Λεξιστορείν: Ο ξενέρωτος!

Η λέξη ξενέρωτος παράγεται από το ρήμα ξενερώνω που αρχικά στη ναυτική ορολογία σήμαινε «βγαίνω έξω από το νερό». 

Αργότερα απέκτησε τη σημασία «συνέρχομαι από το μεθύσι, επανέρχομαι σε νηφάλια κατάσταση» όπου η λέξη  νερό πια είχε μεταφορική χρήση και είχε ταυτιστεί με το κρασί.

Επειδή όμως η απομάκρυνση από την ευδαιμονία που προκαλεί  το κρασί και το αλκοόλ γενικότερα  θεωρήθηκε πως κάνει τον άνθρωπο να χάνει το κέφι και την ευθυμία του, το ρήμα σήμερα απέκτησε  τη σημασία «χάνω κάθε διάθεση ευθυμίας ή ευχαρίστησης λόγω κάποιου ξαφνικού γεγονότος».