Λεξιστορείν: Η κουφάλα!

Η λέξη κουφάλα έχει πολλαπλές σημασίες.

Δηλώνει το κοίλωμα που σχηματίζεται σε κορμό δέντρου, την τρύπα σε δόντι, μεταφορικά το  άτομο που βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει από κακοτοπιές ενώ αποτελεί και υβριστικό χαρακτηρισμό.

Παράγεται από το αρχαίο επίθετο κούφος = ο άδειος (όπως η κουφάλα του δέντρου) αλλά κι ο εσωτερικά κενός, ο τιποτένιος (εξ ου και ο υβριστικός χαρακτηρισμός κουφάλα).