Η γυναικεία παραδοσιακή  φορεσιά της Νισύρου

Eπιμέλεια -  φωτογράφηση Μιχάλης Μαννάκης
Email: mannakis.m@gmail.com
Με την στήριξη της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου (Τμήμα Πολιτισμού)


Η «πουκαμίσα» είναι φατθή (υφαντή) και την ύφαιναν οι ίδιες οι δεξιοτέχνισσες Νισυριές, άσπρη (ανοιχτό μπεζ) για να δημιουργεί αντίθεση με τα κεντήματα, ανοιχτή ορθογώνια στο στήθος και φτάνει ως τον αστράγαλο.

Χωρίς πολλά κεντήματα, ανήκει στα «μικρά αλλάγια» (αλλάγια στη Νίσυρο αποκαλούνται όλες οι καινούργιες ενδυμασίες) δηλαδή στην καθημερινή παραδοσιακή φορεσιά. Σαν είναι όμως περίτεχνα πλουμισμένη, ανήκει στα «μεγάλα αλλάγια», είναι η επίσημη φορεσιά, η «νυφική».

Στην εικόνα 1 παρουσιάζεται αυτή η νυφική φορεσιά η οποία είναι αυθεντική, χρονολογείται από τα τέλη του 19ου αιώνα, σημερινός κάτοχός της είναι η κ. Ιωάννα Σκουλή Κατσαρά και φορέθηκε στο γάμο της θείας της, αείμνηστης Σταματίας Γ. Τσίμπλη σύζυγος Γεωργίου Πετρίδη. 

Τα φύλλα του φατθού ενώνονται με χειροποίητη δαντέλα και φέρει οριζόντια κάτω στο γύρο κέντημα, το «φεγγαρωτό» ή τις «σκολόπεντρες» (σκολόπεντρα στη Νίσυρο λεν την σαρανταποδαρούσα) διαφόρων χρωμάτων (καφέ, μουσταρδί, μαύρο, λαδί). «Σκολόπεντρες» κοσμούν και τους γύρους των μανικιών που είναι πολύ φαρδιά και έχουν κάθετα κεντήματα με μικρά κενά, τα βυζαντινά  «πασίλοα», με σταθερά σκούρα χρώματα, μαύρο, μπλε, καφέ και σπανιότερα κίτρινο ή κόκκινο. Στο πάνω μέρος στενεύουν με σούρα εκεί που ενώνει ο ώμος και έχουν και εκεί ένα μικρό κέντημα. Τα μανίκια αποτελούν την ωραιότερη διακόσμηση της Νισύρικης φορεσιάς.

Ο «Καμουχάς» (Εμπορειός, Νικειά) ή «Παμουχάς» (Μαντράκι), φοριέται πάνω από την πουκαμίσα με τα απίθανα πλουμιά των μανικιών και του γύρου.

Ομοίωμα αμάνικου φουστανιού, με μπούστο που κλείνει σε γωνία (σαν ένα μεγάλο «ν») λίγο κάτω από τη μέση, με συμμετρικές πιέτες στα 5/6 της μέσης (χωρίς πιέτες στο μπροστινό μέρος), είναι φατθός μεταξωτός, σκούρου «κόκχινου» (κόκκινου) χρώματος (στη Νίσυρο οι Φοίνικες, 1500 – 800π.χ., ίδρυσαν αγρευτήρια πορφύρας για την άγρευση κοχυλιών που έβγαζαν ανώτερη ποιότητα πορφύρας, δηλαδή ερυθρό βαθύ χρώμα βαφής και είναι και ο λόγος που η Νίσυρος λεγόταν και Πορφυρίς) και φτάνει λίγο κάτω απ’ το γόνατο, να μην κρύβει τα πλουμιά του γύρου της πουκαμίσας.

Στη μέση στολίζεται με ασημένια, επίχρυση ή χρυσή ζώνη με εγκράφα πλούσια κατεργασμένη και διακοσμημένη με πολύτιμες ή όχι πέτρες, την «άλυση» εικ.4. Η γυαλάδα, η όμορφη γραμμή και το επιβλητικό χρώμα του «καμουχά», πρόσδιδε μεγαλοπρέπεια και κομψότητα στις Νισυριές.

Το «σφήωμα» εικ.2 (σφίωμα ή σφύωμα) είναι το εντυπωσιακό μαύρο στηθόπανο φατθό ή τσόχινο, ολοκέντητο με μετάξι (τουρκομέταξο) ή χρυσή και ασημένια κλωστή. Τα πιο συνηθισμένα σχέδια που έχει, είναι το «κυπαρισσάκι», η «γρανιάρα», το «αράπικο», η «σκολόπεντρα», το «γαιτανάκι», η «μέλισσα» και το «νυφικό».

Η λέξη «σφήωμα» στη Νίσυρο παραπέμπει στη γραμμή με το διαφορετικό χρώμα από τα υπόλοιπα πούπουλα, που έχει στο λαιμό της η πέρδικα. Σαν πέρδικα λοιπόν η Νισυριά, φορά το σφήωμα της φορεσιάς που καλύπτει και στολίζει το στήθος.

Οι «κάρσες» της φορεσιάς είναι μονόχρωμες ή και πολύχρωμες, βαμβακερές, πλεγμένες με βελόνες σε κυκλική πλέξη, φτάνουν πάνω απ’ τα γόνατα και πιάνονται με «καρσοδέτα».

Τα υποδήματα είναι οι «κουντούρες», παντόφλες με φελό, μονόχρωμες, από κόκκινο δέρμα ή από μεταξωτό ή βελούδινο ύφασμα, κεντημένες πολύχρωμα με «κουκχουλένια» κλωστή και κλαδωτά σχέδια, τις οποίες οι παλιές Νισυριές σχεδίαζαν με σαπούνι, το έκοβαν και το «σταύρωναν» με κάμποτο πανί για να είναι πιο στέρεο.

Το «γιλέκι» ή «βελέκι» - «βελεκάκι» (υποκ.) στον Εμπορειό, είναι από ατλάζι (ολομέταξο ύφασμα ινδικής προέλευσης) μονόχρωμο ή κλαρωτό, ή είναι από βελούδο, ή από μονόχρωμη τσόχα, χρώματος πράσινου ή σκούρου κόκκινου. Είδος κοντογουνιού με μακριά μανίκια, χρυσοκέντητο και με ωραίο κόψιμο στο στήθος. Το «γιλέκι» δεν ήταν απαραίτητο εξάρτημα της φορεσιάς και όσες το φορούσαν (τους «κρύους» μήνες μόνο), φορούσαν στενά μανίκια στολισμένα με λιγοστά πλουμιά, τις «φορτίτσες».

Στο κεφάλι, στην επίσημη Νισύρικη φορεσιά, οι Νισυριές φορούν την μεταξωτή «κόκχινη» (κόκκινη) «σκούφια» εικ.3 με το χρυσοκέντητο γύρο που καλύπτει το μισό κεφάλι με ένα ελαφρά στρογγυλεμένο κωνικό σχήμα, που παίρνει ανάλογα με το «άπλωμα» των μαλλιών. Πάνω από τη «σκούφια», η περίφημη «σκέπη»…

Ολομέταξο μακρύ ορθογώνιο ύφασμα κιτρινόχρυσου χρώματος για τις μικρότερες, καφέ για τις μεγαλύτερες, που σκεπάζει το κεφάλι μέχρι πίσω και οι άκρες του πέφτουν μπροστά έως τα μέσα των μηρών. Δύο ασημένιες ή χρυσές βελόνες, οι «καρφίτσες» εικ.4, με στρογγυλό κεφάλι με περίτεχνα σχέδια και γύρω γύρω κρεμαστές αλυσιδίτσες, στερεώνουν πάνω από κάθε αυτί τη «σκέπη» και τη «σκούφια» στα μαλλιά.

Πίσω από κάθε αυτί και πάνω στη «σκούφια», στερεώνονται με γάντζο οι «βέργες» που είναι τρεις με πέντε ή πολλές φορές και δέκα (ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια της οικογένειας) ασημένιοι ή χρυσοί κρίκοι, πάνω στους οποίους είναι «περασμένοι» χρυσοί βώλοι με όμορφα λεπτά σχέδια.

Τέλος μια αρμαθιά από χρυσά νομίσματα, «τούμπλες» και φλουριά και ο «λαιμός» (χρυσό περιδέραιο) εικ.4, στολίζουν το στέρνο της Νισυριάς, ολοκληρώνοντας την επίσημη παραδοσιακή φορεσιά της Νισύρου. Αξίζει επίσης να αναφέρουμε τα «λαχούρια», τα οποία οι Νισυριές φορούσαν αντί της «σκέπης» τις «λιγότερο» επίσημες αργίες, όπως για παράδειγμα κάθε Κυριακή στην εκκλησιά. Τα υπέροχα αυτά μεταξωτά υφάσματα, τα φορούσαν στο κεφάλι, σταυρωτά στο λαιμό, με τις άκρες ριγμένες πίσω εικ.5.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ
ΦΟΡΕΣΙΑ ΝΙΣΥΡΟΥ εικ.6

Η καθημερινή Νισύρικη φορεσιά, αποτελείτο από την «πουκαμίσα», τον «καμουχά», το «σφήωμα», τις «κάρσες», τις κουντούρες, το εσωτερικό λευκό μαντήλι που κάλυπτε καλά όλα τα μαλλιά και οι άκρες του δένονταν με κόμπο στο πάνω μέρος του κεφαλιού και το «χάσικο» δηλαδή το καλής ποιότητας, το εκλεκτό, λεπτούφαντο με σταμπωτά σχέδια μεταξωτό μαντήλι.

Οι διαφορές στα «μικρά αλλάγια» εύλογες και πρακτικές. Τα υφάσματα ήταν άλλα, πιο ανθεκτικά, για να ανταποκρίνονται στις καθημερινές απαιτήσεις και τα «πλουμιά» στην «πουκαμίσα» απλά. Ένα μικρό λιτό κάτω στους γύρους της φούστας και των μανικιών και οι δαντελωτές ενώσεις στα φύλλα, οι «βέργες» (Εμπορειός) ή τα «κλαδιά» (Νικειά), απλές και σε διάφορα χρώματα. Όλα τα «πλουμιά» οι Νισυριές τα κεντούσαν σταυροβελονιά ή πισωβελονιά.
 
«ΒΛΑΧΙΚΗ» ΦΟΡΕΣΙΑ
Υπάρχει και η λεγόμενη «βλάχικη», ενδυμασία που είχαν φέρει και φορούσαν οι ξενιτεμένες Νισυριές, από τη Ρουμανία ή και την Πόλη και την οποία απλά θα αναφέρουμε για την ιστορία, δίχως να έχει σχέση με τα Νισύρικα «αλλάγια». Η φορεσιά αυτή αποτελείτο από πουκαμίσα διακοσμημένη με σχέδια στο στήθος, στους γύρους των μανικιών και της φούστας, ποδιά με κεντημένα διάφορα σχέδια και με επιπλέον μεταξωτό ζωνάρι στη μέση που κατέληγε σε πλεκτή δαντέλα.

Στο κεφάλι φοριόταν με μαντήλα ριγμένη στους ώμους και στερεωμένη στο κεφάλι γύρω γύρω με φλουριά εικ.7, ή, πιο επίσημα, με κόκκινο χρυσοκέντητο στο γύρο βελούδινο σκούφο, πλουμισμένο στο μέτωπο με φλουριά, φανερά επηρεασμένο από την Ανατολή εικ8.

Στην εικόνα 9 βλέπουμε την φορεσιά της Νισύρου όπως την αποτύπωσε η Αθηνά Ταρσούλη στο έργο της Δωδεκάνησα 1947-1950 ενώ στην εικόνα 10 βλέπουμε νεαρές Νισυριές να φορούν την παραδοσιακή φορεσιά και στις εικόνες 11 και 12 βλέπουμε την συνύπαρξη των φορεσιών (παραδοσιακής και βλάχικης) έτσι όπως τις αποθανάτισε ο φωτογραφικός φακός πριν από πολλά χρόνια. 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΠΑΝΝΙΣΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΡΟΔΟΥ
«Η ΠΟΡΦΥΡΙΣ»
ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ