«Καθηλωμένη» πάνω από 10ετία στα 70 € η ημερήσια δαπάνη των ξένων τουριστών

Της Στεφανίας Σούκη στο newmoney.gr

 

Ένα «παράθυρο» και μία ευκαιρία που δεν θα πρέπει να πάει χαμένη βλέπουν οι τουριστικοί φορείς ώστε να αντιμετωπιστούν δύο από τα χρόνια προβλήματα του ελληνικού τουρισμού, αυτά της εποχικότητας και της αύξηση της μέσης ημερήσιας δαπάνης που παραμένει καθηλωμένη για πάνω από μία δεκαετία στα χαμηλά.

«Η επάνοδος της ελληνικής οικονομίας στην ‘κανονικότητα’ έρχεται μετά από – και εν μέρει οφείλεται σε – μια πενταετή πορεία ανάπτυξης του εισερχόμενου τουρισμού στην Ελλάδα, όπου τα έσοδα και οι διεθνείς αφίξεις αυξήθηκαν από 10,4 δισ. ευρώ και 16,9 εκατομμύρια αντίστοιχα το 2012 σε 14,6 δισ. ευρώ και 30,2 εκατ. ευρώ το 2017, ενώ ανοδική παραμένει η πορεία και το 2018», αναφέρει ο κ. Αρης Ικκος,

Επιστημονικός Διευθυντής στο Ινστιτούτο ΣΕΤΕ (ΙΝΣΕΤΕ), στην τελευταία μελέτη του Ινστιτούτου για την ελληνική οικονομία.

«Η συγκυρία αυτή δίνει στον τομέα την δυνατότητα να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις και να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που του δίδονται στην σύγχρονη διεθνή τουριστική αγορά, με στόχο την βελτίωση της ανταγωνιστικής του θέσης.

Μια βελτίωση που θα επιτρέψει την αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η έντονη εποχικότητα, η καθήλωση της Μέσης Ημερήσιας Δαπάνης για περισσότερο από μια δεκαετία περίτα 70 ευρώ που, σε συνδυασμό με την διεθνή τάση για μείωση της Μέσης Διάρκειας Παραμονής, έχει οδηγήσει σε μείωση της Μέσης Κατά Κεφαλήν Δαπάνης από τα 746 το 2005 σε 616 ευρώ το 2012 και σε 485 ευρώ πέρυσι».

Σημειωτέον ότι με δεδομένη και την αύξηση των αφίξεων, ο Μέσος Ετήσιος Ρυθμός Αύξησης των εσόδων από εισερχόμενο τουρισμό την περίοδο 2013 – 2017 ανήλθε σε 5,4%, με αξιοσημείωτη την αύξηση των εσόδων από τον εισερχόμενο τουρισμό σε σταθερές τιμές 2010, με επιταχυνόμενο ρυθμό. Συγκεκριμένα, ο Μέσος Ετήσιος Ρυθμός Αύξησης ήταν στο 5,4% στην περίοδο 2013-2017, 3,6% στην περίοδο 2010-2017 και μόλις 0,2% στην περίοδο 2001- 2017.

Η εξεύρεση βιώσιμων λύσεων για το θέμα της εποχικότητας και της αύξησης της μέσης δαπάνης, θα πρέπει να λάβει υπόψη της αφενός τις μακροχρόνιες τάσεις της διεθνούς τουριστικής αγοράς και αφετέρου τις δυνατότητες του ελληνικού τουριστικού προϊόντος. Η στρατηγική για τον ελληνικό τουρισμό που εκπόνησε το Ινστιτούτο ΣΕΤΕ βασίζεται στην ανάπτυξη των ακόλουθων προϊόντων που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες τάσεις της διεθνούς τουριστικής αγοράς, ενώ λαμβάνουν υπόψη και το στενό δημοσιονομικό πλαίσιο της χώρας.

Ειδικότερα για τις διακοπές «Ήλιος και Θάλασσα» οι στόχοι εντοπίζονται στην αύξηση του μεριδίου αγοράς στους τουρίστες υψηλής δαπάνης, τη διεύρυνση της σεζόν στα δύο άκρα (Οκτώβριος και Απρίλιος), αλλά και την αύξηση μεριδίου αγοράς στους τουρίστες που προσέρχονται οδικώς από γειτονικές χώρες,

Για τις διακοπές με αντικείμενο τον «Πολιτιστικό Τουρισμό» οι προτάσεις εντοπίζονται στην ανάπτυξη του προϊόντος μέσω της εκμετάλλευσης του μοναδικού πολιτιστικού αποθέματος της χώρας, ώστε να επιτευχθεί η διεύρυνση των τουριστικών εισροών τόσο χρονικά όσο και γεωγραφικά.

Στο κομμάτι του θαλάσσιου τουρισμού» είναι πάγιο το αίτημα για άρση γραφειοκρατικών εμποδίων και φορολογικών αντικινήτρων και ενίσχυση υποδομών.

Επίσης, θα πρέπει να υπάρξει ενίσχυση τουρισμού MICE, κυρίως μέσω ενεργειών συντονισμού και προώθησης στο κομμάτι των συνεδρίων και των εκδηλώσεων, ενίσχυση τουρισμού City Break, κατά κύριο λόγο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη που διαθέτουν όχι μόνο σημαντικά αξιοθέατα αλλά και διεθνείς αεροπορικές συνδέσεις όλον τον χρόνο και παράλληλη ενίσχυση του στοιχείου της γαστρονομίας για τον εμπλουτισμό των προαναφερθέντων τουριστικών προϊόντων, αλλά και την ενδυνάμωση της διασύνδεσης του τουρισμού με τον αγροδιατροφικό τομέα.

«Βασικές προϋποθέσεις βέβαια για την επίτευξη όλων των παραπάνω αποτελούν η παροχή υπηρεσιών υψηλής ποιότητας και η ύπαρξη καταρτισμένου προσωπικού για την παροχή των ποιοτικών υπηρεσιών.

Παράλληλα, η επίτευξη των παραπάνω στόχων προϋποθέτει ευρείες συνεργασίες μεταξύ των επιχειρήσεων αλλά και μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Η τουριστική εμπειρία είναι ολιστική και απαιτεί ολοκληρωμένες λύσεις», αναφέρεται στη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ.