Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είναι το κράμα του ρεαλισμού και της ευαισθησίας

Γράφει η Ρένα Παπακωνσταντίνου

Τετάρτη  27 Ιουνίου και ο καιρός δεν σου θυμίζει καθόλου καλοκαίρι. Η καλή μου φίλη Μαρίνα Λαχανά, μου έχει δώσει πολύτιμα τηλέφωνα για να μιλήσω με ανθρώπους που θαυμάζω και αγαπώ.         
                                                                                                         
Ως λάτρης του ελληνικού τραγουδιού και της ποίησης δεν είναι δύσκολο να καταλάβει ποιον θα της πρωτοζητήσω: Λευτέρης Παπαδόπουλος, ένα όνομα που το άκουσμά του και μόνο φέρνει στον νου το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής δισκογραφίας.

Τον καλώ και αφού του συστήνομαι, του ζητώ να μου δώσει μια συνέντευξη. Δίνουμε ραντεβού για την επόμενη μέρα στις 6 το απόγευμα. 

Την άλλη μέρα λοιπόν, ακριβώς στις 6 κρατώ στο χέρι μου το ακουστικό και καλώ τον πολυπόθητο αριθμό.

Ρ- Καλησπέρα σας κύριε Παπαδόπουλε, είμαι...
Λ.Π.- Ξέρω, ξέρω...

Ρ- Μήπως σας ενοχλώ; 
Λ.Π.- Όχι παρακαλώ... 

Έχω μπροστά μου το χαρτί με τις ερωτήσεις και βλέπω τα χέρια μου να τρέμουν και ο ιδρώτας να λούζει το πρόσωπό μου. 

Του κάνω την πρώτη ερώτηση και με το παροιμιώδες χιούμορ του μου λέει να πάμε παρακάτω. 
Δεν αργεί να καταλάβει ότι δεν έχω ξαναπάρει τηλεφωνική συνέντευξη και μου το λέει ευθέως. 
Λ. Π.- '' Κοριτσάκι μου γλυκό, πού θα τα βάλεις τώρα αυτά, είσαι πολύ μικρή, πόσων χρονών είσαι;'' 

Κολακεύομαι από τη μία για το σχόλιο της ηλικίας κι από την άλλη νιώθω αμηχανία που μετατρέπεται σε αποφασιστικότητα και του λέω με ειλικρίνεια ότι δεν έχω ξαναπάρει τηλεφωνική συνέντευξη. Η ανησυχία του για την τύχη αυτής της συνέντευξης είναι έκδηλη και η αγωνία μου επίσης. 

Δεν με αποθαρρύνει όμως και συνεχίζουμε παρακάτω. 

Στις 14 Νοέμβρη του 1935 γεννιέται στην Αθήνα από πρόσφυγες γονείς ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. 

Ο πατέρας του από την Προύσα της Μ. Ασίας και η μητέρα του από το Νοβοροσίσκ της Ρωσίας. 

Τα χρόνια είναι δύσκολα, η πείνα, οι κακουχίες, η πολιτική κατάσταση της ώρας, δημιουργούν τα πρώτα ερεθίσματα στο μικρό αγόρι που οι εικόνες γύρω του και τα βιώματα, αποτυπώνονται ανεξίτηλα στην ύπαρξή του. 

Η γειτονιά του είναι η οδός Φωκαίας, η Φυλής, η Χέϋδεν, η Αριστοτέλους...
Β' Γυμνάσιο Αρρένων Αχαρνών και μαζί του φοιτούν ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, ο Χρήστος Γιανναράς και ο Αλέκος Φασιανός...

Κανείς τους δεν οσφραίνεται το αύριο που θά 'ρθει .

Ο πατέρας του τσαγκάρης και η μητέρα του καθαρίστρια...

''Ο γιος της καθαρίστριας ''... ταμπέλες που στιγματίζουν και πονούν... δίνουν όμως και κίνητρο να σηκωθείς και να παλέψεις όσο δεν μπορείς, να φτάσεις εκεί που δεν μπορείς...'' Αχ χελιδόνι μου πώς να πετάξεις σ ' αυτόν τον μαύρο τον ουρανό'' 

'' Ήθελα να επιβιώσω... ήμουν πεισματάρης ήθελα να πετύχω, ήμουνα κι ωραίο παιδί ...''  

Τελειώνει το Γυμνάσιο και περνά στη Νομική Αθηνών... '' Ήθελα να πάρω το πτυχίο να το κορνιζόσω και να προχωρήσω''...

Από το 1959-2012 δημοσιογραφεί στα ''Νέα''.  Το 1963 σε ηλικία 28 ετών γράφει την '' Άπονη ζωή''.

Οξυδερκής, με έξυπνο χιούμορ, δυνατή πένα και έντονη προσωπικότητα... συστατικά που… όπως κι αν τα βάλεις, σου δίνουν μια μεγάλη προσωπικότητα. 

Ρ. Π.- Όλοι οι στίχοι σας έχουν μια αμεσότητα, λαΪκότητα και ένα ποιητικό εκτόπισμα. Δημιουργούν εικόνες και ταυτόχρονα συναισθήματα έντονα σ ' όποιον τα τραγουδά. 
Λ. Π.- Ναι, είναι αλήθεια αυτό.

Ρ. Π.- '' Έχω έναν καφενέ''.... Πολλοί είπαν ότι το τραγούδι αυτό κρύβει μέσα του όλη την Ελλάδα. 
Λ. Π.-'' Αυτοί που μένουνε και αυτοί που φεύγουνε ''... το τραγούδι αυτό έχει σχέση με τη μετανάστευση, οι Έλληνες τότε έφευγαν για δουλειά στο εξωτερικό, τα πράγματα ήταν δύσκολα, πονούσε αυτός που φεύγει, αλλά κι αυτός που μένει... 

Ρ. Π.- Ποιο ρόλο έπαιξε ο έρωτας στη ζωή σας;
Λ. Π.- Κύριο ρόλο, όπως παίζει σ' όλους τους ανθρώπους ο έρωτας. Έπαιξε τον απόλυτο ρόλο.
Απόδειξη ότι όλα τα ελληνικά τραγούδια, βασίζονται κυρίως στο ερωτικό στοιχείο.

Ρ. Π.- Υπήρξαν στιγμές που νιώσατε φθόνο από κοντινά σας πρόσωπα για τη δόξα που αποκτήσατε, όπως συμβαίνει συχνά; 
Λ. Π.- Ποτέ, ήταν και είναι υπέροχες όλες οι σχέσεις μου.
Δεν ορθογραφούσε μόνο, έγραψε και πολλά βιβλία. «Επαρχίες της Αθήνας», «Η Τουρκία χωρίς φερετζέ», «Παλιοί συμμαθητές», «Όλα είναι ένα ψέμα», «Είναι γλεντζές πίνει γάλα», «Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια» κ.ά. 

Ο έρωτας καρφώνει δυνατά τα βέλη στην καρδιά του όταν συναντά την σκηνοθέτιδα Ράια Μουζενίδου. 
''Αυτήν τη γυναίκα την ερωτεύτηκα πολύ''. 

Πόσα άραγε τραγούδια να γράφτηκαν γι' αυτήν; 
«Εν βρασμώ ψυχής» και «Ο Γολγοθάς μιας ανύπαντρης μητέρας» είναι δουλειές που έκαναν μαζί στο θέατρο. 

Καρποί του έρωτά τους, ο Νότης δημοσιογράφος σήμερα και η Υακίνθη, ηθοποιός.
Έχει τρία εγγονάκια... 

Ρ. Π.- Πώς αισθάνεστε όταν ακούτε τα τραγούδια σας τόσες δεκαετίες μετά, να ερμηνεύονται από νέους καλλιτέχνες και να τα γνωρίζει η νέα γενιά; 
Λ. Π.- Συγκινούμαι πολύ όταν ακούω τα τραγούδια μου και κυρίως όταν ερμηνεύονται από νέους.

Ρ. Π.- Γνωρίζω ότι αγαπάτε πολύ τους νέους.
Λ. Π.- Ναι, είναι αλήθεια αυτό. 
« Ένα παράθυρο ανοιχτό 
αφήνω στην καρδούλα μου 
να βλέπεις φως και νά 'ρχεσαι 
αγάπη μου κοντά μου...»

Πολυαγαπημένοι μου στίχοι... ηχεί στα αυτιά μου η φωνή της Χαρούλας και προσπαθώ να μαντέψω σε τι συναισθηματική κατάσταση να βρισκόταν ο συνομιλητής μου όταν το έγραφε ...

«Αγάπησέ με, αγάπησέ με 
αγάπησέ με σήμερα 
μεσ’ στη ζωή σου σεργιάνισέ με 
βραδιές και απομεσήμερα...» 

Ρίγος διαπερνά το κορμί μου κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι και σκέφτομαι ότι καθένας μπορεί να γίνει πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας και να ζητά απεγνωσμένα ν' αγαπηθεί από κάτι που έμεινε ανεκπλήρωτο στην ζωή του ακόμη κι αν ήταν η μεγαλύτερη αγάπη!!!

Υπήρξαν και τραγούδια που γράφτηκαν για βιοποριστικούς λόγους. ''Το Νανούρισμα '' το έγραψε σε περίοδο διακοπών στην Σαντορίνη, γιατί είχε ανάγκη 3000 δραχμές.

Τίποτα όμως δεν υστερεί σε ποιότητα και συναίσθημα, πόσω μάλλον που το μελοποίησε ο μέγας Χατζιδάκις και το τραγούδησε η Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Μου έρχεται τώρα στο μυαλό η σκηνή με την πανέμορφη Τζένη Καρέζη να τραγουδά «Ούτε ένα ευχαριστώ με το βλέμμα που πλημμύριζε πόθους και πάθη... «σού ‘φερα νερό στις χούφτες για να πιείς να ξεδιψάσεις...»

Τυχαία, δύο μέρες πριν, τα κορίτσια μου έβλεπαν 
«Μια κυρία στα μπουζούκια»
«Του αγοριού απέναντι πείτε του πως το θέλω...» λέει όλο νόημα η Μαίρη Χρονοπούλου, μια φράση που πέρασε από χιλιάδες χείλη.

Περί τα 1200 τραγούδια έγραψε και τα 200 βγήκαν από τα συρτάρια και μελοποιήθηκαν. 
«Μέθυσε απόψε το κορίτσι μου», «Δελφίνι Δελφινάκι», «Παραμυθάκι μου», «Μάτια Μπλε», «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου», «Πες πως με αντάμωσες», «Αυτά τα χέρια», «Δεν θα ξαναγαπήσω», «Αριστοτέλους» , «Αχ χελιδόνι μου» και πόσα άλλα...

Όλα στάζουν έρωτα, όλα ξεσηκώνουν θύελλες αισθημάτων και κυρίως αποπνέουν μια λεβεντιά και μια αμεσότητα που μόνο κάποιος που έπαιξε μπάλα σε αλάνες -και αυτό σημαίνει πολλά όπως τονίζει ο ίδιος- μπορεί να αποδώσει σε τέτοιο μέγεθος.

Πάντα πίστευα ότι οι εποχές ανάλογα με τα βιώματα που προκαλούν, βγάζουν και καλλιτέχνες.
Οι εποχές εκείνες όπου τίποτα δεν ήταν δεδομένο, όπου για όλα έπρεπε να μοχθήσεις, όπου απλά πράγματα σε έκαναν ευτυχισμένο, αποτύπωσαν με τον καλύτερο τρόπο υπέροχους στίχους, δημιούργησαν μοναδικούς συγγραφείς, ανεπανάληπτους ποιητές.

Η ευημερία οδηγεί σε παραίτηση από τον αγώνα...
θυμάμαι τον Καζαντζάκη στην «Αναφορά στον Γκρέκο» όπου η Ρωσίδα φίλη του κρυώνει , υποφέρει από το αναπάντεχο κρύο κι εκείνος προσφέρεται να της δανείσει το ζεστό παλτό του... «Όχι του λέει, ποτέ, έτσι βολεύεται η ψυχή και παύει ο αγώνας» . 

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είναι το κράμα του ρεαλισμού και της ευαισθησίας , το σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς που κοπίασε πολύ μα τα κατάφερε και είπε όσα έπρεπε να πει με τρόπο ανεπανάληπτο.
Και σήμερα οι νέοι έχουν οικονομικές ανάγκες... δεν γράφουν όμως τέτοια αριστουργήματα.

Μετέφρασε Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Πάμπλο Νερούδα, Ναζίμ Χικμέτ...
«Η μάνα μου ήταν το άγιο πρόσωπο της ζωής μου» είπε κάποτε. 
«Επειδή σ ' αγαπώ 
ως κι οι πέτρες 
ανθίζουν στη γλάστρα 
επειδή σ' αγαπώ 
το φεγγάρι φιλιέται με τ ' άστρα...» 

Συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους συνθέτες και τραγουδήθηκε από τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής μουσικής σκηνής.

Μάνος Λοΐζος «γεννημένος μελωδός» είπε για τον Μάνο ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και «Ο δρόμος» πούλησε πάνω από 1.000.000 αντίτυπα.

Μάνος Χαντζιδάκις, Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννης Σπανός, Μίμης Πλέσσας και πόσοι άλλοι...
«Κι άλλη μέρα πέρασε να σε περιμένω 
κι άλλο Σαββατόβραδο έφυγε χαμένο
κι ο καημός με άρπαξε πάλι από τον ώμο 
θάμπωσαν τα μάτια μου να κοιτώ στο δρόμο 

Άμα δείτε το φεγγάρι 
να του πείτε να μη βγει
να μη δει τα δάκρυά μου
που πλημμύρισαν τη γη...»
«Έρωτας... το πιο σημαντικό πράγμα για κάθε άνθρωπο...»

Ναι, Λευτέρη Παπαδόπουλε, πόση πίκρα, πόση απόγνωση νιώθει κάποιος που ταυτίζεται με αυτούς τους στίχους, που ξέρει ότι χάθηκαν τόσα Σαββατόβραδα της ζωής του αφού δεν τά' ζησε μ' αυτόν που ποθεί...
Όσο κι αν οι εποχές αλλάζουν, ο έρωτας μένει αναλλοίωτος, ανελέητος και τίποτα δεν τον πτοεί... είναι η κινητήριος δύναμη για δημιουργία, για όνειρα, για αυτοκαταστροφή...

Ρ. Π.- Ποιό είναι το πιο αγαπημένο σας τραγούδι, υπάρχει κάποιο που ξεχωρίζετε; 
Λ. Π.- Ναι, το «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή...»
Εκείνη τη στιγμή νιώθω ένα φτερούγισμα μέσα μου. Είναι το τραγούδι που με κάνει πάντα να δακρύζω. Σκέφτομαι στημένους στο Σκοπευτήριο δεκάδες νέους, να χάνονται για κάποια ανύπαρκτα σήμερα ιδανικά, υπάρξεις που τα αισθήματά τους δεν πρόλαβαν να ωριμάσουν άγουροι έρωτες... Ένα ζεΪμπέκικο που θέλει μεγάλη μαεστρία και κυρίως ανυπότακτη ψυχή...

«Το απομεσήμερο έμοιαζε να στέκει σαν αμάξι γέρικο στην ανηφοριά...» 
«Τάχα, τι να ζήλεψαν στα χλωρά σου μάτια που γιομαν τ' απόβραδο γλύκα πρωινή ήρθαν και βασίλεψαν τα βαθιά σου μάτια κάποιο Σαββατόβραδο στην Καισαριανή» 

«Κι όλα γίναν κεραυνός πελαγίσια αρμύρα κι όλα γίναν κεραυνός και πικρό πικρό ψωμί...»
Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε κύριε Λευτέρη Παπαδόπουλε, μα πιο πολύ για αυτά που με κάνετε να νιώθω ακούγοντας τα τραγούδια σας, τα ανεξιχνίαστα πάθη που έρχονται στο προσκήνιο και τις δονήσεις της ψυχής...

Κανένα Σαββατόβραδο δεν θα ήταν ίδιο χωρίς τα δικά σας φεγγάρια και την ασετιλίνη...

«Αυτά τα χέρια» κύριε Παπαδόπουλε έγραψαν για να μας δικάσουν όλους σε ισόβια ποινή όπου όσο κι αν λέμε «Θεέ μου τη δεύτερη φορά που θα ‘ρθω για να ζήσω όσο η καρδιά κι αν λαχταρά δεν θα ξαναγαπήσω» ... εμείς να αγαπάμε κάθε φορά και πιο βαθιά σιγοψιθυρίζοντας τους στίχους των τραγουδιών σας σε λιμανάκια απάνεμα σαν αυτό που πίνετε το ουζάκι σας στην αγαπημένη σας Μυτιλήνη και κοιτώντας ψηλά το ολόγιομο φεγγάρι... από το ταβερνάκι να ακούγεται στο ραδιόφωνο η φωνή του Σταμάτη Κόκοτα... να λέει.... 

«Πες πως με αντάμωσες μια νύχτα σε ένα όνειρο
Πες πως με ξέχασες σαν ήρθε το πρωί
Και μην σκεφτείς ότι για με δεν ήσουν όνειρο
Και μην νοιαστείς τι θ' απογίνω στη ζωή...»

Αφιερωμένο στην αγαπημένη μου Μαρίνα Λαχανά και σε όλους τους οπαδούς της ΑΕΚ που είναι η λατρεία του αγαπημένου μας Λευτέρη Παπαδόπουλου και πολλές φορές ίσως να προταγωνιστούν εν αγνοία τους στα όνειρα χιλιάδων γυναικών που σιγοτραγουδούν τους στίχους του, τους χιλιοειπωμένους.