Ρόδος: Η γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά της Αρχίπολης

Eπιμέλεια -  φωτογράφηση Μιχάλης Μαννάκης

Email: mannakis.m@gmail.com
Με την στήριξη της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου (Τμήμα Πολιτισμού)

 

Η παραδοσιακή αυθεντική γυναικεία φορεσιά της Αρχίπολης δεν έφθασε έως τις μέρες μας.

Σταμάτησε να φοριέται, απ’ ότι  μας πληροφορούν οι σημερινές  Αρχιπολενές  γύρω στα 1960 με 1965 που θυμούνται τις  ηλικιωμένες εκείνης της εποχής να τις φορούν ακόμη. Δυστυχώς όμως δεν  έχουμε κάποιο  δείγμα  από αυτές.

Έχουμε όμως την πλήρη περιγραφή  της από τις κυρίες Παπανθύμου Παρασκευή  και Τσαγκάρη Παρασκευή  και αφορά στην καθημερινή φορεσιά.

Εσωτερικά κατάσαρκα από τη μέση και κάτω φοριέται η «βράκα» από αμερικάνικο ύφασμα  (έτσι το αποκαλούσαν)  με μήκος έως το  «ποντίκι»   διακοσμημένη στις άκρες με δαντέλα, συνήθως σε λευκή απόχρωση, τη συναντάμε όμως σε κάποιες λίγες περιπτώσεις από τις πιο τολμηρές σε διάφορα άλλα χρώματα.

Από τη μέση και πάνω φοριέται το πουκάμισο που είναι φτιαγμένο από κάποτο με μακριά μανίκια  με σούρες στις άκριες των μανικιών και μήκος έως τη μέση. Ο γιακάς είναι «παπαδίστικος», μπροστά φέρει πιέτες σε κάθετη  διάταξη δύο από την μια πλευρά και δύο από την άλλη που ξεκινούν από το ύψος του λαιμού και φθάνουν  έως  το τελείωμα της πουκαμίσας. Είναι ανοικτή μπροστά σε όλο της το μήκος και κλείνει με κουμπάκια.

Εξωτερικά της «βράκας» από τη μέση και κάτω φοριέται το μεσοφούστανο με σούρες σε λευκή πάντα απόχρωση με μήκος λίγο πιο κοντό από τη «βράκα».

Εξωτερικά φοριέται ολόσωμο αμάνικο φουστάνι, ανοικτό στο στήθος, ο «ωμίτης»  τιράντες έχουν πλάτος περίπου πέντε εκατοστά ξεκινούν από τον λαιμό και καταλήγουν   λίγο πιο κάτω από το στήθος  σε ζωνάρι το  οποίο είναι ραμμένο πάνω στο φουστάνι για να συγκρατεί το στήθος.

Το πλάτος του ραμμένου ζωναριού είναι  δέκα εκατοστά φέρει τρία κουμπάκια για  να κουμπώνει και να ξεκουμπώνει.  Αμέσως μετά το ζωνάρι ξεκινάει το  υπόλοιπο φουστάνι με πυκνή σούρα  με  μήκος  πιο κοντό από το μεσοφούστανο και τη «βράκα». 

Στον ποδόγυρο του υπάρχουν πάντα δύο πιέτες σε οριζόντια διάταξη. Το συναντάμε σε διάφορες αποχρώσεις  σε χοντρό ύφασμα για τον χειμώνα    και σε λινή κατασκευή «ντουξάκια» για το καλοκαίρι.

Για υποδήματα φορούσαν στιβάνια από δέρμα διαφόρων ζώων ψηλά έως να καλύπτονται από τη «βράκα». Τα καλά τους στιβάνια στο καλάμι είχαν εκρού απόχρωση ενώ για την καθημερινή φορούσαν αυτά με την μαύρη απόχρωση. Τα στιβάνια τα έφτιαχναν  στον Αρχάγγελο στους εκεί μαστόρους.

Στο κεφάλι φορούσαν μαντίλι σε λευκή ή καφέ απόχρωση, το οποίο δίπλωναν αρχικά σε τρίγωνο και μετά το δίπλωναν άλλες δύο φορές και το έβαζαν στο μέτωπο και το τύλιγαν στο κεφάλι δύο φορές δίχως να δένουν τις άκρες του τις οποίες βάζανε μέσα στο μαντήλι. Από πάνω φορούσαν το σαρίκι (καλογερίστικο σκουφάκι) σε χρώμα καφέ. Εκείνα τα χρόνια οι γυναίκες έκοβαν  κοντά   τα μαλλιά τους  για να μην προεξέχουν από το μαντήλι.

Οι Αρχιπολενές δε χρησιμοποιούσαν σε καμία εμφάνισή τους κοσμήματα.
Κατά καιρούς η φορεσιά της Αρχίπολης δεχόταν διάφορες επιρροές από τα γειτονικά χωριά  όπως  το σακάκι και το μαντήλι  στην εικ. 1 από Αρχάγγελο και Αφάντου ή από  άλλες περιοχές   προσαρμοσμένες όμως  στις τοπικές ενδυματολογικές συνήθειες  εικ. 2

Εκτός όμως από την καθημερινή φορεσιά θα παρουσιάσουμε και τη Νυφική την οποία συναντήσαμε στο λαογραφικό σπίτι της Αρχίπολης,  το οποίο αξίζει κανείς να  επισκεφτεί.  Η φορεσιά αυτή είναι φτιαγμένη το 1920 και ανήκε στην Παρασκευή Τσακίρη εικ.3. Είναι ολόσωμη με μακριά μανίκια και μήκος που φτάνει μέχρι πιο κάτω από το γόνατο.

Διακοσμημένο σε διάφορα σημεία όπως στα μπράτσα, στο στήθος  με διακριτικές πιέτες ή ραμμένα σιρίτια. Φέρει στους ώμους «ναυτικό» γιακαδάκι διακοσμημένο στα άκρα  με δαντέλα. Στη μέση φέρει ραμμένο ζωνάρι όπως ακριβώς και στην  καθημερινή φορεσιά, (ένα άλλο κοινό στοιχείο που έχουν οι διάφορες φορεσιές μεταξύ  τους είναι η δαντέλα που διακοσμεί τον λαιμό). 

Στο κεφάλι πάντα μαντήλι, χοντρές  αδιαφανείς  κάλτσες και χαμηλό παπούτσι συμπληρώνουν τη  νυφιάτικη φορεσιά. Χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή τους μεταξωτά κλαδωτά υφάσματα.  Μετέπειτα κατά  την  περίοδο της Ιταλικής κατοχής όταν έπεφταν αλεξιπτωτιστές  έτρεχαν στα χωράφια και μάζευαν τα αλεξίπτωτα   το ύφασμα των οποίων χρησιμοποιούσαν για τον ράψιμο των νυφικών, οι λεγόμενες «παρακατούτες».

Σήμερα ο πολιτιστικός σύλλογος χρησιμοποιεί για τις διάφορες εμφανίσεις του τη φορεσιά της εικόνας 4 η οποία έχει ελάχιστα  κοινά στοιχεία με τις παραπάνω περιγραφές. Αποτελείται από μια ολόσωμη πουκαμίσα  με μακριά μανίκια και μήκος έως πιο κάτω από το γόνατο, με σούρα στα μανίκια και διακοσμημένη στο ανοικτό στήθος και στο λαιμό με δαντέλα. Εξωτερικά φοριέται το φουστάνι σε διάφορες σύγχρονες  αποχρώσεις, κάλτσες και χαμηλό παπούτσι, ενώ στο κεφάλι φορούν δύο μαντήλια ένα εσωτερικό με φλουριά και ένα εξωτερικό.