Λεξιστορείν: Δε σφάξανε!

Το ρήμα σφάζω έχει τη σημασία του «σκοτώνω χτυπώντας με μαχαίρι οποιοδήποτε μέρος του σώματος» και μεταφορικά «μιλάω άσχημα και πληγώνω κάποιον» ( π. χ τα λόγια σου με σφάζουν).

Ετυμολογικά προέρχεται από την αρχαία λέξη φάσγανον  και σφάγανον =  το δίκοπο  σπαθί  που μας έδωσε το ρήμα φασγάνω που εξελίχθηκε σε σφαγάνω  και  σφάζω.

Η  έκφραση «δεν σφάξανε» δημιουργήθηκε στα παλιότερα χρόνια όταν οι οικογένειες έψαχναν στις πλατείες των χωριών για να  βρουν κρέας (μιας και δεν υπήρχαν κρεοπωλεία) και συνήθως τους απαντούσαν «δεν σφάξανε» αφού το κρέας ήταν ιδιαίτερα δυσεύρετο.