Το Κυριακάτικο νυφοπάζαρο του Μαντρακιού!

Τι ωραίες ιστορίες είναι αυτές και δεν τις ξέρουμε! Δεν υπάρχουν πολλές μαρτυρίες γύρω από την καθημερινότητα των ανθρώπων της πόλης της Ρόδου. Έχουμε για τα κτήρια, τα μνημεία, αλλά όχι γι’ αυτό που λέμε καθημερινότητα των ανθρώπων. Για το άρωμα της παλιάς Ρόδου που ο σπουδαίος Αντώνης Βρατσάλης, στο βιβλίο του «Τα Νιοχωρίτικα», αναδύει με γλαφυρό τρόπο.

Τότε που στο Κυριακάτικο Μαντράκι, βούιζαν τα μαρασιώτικα ελληνικά, ανακατεμένα με τα φραγκολεβαντίνικα της Σμύρνης και τις ιταλικές διαλέκτους των στρατιωτικών, με τα εβραιοσπανιόλικα, τα τουρκοκρητικά και τα τούρκικα του Κάστρου.

Ένα πανδαιμόνιο που δυνάμωνε από τα κλαψουρίσματα των παιδιών που απαιτούσαν τσιρίζοντας με πείσμα να τους πάρουν οι μεγάλοι από τα καρότσια των μικροπωλητών, λεμονάδες ή κόκκινο σιρόπι, παγωτό ή μουχαλεμπί, ασουρέ, παστέλι και σοκολάτες.

Καλοντυμένοι νεαροί και νεαρές που πάσαραν τα ραβασάκια για μυστική συνάντηση στα Πλατανάκια ή στο Μόντε Σμιθ και οι μουσικές διάχυτες με ιταλικούς ήχους στα καφενεία του Δημητριάδη και της ωραίας  Μαρίτσας της Σμυρνιάς, της μεγάλης γόησσας της εποχής.

Έτσι περνούσαν τότε τις Κυριακές τους στην πόλη και κάθε σύγκριση με το σήμερα αποβαίνει μοιραία για εμάς απ’ όλες τις πλευρές.

Το Μαντράκι

Με τις πρώτες καλοσύνες τον Απριλομάη, κι όσο βαστούσε το καλοκαίρι, το Νιοχώρι, τα Πάνω Μαράσια, η Εβραϊκή και ο Τουρκομαχαλάς, άδειαζαν κυριολεκτικά τ’ απογεύματα της Κυριακής και μπουλούκια-μπουλούκια άντρες, γυναίκες και παιδιά, ντυμένοι τα καλά τους κατηφόριζαν να σεργιανίσουν στο Μαντράκι. Μόνο οι γέροι και οι γριούλες ποσπέριζαν στα κατώφλια ώσπου να γυρίσουν από τη βόλτα του Μαντρακιού οι κυριακάτικοι σουλατσαδόροι.

Το Μαντράκι τότε ήταν το μεγάλο νυφοπάζαρο, όπου μεταξύ του Ταχυδρομείου και του καφενέ του Χατζηκυριάκου πέρα από τον ταρσανά, μαντρώνουνταν και πηγαινοέρχουνταν ασταμάτητα όλος ο ωραιόκοσμος, κι οι γαμπρίζοντες της εντός και της εκτός των τειχών πόλης. Εκεί γινόταν η πρώτη δημόσια επίδειξη κάθε καινούργιας φορεσιάς, νέας μόδας φουστανιού και μοντέρνου, ψηλού ξυλοτάκουνου γοβάκι και λουστρινένιου σκαρπινιού.

Οι γυναίκες
Το ωραίο φύλο κάθε ηλικίας, από τα αδειούχα κυριακάτικης εξόδου πεταχτά δουλικά, με το κοντοφούστανο  εμπριμεδάκι, τα αθώα τροφαντά κοριτσόπουλα με την κορδελίτσα στα μαλλιά και τα τρελά ξεσκολισμένα φιντανάκια, μέχρι τις σεμνοπρεπείς παντρεμένες και τις ψηλομύτες ωραιοπαρμένες γεροντοκόρες, πιασμένες παρέες-παρέες αγκαζέ για να μην τις χωρίσει η πολυκοσμία, με ψηλό τακούνι και πλατύγυρες ανθoστόλιστες ψάθινες καπελαδούρες, με οργαντίνες, ζορζέτες,  κι εφαρμοστούς λαμέ ταφτάδες, ζωσμένες μέσα σε ασφυκτικούς κορδονούχους στενούς κορσέδες, με ασορτί λεπτά γάντια, τζάντες και βεντάλιες, πηγαινοέρχουνταν και αλληλοεξετάζουνταν σε κάθε συναπάντημα του πηγαινέλα, κουτσομπολεύοντας η μια της άλλης το ντύσιμο, το βάψιμο, πουδράρισμα, κοκκινάδιασμα και μάδημα φρυδιών.

Οι άντρες
Οι άντρες πάλι, καλοξουρισμένοι με ποικιλία μουστακιών, άλλοι με κοντομούστακο Σαρλώ ή με ποντικουρά Φαίρμπαντξ, άλλοι με αγκυλωτές τσούνες τύπου Αντόλφ Μενζού, με μπόλικη μπριγιαντίνα στις κατσαρές σκαλωτές τσούφες τους ή στο ίσιο γυαλισμένο μαλλί με χωρίστρα, προσπαθούσαν να κάνουν φιγούρα με τις φανταχτερές καρφιτσωμένες γραβάτες, τα μεταξωτά μαντηλάκια στο αριστερό τσεπάκι του σακακιού και να κάψουν καρδιές με τις φλογερές ματιές τους.  

 

Μωρίς Σεβαλιέ: το στρογγυλό ψαθάκι του τραγουδιστή ζωσμένο με φαρδιά κορδέλα είχε γίνει μόδα και μεταξύ των ανδρών της Ρόδου
Μωρίς Σεβαλιέ: το στρογγυλό ψαθάκι του τραγουδιστή ζωσμένο με φαρδιά κορδέλα είχε γίνει μόδα και μεταξύ των ανδρών της Ρόδου


Όταν έπιασε η μόδα με το στρογγυλό ψαθάκι ζωσμένο με φαρδιά χρωματιστή κορδέλα, αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία και κρύφτηκαν στις ντουλάπες για το χειμώνα οι τραγιάσκες και τα μπορσαλίνα του Εβραίου καπελά Τουριέλ και του Περίανδρου.

Τότε το Κυριακάτικο Μαντράκι, κι οι δρόμοι της πόλης γέμισαν ψαθάκια παγιασόλ, πολύχρωμα παπιγιόν φιογκάκια και πανταλόνια με φαρδιά μπαζάκια, αγκιστρωμένα με χρωματιστές σταυρωτές λαστιχένιες τιράντες. Κι όλοι μοιάζαν σαν αντίγραφα του γελαστού Γάλλου γόη τραγουδιστή Μωρίς Σεβαλιέ.

Κι ήταν για γέλια και για κλάματα όταν φυσούσε το ροδίτικο μελτεμάκι, κι άρπαζε ελαφρά ψαθάκια, πετώντας τα και στροβιλίζοντάς τα πότε προς το καμπαναριό του Σαν Τζιοβάνι ή τους απέναντι ανεμόμυλους του λιμανιού και πότε πάλι κάμνοντας τα αστεία κυλιντράκια ανάμεσα στα πόδια του πλήθους, κυνηγημένα από τους σουλατσαδόρους, με ανοιχτά χέρια να συλληφθούν σαν ξεστρατισμένες όρνιθες.

Είχε και η Εβραϊκή το νυφοπάζαρό της τα σαββατόβραδα, στο παραθαλάσσιο κορδόνι του Κόβα μπροστά από τις καμπίνες με το καφενείο της Βαγγελιώς και τις φάμπρικες του Σαλαχούρη και του Κηριελέησον, όπου οι λουσάτες Εβραιοπούλες, μασουλώντας αλμυρά λουμπουνάρια, κλείναν τα ραντεβουδάκια τους με τους γαλονάτους στρατιωτικούς. 

Αλλά, το Μαντράκι ήταν άλλο πράμα, σωστή Βαβυλωνία. Εκεί, μαζί με τις μελωδίες του πιάνου της Γαλλορωσίδας Μαντάμ Λαρίς που ‘παιζε περιπαθείς παρτιτούρες πάνω σ’ ένα βάθρο, στο καφενείο του Δημητριάδη που πρώτο έστησε υπαίθρια μουσική με την ορχήστρα του Αλμπεργκιέτι, βούιζαν τα μαρασιώτικα ελληνικά, ανακατεμένα με τα φραγκολεβαντίνικα της Σμύρνης και τις ιταλικές διαλέκτους των στρατιωτικών, με τα εβραιοσπανιόλικα, τα τουρκοκρητικά και τα τούρκικα του Κάστρου.

Ένα πανδαιμόνιο που δυνάμωνε από τα κλαψουρίσματα των παιδιών που απαιτούσαν τσιρίζοντας με πείσμα να τους πάρουν οι μεγάλοι από τα καρότσια των μικροπωλητών, λεμονάδες ή κόκκινο σιρόπι, παγωτό ή μουχαλεμπί, ασουρέ, παστέλι και σοκολάτες.

Ο αλατισμένος πασατέμπος και τα ζεστά στραγάλια και φιστίκια μέσα στα ζεμπίλια των Τούρκων φιστικάδων, σερβιρισμένα σε χωνάκια ήταν το απαραίτητο εφόδιο κάθε σουλατσαδόρου που τσιμπολογούσε με τα δύο δάχτυλα από το χαρτί τους σπόρους να τους φέρει ανάμεσα στα δόντια, να τους αδειάσει και να ρίξει τα τσόφλια που μαζεύονταν μια πιθαμή στρώμα στην πλατεία, από χιλιάδες στρώματα.

Οι Τουρκάλες, μαυροφορεμένες γριές με βαμμένα κριμεζί  νύχια και νέα μελαχρινά χανουμάκια, ξετρύπωναν από τον τουρκομαχαλά, κι οι όμορφες Τουρκοκρητικές κατέβαιναν περπατηχτές από τα Κρητικά από νωρίς με τα φαγιά τους, πιάναν τα πόστα στα ξύλινα καναπεδάκια, την άραζαν και μασουλούσαν καλορεξάτες. Φέρναν και τα Τουρκάκια τους και τα ‘βαζαν να πουλούν ματσάκια μυρωδάτα γιασεμιά στα καφενεία. 

Κι όλος αυτός ο κόσμος άρχιζε ένα μαραθώνιο σούρτα-φέρτα  στριμώχνουνταν, οι νέοι ξενυχιάζουνταν από το ποδοπάτημα και οι πιο μπερμπάντηδες άπλωναν τη χούφτα για κανένα λαθραίο πιάσιμο στα πεταχτά σε κανένα  κουνάμενο θηλυκό. Άλλοι πάλι πάσερναν κλεφτά με τρόπο τα ραβασάκια για να κλείσουν το ραντεβουδάκι τους το βράδυ στα σκοτεινά, στα μπαξεδάκια, στα Πλατανάκια και στο Μόντε Σμιθ, συνηθισμένα μέρη ρομαντικών συναντήσεων. 

Οι τυχεροί, που πετύχαιναν τραπεζάκι στο καφενείο του Σταυρή και αργότερα στου Μιχάλη του Σοκιανού, δίπλα στον κήπο του Αλχαντέφ, με τα δύο μαρμαρένια λιονταράκια στην κορφή της μεγάλης καγκελόπορτας που γκρεμίστηκαν αργότερα από βομβαρδισμό και βρίσκουνται τώρα στο Ροδίνι, δεν λέγαν να ξεκολλήσουν από τις καρέκλες.

Το ίδιο είχαν τον ασήκωτο όταν κάθιζαν οι παρέες στα καφενεία του Καβαρίνου, του Δημητριάδη, της Κωπέταινας και της ωραίας Μαρίτσας της Σμυρνιάς, της μεγάλης γόησσας της εποχής εκείνης. Όλο τούτο το μαντρωμένο πλήθος του Μαντρακιού, μόλις ακούγονταν από μακριά η στρατιωτική μπάντα που κατέβαινε από το Στρατώνα για την υποστολή της Σημαίας, χωρίζουνταν στα δύο να κάμει πέρασμα για να περάσει το απόσπασμα που το ακολουθούσαν, παρασυρμένα από τα εμβατήρια, ένα τσούρμο αλητόπαιδα, μιμούμενα το στρατιωτικό βήμα.

Κι όλος ο κόσμος, μόλις βροντούσε το κανόνι από τον απέναντι φάρο ύστερα από  σινιάλο του Σημαιοφόρου του Μόντε Σμιθ που ανέβαζε μια μαύρη καλαθόσφαιρα για να δείξει ότι ο ήλιος έδυσε, καρφώνουντα ολόρθο βουβό, ξεσκούφωτο, γυρίζοντας τη φάτσα στο Κουβέρνο. Το ίδιο πηδούσαν όρθιοι από τα καφενεία και μαρμάρωναν όλοι ώσπου να τελειώσει ο ύμνος της «Τζιοβινέτσα» και να προσγειωθεί η γκλοριόζα τρικολόρε παντιέρα κάτω από το σαλούτο των στρατιωτικών, με το χέρι στο πηλίκιο. 

Μετά ξανάρχιζε το σουλάτσο, αυτή τη φορά κάτω από τα φώτα και τη μουσική της στρατιωτικής μπάντας που ‘παιζε στην εξέδρα κομμάτια από τις όπερες της Αΐντα,  της Τόσκα και της Τραβιάτα, του Ριγγολέτο και του Τροβατόρε, που διεύθυνε ένας κοντόχοντρος μαέστρος, μαρεχιάλος με γυαλάκια. Ήταν ένα αγαθό ανθρωπάκι που μενε στο Νιοχώρι και κάθε χρόνο η γυναίκα του, του σκάρωνε κι ένα παιδί, δώρο του όμορφου Σμυρνιού γείτονα Φραντζή. Κι ο μαέστρος καμάρωνε που θα ‘παιρνε κι άλλο οικογενειακό επίδομα.

Όταν αργά το βράδυ το Μαντράκι νέκρωνε από κόσμο, κι οι κουρασμένοι περιπατητές με πρησμένα από το σουλάτσο πόδια γύριζαν στα σπίτια και πετούσαν τα παπούτσια να λευτερωθούν από τα στενά λουστρίνια και τα ψιλοτάκουνα γοβάκια, τρίβοντας τα δάχτυλά τους για να συνέλθουν, στη βουβή πλατεία τα τσόφλια από τον πασατέμπο και τα χωνάκια, στρώμα ολόκληρο κυμάτιζε από τη μια μεριά ως την άλλη. Κι οι σκουπηδιάρηδες, που ήταν όλοι Τούρκοι, παρακαλούσαν στον ύπνο τους, να φυσήξει αέρας δυνατός, να βοηθήσει ο Αλλάχ να τα ρίξει στο λιμάνι, για να καθαρίσει από τα φρόκαλα το κυριακάτικο νυφοπάζαρο του Μαντρακιού.