Λεξιστορείν: Φεγγαράκι μου λαμπρό

Η λέξη φεγγάρι  αναφέρεται στο γνωστό ουράνιο σώμα που περιφέρεται γύρω από τη γη.

Επίσης  έχει καθιερωθεί  και σε φράσεις όπως «αυτός έχει τα φεγγάρια του ή είναι με τα φεγγάρια του» δηλαδή παρουσιάζει αιφνίδιες, έντονες αλλαγές στη συμπεριφορά του (ιδιοτροπίες, παραξενιές κτλ).

Ετυμολογικά προέρχεται από τον παλιότερο γλωσσικό τύπο φεγγάριον που είναι υποκοριστικό της λέξης φέγγος = το φως κι αντικατέστησε τη λέξη σελήνη για να τονιστεί η έντονη λάμψη που εκπέμπει το ουράνιο σώμα.