εβδομάδα.
Με τον καιρό πλησίασα ένα δεσμοφύλακα. Του έδωσα όλες τις μπαγκανότες που είχα μέσα στα τσιγάρα, προκειμένου να με βοηθήσει να αποδράσω. Αλλά αυτός, αφού μου πήρε τα χρήματα με πρόδωσε και έχω υποστεί σοβαρά βασανιστήρια.

Ο χρόνος περνούσε και είχα πάντα μια ελπίδα πως θα γλυτώσω από αυτή την κόλαση.
Κάποιο μεσημέρι, άκουσα  έξω από τη φυλακή φωνές που εξελίχθηκαν σε καυγά. Ο αρχιφύλακας άνοιξε το κελί μου και με τράβηξε με τη βία έξω.
Έξω από τη φυλακή. Εκεί ένα μεγάλο φορτηγό γεμάτο από καρπούζια ετοιμαζόταν να κάνει ανατροπή.  Λίγα βήματα πιο πέρα απλωνόταν προκλητικά η θάλασσα. Η θάλασσα!  
Η θάλασσα, που σημαίνει έξαρση, ανάταση, συνεπαρμός!

Ο αρχιφύλακας με το βλοσυρό του ύφος πρόσταξε τα καρπούζια να τα πετάξω στη θάλασσα. Εκείνη την ώρα άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για το δρόμο προς την ελευθερία μου.  Ενώ εγώ άρχισα να εργάζομαι, συγχρόνως ο καυγάς μεταξύ τους άναψε για τα καλά. Τόσο πολύ καυγάδιζαν ώστε για λίγα λεπτά με παράτησαν και δεν με παρακολουθούσαν.
Πετούσα τα καρπούζια όπως με διέταξαν.

Η θάλασσα γέμιζε από καταπράσινα κεφαλάκια, που θα τα λαχταρούσαν πολλοί το καλοκαίρι.
Σε κάποια στιγμή άρπαξα το πιο μεγάλο καρπούζι, το χτύπησα πάνω σε ένα βράχο και αυτό κόπηκε αμέσως στα δύο. Αμέσως με τα δάχτυλά μου αφαιρώ τον κατακόκκινο καρπό. Ξανά και ξανά, αφαιρούσα με τα νύχια, την κόκκινη σάρκα,  μέχρι που φάνηκε το κιτρινοπράσινο σκληρό κέλυφος. Το κόκκινο χρώμα που έρεε έμοιαζε με αίμα,  αυτό  που δίνει τη ζωή στον οργανισμό.

Εξάλλου το φρούτο αυτό περιέχει μεγάλο ποσοστό κιτρουλίνης  με  υψηλή συγκέντρωση που μετριέται στο πλάσμα του αίματος.  Μου θύμισαν τα καρπούζια της Απολακκιάς.  
Ο καυγάς εξελίχθηκε σε ξυλοδαρμό, μεταξύ των Τούρκων.  Είναι η μεγάλη στιγμή της απόδρασης.
Προχώρησα στη θάλασσα. Σιγά σιγά μπήκα μέσα και βούλιαξα το σώμα μου. Στο κεφάλι μου φόρεσα το μισό καρπούζι και με τα χέρια μου έλαμνα  το νερό. Απομακρύνθηκα και το ψεύτικο κράνος ήταν ένα από τα πολλά άλλα καρπούζια που έπλεαν στη θάλασσα. Φυσικά και δεν σήκωσα κεφάλι. Κράτησα όσο μπορούσα την αναπνοή μου και προχωρούσα στα βαθιά.

Η ζωή έρχεται  από τη θάλασσα, η στέρηση της ελευθερίας μου  πεθαίνει.
Κάποια στιγμή δεν άντεξα και σήκωσα το κεφάλι μου για να πάρω ανάσα. Ήδη βρισκόμουν μακριά από το χώρο της φυλακής μου.
Άρχισε να βραδιάζει. Η κούραση και η πείνα και η δίψα έρχονται σε δεύτερη προτεραιότητα. Πρωταγωνίστρια είναι τώρα η ελευθερία μου.

Για καλή μου τύχη βρήκα ένα μικρότερο από το δικό μου καΐκι. Μπήκα μέσα έλυσα τα παλαμάρια και άρχισα να τρέχω, προς το βορρά.
Επί τέλους είδα από μακριά να κυματίζει η ελληνική σημαία!...