Λεξιστορείν: Ο τσιμπημένος!

Το ρήμα τσιμπώ έχει ποικίλες σημασίες όπως κεντώ, συλλαμβάνω (π.χ. προσπάθησε να ξεφύγει αλλά τον τσίμπησαν) ερωτεύομαι (π. χ είναι τσιμπημένος μαζί της ) ανεβάζω την τιμή προϊόντος (π.χ οι τιμές είναι τσιμπημένες) κτλ.

Προέρχεται από το ρήμα τσιμπίζω και εξεμπίζω με καταγωγή από τη λέξη εμπίς-εμπίδος, ένα είδος σκνίπας (από το ρήμα εμπίνω = πίνω αίμα).